Τα φύλλα της συκής

Το δένδρο της συκιάς έχει μια ιδιαίτερη σχέση όχι μόνο στη Βίβλο, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, αλλά και γενικότερα την αρχαία μυθολογική και πολιτισμική παράδοση, απόδειξη της μεγάλης διατροφικής αξίας του καρπού της, ιδιαίτερα σε χώρες της Μεσογείου με ξηρό και άνυδρο κλίμα, ζεστά καλοκαίρια και ήπιους χειμώνες. Έτσι δεν ήταν δυνατόν να απουσιάζει και από τις περιοχές Τίγρη και Ευφράτη, ταυτισμένες γεωγραφικά με τον Κήπο της Εδέμ. Φαίνεται δε, αν λάβουμε υπόψη την βιβλική διήγηση για την πτώση του ανθρώπου, ότι κατείχε σημαντική θέση σ’ αυτόν, σε σημείο μάλιστα ώστε κάποιοι ερμηνευτές να υποθέτουν ότι ταυτιζόταν με το επίμαχο δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού, τους καρπούς του οποίου έφαγαν οι πρωτόπλαστοι, παραβαίνοντας την απαγορευτική εντολή του Δημιουργού, για να εξηγήσουν έτσι και το γεγονός ότι ο Χριστός την άκαρπη συκιά «καταράστηκε» και όχι κάποιο άλλο δένδρο, όπως για παράδειγμα η ελιά και τα κλήματα, που επίσης ευδοκιμούσαν στις παραπάνω περιοχές.

Τρανή απόδειξη ότι η συκιά υπήρχε σε αφθονία στον Κήπο της Εδέμ είναι η χρήση των δικών της φύλλων από τους πρωτόπλαστους για την κάλυψη της γύμνιας τους (Γεν. 3, 7), την οποία συνειδητοποίησαν μετά την παραβατική τους επιλογή. Έχοντας λοιπόν μπροστά μας την εικόνα των γυμνών προγόνων μας με την προσπάθειά τους να καλυφθούν με τα φύλλα της συκής, μπορούμε να κάνουμε τα παρακάτω σχόλια:

-Είναι το πρώτο περιστατικό, τουλάχιστον μετά την πτώση, όπου η φύση αναλαμβάνει έμμεσα ρόλο συμπαραστάτη του εμπερίστατου ανθρώπου, προσφέροντας άμεσα υλικό για την αντιμετώπιση της γύμνιας του. Έτσι η συκιά συνεχίζει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου τόσο με τα φύλλα όσο και κυρίως με τους καρπούς της. Τα μεν φύλλα της προσφέρουν μεταξύ των άλλων πλούσια σκιά και υλικό για φαρμακευτικές εφαρμογές, τα δε σύκα πλούσια και χρήσιμη διατροφή. Έτσι εξηγείται και η ρήση του Προφήτη Ιερεμία, όταν εντέλλεται την συλλογή σύκων για να προσφερθούν για την ευχαρίστηση και την ανάπαυση των ασθενών (Ιερ. 43,1). Την δε «επιλογή» της συκιάς, να φροντίζει περισσότερο τους καρπούς της παρά να δοξάζεται μεταξύ των άλλων δένδρων, περιγράφει με εύστοχο τρόπο ο Ιωάθαμ στο βιβλίο των Κριτών (Κρ. 9, 11): Όταν τα δένδρα θέλησαν να αναδείξουν τον βασιλιά τους, προτείνοντας να αναλάβουν το αξίωμα η ελιά, η συκιά και το κλήμα, όλα αρνήθηκαν, με την συκιά να δηλώνει ότι την ενδιαφέρει περισσότερο να φροντίζει την ποιότητα των καρπών της, παρά να κυβερνά. Την δε διατροφική αξία τους δείχνει και η ιδιαίτερη επιθυμία του Χριστού να χορτάσει την πείνα του με τους καρπούς της συκιάς.

Το ερώτημα λοιπόν είναι, πώς γίνεται ένα τέτοιο χρήσιμο δένδρο να είναι υπό κατάρα, και μάλιστα του Δημιουργού του, και να ξηραίνεται, επειδή ο Χριστός όταν πείνασε βρήκε μόνο φύλλα και όχι σύκα. Αφού πρώτα ξεκαθαρίσουμε θεολογικά α) ότι η κατάρα δεν αποτελεί ίδιον του χριστιανικού ήθους, πολύ περισσότερο του Θεανθρώπου, β) ότι η τιμωρία της ξηρασίας, και μάλιστα άδικα, αφού δεν ήταν ο καιρός της καρποφορίας, επίσης δεν συνιστά θεάρεστη επιλογή, δεν μας επιτρέπεται μια κατά γράμμα προσέγγιση του γεγονότος, όπως θα έκανε ένας προτεστάντης ερμηνευτής, αλλά μόνο συμβολική.

Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μας στα φύλλα της συκιάς και τη συμβολή τους στην κάλυψη της ανθρώπινης γύμνιας, η αίσθηση της οποίας προέκυψε μετά την πτώση, επιχειρούμε τα ακόλουθα σχόλια:

-Η επιλογή των φύλλων της συκιάς, αν δεν ισχύει η ανωτέρω υπόθεση για την ταύτισή της με το δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού, και επιπλέον αυτή η επιλογή δεν συνιστά κάποια προτύπωση, και όχι κάποιου άλλου δένδρου, όπως για παράδειγμα η άμπελος, θα πρέπει να έχει μόνο πρακτικό χαρακτήρα και όχι ουσιαστικό, λόγω κυρίως του μεγέθους τους και της δυνατότητας μεγαλύτερης κάλυψης, παρά τον πανθομολογούμενο ενοχλητικό τους χαρακτήρα.

-Τα φύλλα της συκιάς αξιολογούνται από τους ερμηνευτές ως ανεπαρκή για την ολική και ουσιαστική κάλυψη της γύμνιας του ανθρώπου, γιατί καλύπτουν μέρος και όχι το όλον του σώματος, όπως έγινε αργότερα, όταν ο Θεός έραψε ολόσωμους δερμάτινους χιτώνες (Γεν. 3, 21) εν όψει της εξόδου του ανθρώπου από τον Παράδεισο.

-Συνάμα τίθεται το εύλογο ερώτημα, γιατί η γύμνια να αφορά μόνο στα γεννητικά όργανα άνδρα και γυναίκας και όχι το σύνολο του γυμνού σώματος.

Είναι προφανές ότι η εικόνα του σώματος και πριν και μετά την πτώση είναι η ίδια. Αυτό σημαίνει ότι η γύμνια δεν προήλθε από την αφαίρεση κάποιου αρχέγονου ενδύματος. Επομένως, τί είναι αυτό που καθιστά μετά την πτώση το σώμα γυμνό;

Όλες σχεδόν οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η γυμνότητα δεν αφορά μόνο στο σώμα αλλά στον όλο ψυχοσωματικό άνθρωπο, εμμένοντας περισσότερο στην εσωτερική παρά στην εξωτερική γυμνότητα. Αυτό σημαίνει ότι η κάλυψη με τα φύλλα της συκής των γεννητικών οργάνων δεν αφορά μόνο στην σωματική κάλυψη αλλά και στην εσωτερική.

Με βάση τα ανωτέρω θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι μέσω της κάλυψης των γεννητικών οργάνων επιχειρήθηκε η κάλυψη συνόλου του γυμνού ανθρώπου. Άρα τα γεννητικά όργανα αντιμετωπίζονται ως οι κύριοι εκφραστές της ανθρώπινης γυμνότητας και ουσιαστικά της αμαρτωλότητας του ανθρώπου, και γι’  αυτό έπρεπε να καλυφθούν, κάτι που ισχύει μέχρι και σήμερα, οπότε η γυμνότητα ταυτίζεται κυρίως με τα σεξουαλικά όργανα και όχι με κάποιο άλλο μέρος του σώματος.

Το ερώτημα όμως παραμένει: Γιατί η εσωτερική και εξωτερική γυμνότητα αφορά μόνο στα συγκεκριμένα όργανα, σε σημείο ώστε αυτά να αντιμετωπίζονται ως τα πλέον αμαρτωλά και επιλήψιμα, με δεδομένο μάλιστα α) ότι άλλα όργανα, όπως η γλώσσα και οι οφθαλμοί, είναι πολύ πιο επιρρεπή στην αμαρτία από ό,τι εκείνα, β) ότι η ωφελιμότητατων πρώτων είναι πολύ πιο χρήσιμη, αν λάβουμε υπόψη τη συμβολή τους στην κορυφαία ανδρογυνική συνεισφορά στο μυστήριο της ζωής, δηλαδή στην αναπαραγωγή της, και τη μεγάλη σημασία που αποδίδεται από την βιβλική και αγιοπατερική παράδοση στην τεράστια σημασία του έρωτα όχι μόνο στην αναπαραγωγική λειτουργία του αλλά και στην ενοποιητική του δυνατότητα, επειδή είναι αυτός που αποκαθιστά την διασπασμένη από την αμαρτία ενότητα άνδρα και γυναίκας, γι’  αυτό και θεωρείται θεόσδοτος. Επιστρατεύεται έτσι για την αντιμετώπιση της συνέπειας του θανάτου και της εξαφάνισης του ανθρώπινου γένους. Από την άποψη αυτή θα έπρεπε να αξιολογείται ως μέγιστο αγαθό και όχι μέγιστο κακό, κυρίως από όσους μισούσαν εξαιτίας του το γάμο, μεταξύ αυτών και ο διάβολος.

Διευκρινίζεται βέβαια ότι στην Ορθόδοξη βιβλική και αγιοπατερική παράδοση τα γεννητικά όργανα δεν δαιμονοποιούνται για τις παραπάνω λειτουργίες τους αλλά για την αμαρτωλή χρήση τους: την πορνεία, την μοιχεία και την εκτός μέτρου ερωτική επιθυμία. Αμαρτήματα όμως που δεν απομονώνονται από τα λοιπά, παρά την συνήθεια κάποιων να την ταυτίζουν με το λεγόμενο σαρκικό φρόνημα. Η φιληδονία ωστόσο δεν υπάρχει αυτονομημένα από τα επίσης κορυφαία κακά, την φιλαργυρία και την φιλοδοξία, έστω και αν θεωρηθεί ότι βρίσκεται πίσω από όλα αυτά.

Υπάρχει βέβαια και μια άλλη ερμηνεία. Τηνσυγκεκριμένη διήγηση καταγράφει ο Μωυσής όχι ως παρών στο περιστατικό αλλά ως εκφραστής της σχετικής θρησκευτικής και πολιτισμικής του παράδοσης, στην οποία προφανώς η ντροπή, την οποία αισθάνθηκαν και οι πρωτόπλαστοι λόγω της απώλειας της αρχέγονης αθωότητας, συνδεόταν κυρίως με το επίμαχο σημείο του ανθρώπινου σώματος, γι’  αυτό και έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Αυτή η ερμηνεία βασίζεται στην σαφή διάκριση που κάνει η ορθόδοξη ερμηνευτική μεταξύ του περιεχομένου της θεοπνευστίας και του ανθρώπινου παράγοντα που την καταγράφει όχι κατά γράμμα, αλλά χρησιμοποιώντας τα γλωσσικά, θρησκευτικά, επιστημονικά και πολιτισμικά δεδομένα της εποχής. Άρα δεν θα μπορούσε ο Μωυσής να μην λάβει υπόψη την αντίληψη ότι η ντροπή λόγω της γυμνότητας αφορά κυρίως στα γεννητικά όργανα χωρίς να παραβιάζει ή να αγνοεί την θεοπνευστία. Εξάλλου είναι προφανές ότι ο ρόλος και η χρήση των γεννητικών οργάνων δεν ήταν ακόμη γνωστά στους πρωτόπλαστους, αλλά συνιστούν μεταγενέστερη εμπειρία.

Τέλος θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η διαπίστωση της γυμνότητας και η ταύτισή της με τα γενετήσια όργανα οφείλεται αφενός στην αλλαγή του ρόλου τους μετά την ανθρώπινη πτώση, όταν μετατράπηκαν σε μέσα αναπαραγωγής, αλλαγή που με ορατό τρόπο θυμίζει την αμαρτία, και επομένως η κάλυψή τους θα αφορούσε στο σύνολο των συνεπειών της, και αφετέρου στα πάθη που θα συνόδευαν την ερωτική επιθυμία και ορμή.

-Είναι λοιπόν φανερό ότι τα φύλλα συκής δεν εξυπηρετούσαν τόσο την ανάγκη φυσικής προστασίας όσο την απόκρυψη της αμαρτίας και των συνεπειών της. Γι’  αυτό και δεν είχαν κάποια χρήση στον καιρό της αθωότητας και της καθαρής συνείδησης. Η δε γύμνια αποτελούσε τρόπο ύπαρξης της ανθρώπινης φύσης, δηλώνοντας ακριβώς αυτήν την αθωότητα. Η απώλεια της αθωότητας προκάλεσε την ντροπή και επιστρατεύτηκαν τα φύλλα της συκής για την απόκρυψή της. Η γύμνια του σώματος ήταν η μικρότερη από τις συνέπειες της αμαρτίας και εύκολα αντιμετωπίσιμη. Η γύμνια του πνευματικού ανθρώπου ήταν η δυσκολότερη, γιατί δηλώνει την απουσία της κοινωνίας του Θεού, την απώλεια της εσωτερικής αρμονίας, την απομάκρυνση από την αλήθεια και την αγνότητα, την υποδούλωση στις επιθυμίες, την διαστροφή του λογιστικού, του αυτεξούσιου, του κοινωνικού και της κυριαρχικής σχέσης προς το φυσικό περιβάλλον.

-Ωστόσο η εικόνα των φύλλων συκής δεν δηλώνει μόνο την τραγική κατάσταση του ανθρώπου αλλά προοιωνίζει και την αποκατάσταση της γύμνιας με το ένδυμα του Χριστού και την ένδυση του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που οι άνθρωποι βαπτίζονται γυμνοί ή σχεδόν γυμνοί, συμβολίζοντας την γύμνια της αμαρτίας, για να ενδυθούν στη συνέχεια με λευκά ρούχα, σύμβολα του ενδύματος της Χάριτος. Αυτή τον αισιόδοξο συμβολισμό της συνεχούς φροντίδας του Θεού για τον γυμνό από την αμαρτία άνθρωπο παρά την αντίθεη επιλογή του, εκφράζουν και οι δερμάτινοι χιτώνες, οι οποίοι από τη μια πλευρά εκφράζουν και την φροντίδα του φυσικού κόσμου για τον άνθρωπο, και από την άλλη την ετοιμότητα του Χριστού να θυσιαστεί υπέρ του ανθρώπου.

-Την ανεπάρκεια των φύλλων συκής για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της πνευματικής γύμνιας διαπιστώνει και ο Χριστός στην περίπτωση της συκιάς που για την έλλειψη καρπών καταράστηκε. Η ανεπάρκεια οφείλεται συμβολικά στην δυσαρμονία φύλλων και καρπών στο δένδρο που συμβόλιζε τον Ιουδαϊσμό, και ιδιαίτερα την εβραϊκή Συναγωγή. Τα φύλλα από μόνα τους είναι εκφράσεις των τύπων και των λοιπών εξωτερικών στοιχείων του νόμου, που αποσκοπούν στην φιλαρέσκεια, ενώ οι καρποί την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τους τύπους. Είναι άλλωστε και ο λόγος που ξεράθηκε, επειδή η έλλειψη πνευματικών καρπών δηλώνει αφενός επιφανειακή και επίπλαστη πίστη και αφετέρου προβλήματα στις ρίζες των δένδρων, δηλαδή την έλλειψη ουσιαστικής δικαιοσύνης.

-Δείγμα της αμφισημίας στη χρήση των όρων είναι και η αναφορά του Χριστού στην εσχατολογική λειτουργία των φύλλων της συκής, όταν έλεγε πώς, όταν δείτε τα κλαδιά της να γίνονται απαλά και να βγάζουν φύλλα να γνωρίζετε ότι το θέρος, δηλαδή η Δευτέρα Παρουσία, είναι κοντά (Ματθ. 24, 32 εξ.).

-Η εικόνα των φύλλων συκής δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο θεολογικά και ηθικά, αλλά και τεχνο-λογικά: στην θρησκευτική ακόμα και στην κοσμική τέχνη, στην απεικόνιση γυμνών ανθρώπων σε αγάλματα και πίνακες, σε αντίθεση προς την ελληνική αρχαιότητα που προτιμούσε το γυμνό. Στην μεν θρησκευτική τέχνη επιλέγεται άλλοτε η κάλυψη των γεννητικών οργάνων, ιδιαίτερα στην ρωμαιοκαθολική τέχνη,  και άλλοτε η από-κάλυψη, όπως συμβαίνει στην τέχνη των προτεσταντών. Σε κάθε περίπτωση τα φύλλα συκής χρησιμοποιούνται ως σύμβολα της σεμνότητας, γι’  αυτό και κάποια εποχήεπιχειρήθηκε ακόμα και η εκ των υστέρων κάλυψη γυμνών πινάκων, ή και η καταστροφή τους,  στο όνομα της αποκατάστασης της σεμνότητας, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως πουριτανισμός.

-Σήμερα ο όρος «φύλλα συκής» χρησιμοποιείται για τον αποτροπιασμό απέναντι σε ντροπιαστικά λόγια και θεάματα, και γενικότερα αντί του «ντροπή σας». Χρησιμοποιείται ακόμη για να περιγράψει τα επιφανειακά, ατελή και ανεπαρκή μέτρα για την επίλυση σοβαρών προβλημάτων, ιδιαίτερα στο χώρο της Πολιτικής, καθώς και την προσπάθεια για συγκάλυψη και εξαπάτηση των πολιτών.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, για μια ακόμα φορά η φύση απευθύνεται σε μας προκλητικά, πιέζοντάς μας να αναχωρήσουμε από την επιφανειακή θέα των ανθρώπινων πραγμάτων και να αναζητήσουμε μέσα από τον αναστοχασμό το βάθος τους.