(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Τα χρόνια της κατοχής, ένα πλοίο που ταξίδευε στη Μεσόγειο, βρέθηκε μέσα σε μια φοβερή θαλασσοταραχή και κινδύνευε να βυθιστεί. Ο καπετάνιος, βλέποντας πως δεν υπήρχε πιά καμιά ελπίδα σωτηρίας, έδωκε διαταγή να εγκαταλείψουν το πλοίο.
Ο φόβος και ο πανικός άρχισε να περονιάζει τους ναύτες. Τα νερά είχαν αρχίσει να κατακλύζουν το σκάφος. Το τέλος δεν θ’ αργούσε να σημάνει.
Έρριξαν τις σωσίβιες λέμβους στη θάλασσα κι ο καπετάνιος κατέβηκε να πάρει το ημερολόγιο του καραβιού.
Εκεί που κατέβηκε, βλέπει έναν ασπρογένη γέροντα να κάθεται ατάραχος. Τον πήρε για λαθρεπιβά τη, μια που το καράβι δεν είχε ιερέα, και τον ρωτάει: «Τι θέλεις εσύ εδώ»;
Ο Γέροντας του απαντά γαλήνια: «Μη φοβάσαι. Δεν θα πάθει κανείς σας τίποτε. Πες σε όλους να γυρίσουν στο πλοίο».
Ο πλοίαρχος ρωτάει με απορία: «Και πώς το γνωρίζεις εσύ, πώς δεν θα πάθου με κακό, Εδώ πνιγόμαστε»!
Τότε ο γέροντας τον καθησυχάζει. «Εγώ, παιδί μου, είμαι από την Αίγινα, και στο πλοίο σου έχεις πολλούς που με γνωρίζουν. Τώρα, λοιπόν, πήγαινε να πάρεις το καντήλι του αγίου Νικολάου που έχεις μέσα, και να το ρίξεις στη θάλασσα».
Ο καπετάνιος, τρέχει αμέσως, αρπάζει το καντήλι του Αη-Νικόλα και το πετάει στη θάλασσα. Και τότε έγινε το θαύμα, η ταραχή της θάλασσας κόπηκε, σαν με το μαχαίρι κ’ έγινε μεγάλη νηνεμία και γαλήνη.
Φωνάζει τότε ο πλοίαρχος, όσους ήταν από την Αίγινα και τους ρωτάει, ποιον Άγιο έχουνε στην Αίγινα, που κάνει τέτοια θαύματα, Κ’ εκείνοι μ’ ένα στόμα του απαντούν. «Τον άγιο Νεκτάριο»!
Κι ο καπετάνιος συγκινημένος τους λέγει: «Ξέρετε, ο άγιος Νεκτάριος ήρθε στο πλοίο μας, είναι μέσα».
Σταυροκοπήθηκαν όλοι και πήγαν να τον ιδούν, μα ο άγιος είχε φύγει, μετά το θαύμα που έκαμε για να τους σώσει.
Από το βιβλίο του Παντελή Πάσχου, η «Δρόσος του πνεύματος».