(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αθανασίου Αλεξανδρείας του Μεγάλου
Λόγος β’
Περί ενανθρωπήσεως
24. Όσα και άλλοι θα ηδύναντο να έχουν ειπή, είνε ανάγκη να τα προβάλωμεν, διά να αντικρούσωμεν τας κατηγορίας. Ίσως κανείς θα έλεγε και το εξής· Εάν ο θάνατός του έπρεπε, να συμβή ενώπιον όλων και να αποδεικνύεται διά μαρτύρων διά να γίνη πιστευτός ο λόγος της αναστάσεως, έπρεπε τουλάχιστον να επινοήση ένδοξον θάνατον διά τον εαυτόν του και να αποφύγη οπωσδήποτε την ατιμίαν του σταυρού.
Αλλ’ εάν και τούτο το είχε κάνει, θα επροξένει εναντίον του υπόνοιαν, ότι δεν έχει ισχύν εναντίον παντός είδους θανάτου, αλλά μόνον εναντίον του θανάτου που επενοήθη δι’ αυτόν· και δεν θα ήτο πάλιν μικροτέρα η δικαιολογία ν’ απιστήσουν εις την ανάστασιν. Διά τούτο δεν ώρισεν αυτός τον θάνατον του σώματός του, αλλ᾽ άλλοι τον επέβαλον, ώστε τον θάνατον που αυτοί θα παρουσίαζον εις τον Σωτήρα, τούτον αυτός να εξαφανίση.
Ένας π.χ. γενναίος παλαιστής, που είνε σπουδαίος εις την φρόνησιν και εις την ανδρίαν, δεν εκλέγει ο ίδιος τους αντιπάλους του, διά να μη προκαλέση την υποψίαν ότι είνε δειλός, αλλ’ αφήνει την εκλογήν εις την εξουσίαν των θεατών (και μάλιστα όταν τυγχάνη αυτοί να είνε εχθροί), διά να πιστεύσουν, ότι είνε ισχυρότερος από όλους, αφού θα κατασυντρίψη όποιον αυτοί θα φέρουν διά να συγκρουσθή.
Έτσι και η ζωή των πάντων, ο Κύριος και Σωτήρ μας, ο Χριστός, δεν επενόησεν ο ίδιος τον θάνατον του σώματός του, διά να μη φανή ότι φοβείται άλλον θάνατου, αλλ’ εδέχθη και υπέφερεν επάνω εις τον σταυρόν, τον θάνατον που άλλοι και μάλιστα οι εχθροί του επενόησαν, τον οποίον εκείνοι εθεώρουν φοβερόν και ατιμωτικόν και αποκρουστικόν ώστε να τον πιστεύσουν ότι αυτός είνε η ζωή και να καταργηθή τελείως η δύναμις του θανάτου.
Συνέβη λοιπόν κάτι αξιοθαύμαστον και παράδοξον· ο θάνατος δηλαδή που του επέβαλον και τον οποίον εθεώρουν ατιμωτικόν, αυτός ήτο σύμβολον νίκης εναντίον του ιδίου του θανάτου. Διά τούτο ούτε τον θάνατον του Ιωάννου υπέστη δι’ αποκοπής της κεφαλής, ούτε επριονίσθη όπως ο Ησαΐας διά να φυλάξη αδιαίρετον και ολόκληρον το σώμα και εις τον θάνατον, και να μη ευρίσκουν αφορμάς εκείνοι που θέλουν να διαιρούν την Εκκλησίαν.
25. Και αυτά μεν προς τους μη Χριστιανούς οι οποίοι συνεχώς επιστρατεύουν επιχειρήματα. Εάν όμως και κάποιος από ημάς, όχι με σκοπόν φιλονικίας αλλ’ από φιλομάθειαν, ζητεί να μάθη διατί δεν απέθανε με άλλον τρόπον, αλλά με τον σταυρόν, ας ακούση και αυτός ότι δεν μας συνέφερε με κανένα άλλον τρόπον παρά μόνον έτσι, και καλώς εσταυρώθη ο Κύριος προς χάριν μας.
Αφού ήλθε να φορτωθή την εναντίον μας επιβληθείσαν κατάραν, διά ποίου άλλου τρόπου θα εγένετο κατάρα, εάν δεν εδέχετο τον θάνατον, ο οποίος επενοήθη διά τους κατηραμένους; Αυτός ο θάνατος είνε ο σταυρός, διότι έτσι έχει γραφή· «Επικατάρατος ο κρεμάμενος επί ξύλου» (Δε 21, 23-Γα 3, 13).
Έπειτα, εάν ο θάνατος του Κυρίου είνε το λύτρον όλων και διά του θανάτου αυτού διαλύεται στο μεσότοιχον του φραγμού» (Εφ 2, 14) και επιτυγχάνεται το κάλεσμα των εθνών, πώς θα μας επροσκάλει, εάν δεν εσταυρώνετο; διότι μόνον επάνω εις τον σταυρόν αποθνήσκει κανείς με απλωμένα χέρια.
Δι’ αυτό έπρεπε και τούτο να το υπομείνη ο Κύριος και να απλώση τα χέρια, ώστε να ελκύση με το ένα τον παλαιόν λαόν και με το άλλο τους εθνικούς και να συνενώση και τους δύο εις τον εαυτόν του. Αυτό και ο ίδιος το είπε, δεικνύων διά ποίου θανάτου επρόκειτο να λυτρώση όλους. «Όταν υψωθώ, λέγει, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν» (Ιω 12, 32).
Και πάλιν ο εχθρός μας, ο διάβολος, εξέπεσεν από τον ουρανόν και περιφέρεται εδώ κάτω εις τον αέρα, και εκεί κυβερνά τους δαίμονας που είνε μαζί του και είνε όμοιοι με αυτόν εις την ανταρσίαν· με αυτούς ενεργεί φαντάσματα εις όσους εξαπατώνται και επιχειρεί να εμποδίση εκείνους που ανέρχονται· και περί αυτού ο απόστολος λέγει· «Κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της απειθείας» (Εφ 2, 2).
Και ο Κύριος ήλθε, διά να νικήση τον διάβολον, να καθαρίση τον αέρα και να μας ανοίξη δρόμον διά την άνοδόν μας εις τους ουρανούς, όπως είπεν ο απόστολος· «διά του καταπετάσματος, τούτ᾽ έστι της σαρκός αυτού» (Εβ 10, 20), και αυτό έπρεπε να γίνη διά του θανάτου· αλλά με ποίον άλλον θάνατον θα εγίνοντο αυτά, αν όχι με τον θάνατον που συντελείται εις τον αέρα, δηλαδή με τον σταυρόν; Διότι εις τον αέρα αποθνήσκει μόνον αυτός που θυσιάζεται διά του σταυρού.
Διά τούτο φυσικά εσταυρώθη ο Κύριος. Διότι υψωθείς εκαθάριζε τον αέρα από κάθε διαβολικήν και δαιμονικήν επιβουλήν λέγων· «Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν πεσόντα» (Λκ. 10, 18). Αλλά και διήνοιγε και ανενέωνε την οδόν που οδηγεί άνω εις τον ουρανόν, λέγων πάλιν· «Άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι» (Ψα 23, 7).
Ο Λόγος ο ίδιος δεν είχεν ανάγκην να του ανοίξουν τας πύλας, διότι αυτός είνε Κύριος όλων· ούτε ήτο κλεισμένον διά τον δημιουργόν κάτι από τα δημιουργήματα· αλλ᾽ ημείς είχομεν ανάγκην, τους οποίους έφερεν επάνω εις το σώμα του. Διότι όπως προσέφερε το σώμα του εις τον θάνατον υπέρ πάντων, έτσι με το σώμα του πάλιν άνοιξε την άνοδον προς τους ουρανούς.
Απόσπασμα από το βιβλίο Αθανασίου Αλεξανδρείας του Μεγάλου «Άπαντα τα έργα, τόμος 1, Απολογητικά», εισαγωγή Παναγιώτης Χρήστου κείμενο, μετάφραση, σχόλια Στέργιος Σάκκος.