Οι Μεταρρυθμισμένοι ή Καλβινιστές συνέταξαν επίσης θεολογικά συμβολικά κείμενα, με εμφανή και αναμφισβήτητη την επίδραση της θεολογικής σκέψης του Ιωάννη Καλβίνου.1 Στα κείμενα αυτά δεν διαφοροποιήθηκαν από τους Λουθηρανούς ως προς την αποδοχή της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας και της Εκκλησιαστικής Τριαδολογίας, δυστυχώς και αυτός ο κλάδος με παράλληλη αποδοχή της κακοδοξίας του Filioque.2 Φυσικά ακολούθησαν την ίδια απαράβατη αξιωματική αρχή του προτεσταντικού χώρου, ότι γίνονται αποδεκτοί οι δογματικοί όροι των τεσσάρων πρώτων Οικουμενικών Συνόδων, γιατί είναι σύμφωνοι με το περιεχόμενο της Αγίας Γραφής.
Υποστηρίζουν ότι οι Οικουμενικές σύνοδοι από μόνες τους, ως ανθρώπινες συνελεύσεις, υπόκεινται στην πλάνη. Εξαιρείται μόνον ο λόγος του Θεού ως ο απόλυτος και μοναδικός κανόνας της πίστης.3
Ι. Η Γαλλική Ομολογία Πίστεως του 1559 είναι ένα δογματικό κείμενο που εκφράζει τις βασικές αρχές της πίστης των Γάλλων Προτεσταντών (Ουγενότων). Συντάχθηκε με σκοπό να παρουσιάσει με σαφήνεια τη δογματική βάση των Μεταρρυθμισμένων της Γαλλίας, που βρίσκονταν αντιμέτωποι με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ έθεσε τις βάσεις για την περαιτέρω εξάπλωση του Καλβινισμού στη Γαλλία. Η Γαλλική Ομολογία Πίστεως στο άρθρο V αναφέρει σαφώς ότι αποδέχεται το Σύμβολο πίστεως της Νίκαιας, μαζί με τα άλλα δύο αρχαία Σύμβολα Πίστεως. Επίσης στο άρθρο VI, που αφορά το μυστήριο του Τριαδικού Θεού, με αποδοχή της κακοδοξίας του Filioque, δηλώνεται: «ομολογούμε ο,τι καθιερώθηκε από τις αρχαίες συνόδους, και απεχθανόμαστε όλες τις αιρέσεις και τις κακοδοξίες που απέρριψαν οι άγιοι διδάσκαλοι, όπως ο Ιλάριος, ο Αθανάσιος, ο Αμβρόσιος και ο Κύριλλος».4
ΙΙ. Η Βελγική Ομολογία Πίστεως του 1561 είναι άλλη μία σημαντική Ομολογία πίστεως των Μεταρρυθμισμένων, που επίσης εκφράζει βασικές θεολογικές καλβινικές θέσεις. Γράφηκε σε μία εποχή έντονων θρησκευτικών αντιπαραθέσεων στις Κάτω Χώρες, όπου οι Προτεστάντες βρίσκονταν αντιμέτωποι, εκτός από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και με διωγμούς από τις ισπανικές πολιτικές αρχές. Έγινε η επίσημη Ομολογία πίστεως των Μεταρρυθμισμένων Εκκλησιών στις Κάτω Χώρες και επικυρώθηκε από τη Σύνοδο της Δορτρέχτης το 1618-1619.
Από τη Βελγική Ομολογία Πίστεως αξίζει να παραθέσουμε το ακόλουθο αντιπροσωπευτικό απόσπασμα από το άρθρο ΙΧ: «Αυτή η διδασκαλία για την Αγία Τριάδα πάντα υπερασπίστηκε και διατηρήθηκε από την αληθινή Εκκλησία από την εποχή των αποστόλων μέχρι σήμερα, ενάντια στους Ιουδαίους, τους Μωαμεθανούς και ορισμένους ψευδοχριστιανούς και αιρετικούς, όπως ο Μαρκίων, ο Μάνης, ο Πραξέας, ο Σαβέλλιος, ο Σαμοσατέας, ο Άρειος και παρόμοιοι, που δίκαια καταδικάστηκαν από τους ορθόδοξους πατέρες».
Και συμπληρώνεται ότι αποδέχονται πρόθυμα τα τρία σύμβολα: «των Αποστόλων, της Νίκαιας και του Αθανασίου, ομοίως αυτό που αποφασίστηκε από τους αρχαίους πατέρες της Εκκλησίας γι᾽ αυτό το δόγμα με την έννοια αυτών των συμβόλων».5
ΙΙΙ. Η Δεύτερη Ελβετική Ομολογία Πίστεως του 1566 είναι μία από τις σημαντικότερες Ομολογίες πίστεως της Μεταρρύθμισης. Μαζί με την Κατήχηση της Χαιδελβέργης εκφράζουν τη θεολογία των Μεταρρυθμισμένων με αυξημένο κύρος. Αποτέλεσε επίσημο κείμενο πίστης για πολλές Μεταρρυθμισμένες Εκκλησίες στον ευρύτερο ευρωπαικό χώρο. Η Δεύτερη Ελβετική Ομολογία είναι εκτενέστερη από τις άλλες. Λόγω της σαφήνειας, της θεολογικής της ακρίβειας, της καθαρότητας και της συνοχής της παραμένει διαχρονικά ένα από τα βασικά δογματικά κείμενα των Μεταρρυθμισμένων. Στο άρθρο ΙΙΙ της εν λόγω Ομολογίας που αναφέρεται στην Αγία Τριάδα, απορρίπτονται ονομαστικά αρχαίοι αντιτριαδικοί αιρετικοί, του Αρείου συμπεριλαμβανομένου. Στην ίδια συνάφεια στο άρθρο ΧΙ, που αφορά τη Χριστολογία, δηλώνεται μία ακόμη φόρα ότι καταδικάζονται «η άθεος διδασκαλία του Αρείου και όλων των Αρειανών».
Αξίζει να επισημάνουμε εν προκειμένω ότι στο ίδιο άρθρο γίνεται ρητή καταδίκη του μεγαλύτερου αντιτριαδικού αιρετικού του 16ου αι., του Ισπανού Μιχαήλ Σερβέτου, με την επισήμανση ότι, μέσω του Μ. Σερβέτου, «οι δοξασίες του Αρείου κατά του Υιού του Θεού ανασύρθηκαν από τον Σατανά από την κόλαση και διαδίδονται με αναίδεια και ασέβεια». Στο ίδιο άρθρο, τέλος, δηλώνεται η αποδοχή των τεσσάρων πρώτων Οικουμενικών Συνόδων, γιατί η θεολογική τους διδασκαλία είναι σύμφωνη με την Αγία Γραφή. Παραλλήλως, γίνεται ονομαστική αναφορά στην αποδοχή του λεγομένου Αθανασιανού Συμβόλου πίστεως και των άλλων που συμφωνούν μαζί του, στην υπεράσπιση της χριστιανικής διδασκαλίας σχετικά με το πρόσωπο του Χριστού.6