(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Του εν Αγίοις ημών πατρός ημών Ανδρέου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου,
Εγκώμιον εις τον Άγιον του Χριστού Μεγαλομάρτυρα Γεώργιον τον Τροπαιοφόρον,
μεταφρασθέν εις κοινήν διάλεκτον (υπό Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου)
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/04/agios-georgios-kai-tora-men-efonaze-ton-enthousiastikon-ekeinon-logon-tou-theoforou-ignatiou-o-emos-eros-estavrotai/
Διά τι, καθώς εκείνοι επλήγωναν τον Γεώργιον, έτζι και ο Γεώργιος με την υπομονήν του και καρτερίαν ενίκα τους τούτον πληγώνοντας, εις τρόπον οπού εκείνοι εβασανίζοντο περισσότερον, επειδή δεν εδύνοντο να νικήσουν την γνώμην του, παρά οπού ο Μάρτυς εβασανίζετο.
Όθεν προστάζουν να κτυπηθή με σιδηρούν κοντάρι ο Άγιος. Αλλά ο σίδηρος του κονταρίου, ωσάν να ήτον μολύβι, εγύρισεν οπίσω ελέγχων την αγνωσίαν τους. Αποτυχόντες δε τούτου, ευρίσκουν άλλην τιμωρίαν διά να τιμωρίσουν το μάρτυρα. Και βάλουσιν επάνω της κοιλίας του μίαν πέτραν μεγαλωτάτην, και εις το ξύλον τους πόδας του ασφαλίζουσιν.
Αφ’ ου δε με άλλας πολλάς και δεινάς τιμωρίας επαίδευσαν τον Άγιον, τέλος πάντων, όταν ήτον σχεδόν αποκαμωμένος, τον τιμωρούν με την σκληροτέραν βάσανον, διά τι βάλλοντες τον Μάρτυρα επάνω εις τροχόν, οπού είχε πηγμένα πανταχόθεν μαχαίρια, ενόμιζον με την τιμωρίαν ταύτην να νικήσουν του γενναίου την ένστασιν.
Εις τούτον λοιπόν τον τροχόν, εσφίγγετο μεν η μέση του Αγίου, και σχεδόν ωσάν του σκορπίου εγίνετο, με την εναντίαν δε κίνησιν του τροχού, εστενοχωρείτο η αναπνοή του και τα μεν άρθρα και μέλη του σώματος του εύγεναν από τον τόπον τους, αι σάρκες του δε κατεκόπτοντο από τα τριγύρω όντα μαχαίρια, ακολούθως δε και τα αίματα έτρεχον ποταμηδόν, και το έδαφος εκοκκίνιζεν, εις τρόπον οπού νομίσαντες οι ασεβείς ότι ενεκρώθη τελείως, τον αφήκαν ούτως επάνω του τροχού, και με φωνάς ευχαρίστουν τους θεούς των και δαίμονας αλλά περισσότερον εντράπησαν, αφού είδον μετά ολίγην ώρα σώον και υγιή, τον υπ’ αυτών ως νεκρόν λογιζόμενον.
Ο γαρ Χριστός, ο αληθινός Θεός και Σωτήρ η ζωή των απάντων ελύτρωσεν από τον τροχόν τον γενναίον του αθλητήν. Ιάτρευσε τας πληγάς του, και τους φυλάττοντας αυτόν στρατιώτας, εφόβισε και εδίωξεν. Όθεν ο Γεώργιος αγαπώντας να πάθη περισσότερα βάσανα, δρομαίος πάλιν εις τους ασεβείς επαρρησιάζετο, με λόγια και με έργα κηρύτων του Χριστού την ανίκητον δύναμιν, επειδή τη αληθεία ήτον να ίδη τινάς θέαμα φοβερόν ομού και παράδοξον.
Το οποίον και τους πιστούς εστήριζεν εις την πιστήν του Χριστού περισσότερον, και των απίστων τα στόματα έφραζε. Βλέποντες λοιπόν οι πεπλανημένοι τον Άγιον υγιή, εξεπλάγησαν μεν εις το ενέλπιστον αυτό θέαμα, και επληροφορούντο, ότι άλλος δεν είναι ει μη ο πρώην λογιζόμενος.

Αντί όμως να μετανοήσουν, και να αφήσουν την πλάνην τους, αυτοί με χειρότερα βάσανα τον αθλητήν της αληθείας επαίδευον, καταχώσαντες αυτόν ως μαργαρίτην πολύτιμον, μέσα εις εξάπτουσαν άσβεστον. Και εδώ κατά αλήθειαν, άπιστον φαίνεται εις τους πολλούς διά την υπερβολήν, το θαυμάσιον οπού ηκολούθησε.
Πώς γαρ το φυσικώς ων ευκολόφθαρτον σώμα μέσα εις τοιούτον λαύρον, και καυστικόν της ασβέστου βρασμόν, καν εις ολίγον διέμεινε;
Πώς δε και αυταίς αι λεπτοτάταις τρίχες του σώματος, έμειναν παντελώς απυρίκαυσταις;
Ή πώς το ζώον οπού με την αναπνοήν του λεπτού αέρος έχει την φυσικήν του ζωήν, εκρύβη μεν μέσα εις την παχείαν και κολλητικήν ύλην της ασβέστου, και εστερήθη από την αναπνοήν, δεν εστερήθη δε και από την ζωήν; Εάν όμως εις τούτο τινάς απορή και διστάζη, ας ενθυμηθή, πως ο προφήτης Ιωνάς διαμείνας μέσα εις την θερμοτάτην κοιλίαν του κήτους τρεις ολοκλήρους ημέρας και νύκτας, εξεράσθη ολόκληρος.
Πώς ο Ιερεμίας εις τον λάκκον του βορβόρου καταχωθείς, αβλαβής εφυλάχθη;
Πώς δε και οι τρεις παίδες εις το μέσον της καιομένης καμίνου λεπτόν αναπνέοντες αέρα, αβλαβείς εφυλάχθησεν;
Και τα μεν δεσμά κατεκάησαν, αι δε τρίχες τούτων ακαύσταις έμειναν;
Ταύτα και άλλα παρόμοια θαύματα, όσα ο μεγαλόδοξος ειργάσατο Κύριος εις κάθε γενεάν διά των δούλων και φίλων του, οποίος συλλογισθή, θέλει ομολογήση και το εις τον Γεώργιον τούτο θαύμα ως αναμφίβολον, και πιστεύσας θέλει ειπή το του Δαβίδ όντως θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού. Και αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του υψίστου. Η του Θεού γαρ θέλησις, φύσις εις τα κτίσματα γίνεται.
Αλλά ο χρόνος δεν θέλει με φθάσει, η μάλλον ειπείν, ο λόγος μου δεν θέλει αρκέσει διά την αμάθειάν μου, χωριστά χωριστά εάν θελήσω να απαριθμώ, και το είδος, και το σχήμα, και τον οδυνηρότατον και ανυπόφορον πόνον της κάθε βασάνου, με την οποίαν οι αιμοβόροι εκείνοι κύνες τον Άγιον ετιμώρισαν, τόσον παρρησία και φανερά εις το θέατρον όσον και κρυφά, μέσα εις τας φυλακάς και τα δεσμωτήρια, αλλ’ ούτε ημπορώ διά λόγου να παραστήσω τόσον την απάνθρωπον σκληρότητα και θηριωδίαν των τυραννούντων τον αθλητήν, όσον και του αθλητού το καρτερικόν εν ταίς βασάνοις ταύταις και μεγαλόψυχον.
Και πώς εις κάθε βάσανον οπού ελάμβανεν, επληρούτο αληθώς εις αυτόν εκείνο το αποστολικόν λόγιον, ως αποθνήσκοντες, και ιδού ζώμεν αλλ’ ούτε δύναμαι να φανερώσω καθώς πρέπει τας νυκτερινάς και ημερινάς του Μάρτυρος προσευχάς, με τας οποίας ικέτευε μεν και παρεκάλει τον Θεόν, διά να του βοηθήση εις τα μέλλοντα βάσανα, ευχαρίστει δε αυτόν διά την εις τα απερασμένα δύναμιν αυτού και βήθειαν.
Ποίος δε κάλαμος να περιγράψη την των ειδώλων αθρόαν συντριβήν, και αυτών των δαιμόνων την θρηνώδη φωνήν; με την οποία φανερώς εκήρυττον, ότι αυτοί δεν είναι θεοί, εις αισχύνη των αυτούς προσκυνούντων και όνειδος.
Συνεχίζεται
Από: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/egkwmion_eis_ton_agion_gewrgion.htm
Εδημοσιεύθη εις τον επετειακό τόμο προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου τον οποίο εξέδωσε ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαδάκης (Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας της Κρήτης) και φέρει τον τίτλο: «Χρυσοστόμου Παπαδάκη του Κρητός, Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου Υμνογραφικά και Εγκωμιαστικά επί τη συμπληρώσει 1700 ετών από της μαρτυρικής τελειώσεως αυτού 303-2003 μ.Χ. Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού. Αθήνα 2003, σ. 672-684.