Με το Σάββατο του Λαζάρου, ουσιαστικά τελειώνει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και μπαίνουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα, η οποία είναι ο κατεξοχήν καιρός όπου η Εκκλησία μας εισάγει στον θαυμαστό κόσμο του Χριστού. Ο κόσμος Του αυτός δεν είναι εκ του κόσμου τούτου· είναι έτερος, θειος, απερίγραπτος. Και για να μπούμε σε αυτόν, πρέπει να πλησιάσουμε τον νυφώνα Του με τις καρδιές μας ζωντανές και ανοιχτές, με το κατάλληλο ένδυμα της χάριτος και του αγιασμού, που επιτελούμε την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Τότε επιστρέφουμε όλοι στον οίκο του Πατρός, που είναι η καρδιά μας. Δυστυχώς, είμαστε τόσο αδύναμοι και φτωχοί, ώστε εύκολα φεύγουμε από τον οίκο του Πατρός μας, εύκολα διασκορπίζεται το είναι μας έξω από την καρδιά μας. Όμως έξω από την καρδιά του, ο άνθρωπος είναι και τυφλός και κωφός για την αποκάλυψη του Θεού. Δεν μπορεί ούτε να δει, ούτε να ακούσει Χριστό.
Μετά την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, η Εκκλησία φέρνει μπροστά μας τους καρπούς της σταυρικής ζωής που είναι η οσιότητα. Ο πρώτος Όσιος που εορτάσαμε την προηγούμενη Κυριακή ήταν ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ο οποίος ήταν ένας άνθρωπος εκλεγμένος από τον Θεό εκ κοιλίας της μητρός αυτού, ανέγγιχτος από τον κόσμο, εφόσον από μικρό παιδί πήγε στο μοναστήρι. Γι’ αυτό η μορφή του μπορεί κάποιους ανθρώπους να τους ρίξει την απόγνωση, γιατί βλέπουν τόση απόσταση ανάμεσα στη ζωή του και στη δική τους, που πέφτουν στον πειρασμό ότι το Ευαγγέλιο του Χριστού ίσως δεν είναι για εμάς.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η Εκκλησία φέρνει μια άλλη οσιακή μορφή τελείως αντίθετη, την αγ. Μαρία την Αιγυπτία. Ο Θεός την έβγαλε από τον λάκκο της ζωής των παθών και την έκανε έναν επίγειο άγγελο. Στο πρόσωπό της βλέπουμε πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει αχειροποίητος ναός του Θεού. Εμείς χτίζουμε ναούς, όπου η παρουσία του Θεού είναι πιο συγκεντρωμένη. Αλλά ο σκοπός που ερχόμαστε στον ναό είναι να γίνει η ίδια η καρδιά μας ναός του Θεού.
Ο Θεός όταν έπλασε τον Αδάμ, όλη η γη ήταν Παράδεισος. Αλλά η Εδέμ ήταν ο τόπος όπου ο Αδάμ ιδιαίτερα προσομιλούσε με τον Θεό και όπου η παρουσία του Θεού ήταν πιο συμπυκνωμένη. Μετά την πτώση, όμως, αν δεν συγκρατούσε ο Θεός την κτίση, όλα τα στοιχεία της φύσης θα στρέφονταν εναντίον του Αδάμ και θα τερμάτιζαν τη ζωή του. Τώρα, ο ναός ο άγιος στον οποίο προσερχόμαστε όλοι, είναι μια άλλη Εδέμ μέσα στον κόσμο που ζούμε. Όπως λέει ο άγιος Φιλάρετος της Μόσχας, επειδή ο ουρανός του Θεού είναι για μας απροσπέλαστος και δεν μπορούμε να ατενίσουμε το φως του με τα μάτια μας, ο Χριστός έπηξε την Εκκλησία Του στη γη σαν ένα μικρό ουρανό, μέσα στον οποίο το Φως Του γίνεται προσιτό σε μας.
Γιατί αποκαλείται ο νους του ανθρώπου θυσιαστήριον; Μπορεί ο άνθρωπος με τον νου του να επιτελέσει θυσία; Βέβαια μπορεί, όταν συνεχώς τον στρέφει και τον εμβαπτίζει στο καμίνι της καρδιάς και δεν τον αφήνει να βρει παρηγοριά ψεύτικη και φθαρτή σε τίποτε αυτού του κόσμου. Με τον νου και την καρδιά μας σωζόμαστε, με τον νου και την καρδιά μας εργαζόμαστε τη δική μας κόλαση.
Όταν ο άνθρωπος βαπτίζει συνεχώς τον νου του μέσα στην καρδιά του, τότε συνεχώς επιτελεί το θαύμα της ανταλλαγής ζωής με τον Θεό. Η ανταλλαγή αυτή δεν γίνεται μόνο στη Λειτουργία. Όλη η ζωή των Αγίων ήταν ένας διαρκής διάλογος, μια κίνηση ανάμεσα σε δυο πόλους∙ εκείνοι με τη μετάνοιά τους, συνεχώς έλεγαν στον Θεό: «τα Σα εκ των Σών, σώσον ημάς, Κύριε», και ο Θεός συνεχώς ανταποκρινόταν μέσα στην καρδιά τους αγαπητικά και παρακλητικά και πατρικά: «τα Άγια τοις Αγίοις». Θα διαβάσουμε λίγες σκέψεις για το θέμα, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει ναός του Θεού.
Ο πρώτος ναός του Θεού στη γη ήταν ο ίδιος ο Παράδεισος, όπου ο πρώτος Αδάμ προσομιλούσε με τον Θεό και ζούσε μέσα στην άκτιστη Παρουσία Του. Από τότε όμως που ο άνθρωπος με την πτώση του κατέστρεψε την εικόνα του Θεού μέσα του και έπαυσε να είναι ζωντανός ναός του Θεού, η ανάγκη για έναν ορατό, κτιστό μεν, αλλά και αγιασμένο ναό του Θεού, έγινε φανερά πιο αισθητή.
Έπειτα από την πτώση, τόσο η κτίση όσο και το φθαρτό ανθρώπινο σώμα εμποδίζουν τη φανέρωση της ευλογημένης Βασιλείας του Θεού. Οι ουρανοί δεν ανοίγουν πλέον για τον άνθρωπο και δεν αποκαλύπτουν τη δόξα του Θεού· έκτοτε χρειαζόμαστεκάποιον «μικρό ουρανό» πάνω στη γη, όπου σκηνώνει το Φως του Χριστού, έστω και συγκεκαλυμμένα. Αυτό ακριβώς το βρίσκουμε στον Ιερό Ναό του Θεού, μέσω της προσευχής, του Λόγου του Θεού και των Μυστηρίων. Ο Χριστός με την επιδημία Του σε αυτόν τον κόσμο και την ἀπαράμιλλη θυσία της άχραντης Σάρκας Του, ευδόκησε να πήξει πάνω στη γη την πνευματική κιβωτό της Εκκλησίας, τον προθάλαμο της Ουράνιας Βασιλείας. Ο ναός είναι τόπος καθαγιασμένος με τη θεια Χάρη. Είναι η ιερή μήτρα που διαμορφώνει Αγίους· τους κάνει ναούς του ζώντος Θεού (Β’ Κορ. 6,16).
Η Θεία Λειτουργία, κατά τον γέροντα Σωφρόνιο, είναι η θεία πράξη που αγκαλιάζει την κτιστή και άκτιστη πραγματικότητα, τον χρόνο και την αιωνιότητα. Στη Λειτουργία προβάλλεται συνεχώς ενώπιόν μας η νίκη του Χριστού επί του θανάτου. Στην αναίμακτη θυσία κυριαρχεί η πληγή του Κυρίου, από την οποία ρέει εις το διηνεκές το Αίμα Του, που λυτρώνει από τις αμαρτίες, καθαρίζει τα παραπτώματα και χορηγεί αφθαρσία.
Ακούμε στον Ακάθιστο Ύμνο: «Ξενωθώμεν του κόσμου, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες». Ο κατεξοχήν τόπος της μεταθέσεως του νου μας στον Ουρανό είναι η Αγία Αναφορά. Σε αυτήν ο νους μας αποσυνδέεται πλήρως από τη γη που μας βαραίνει και μας δένει με σιδερένιες αλυσίδες. Ο σκοπός της Θειας Λειτουργίας είναι να μας μεταδώσει αιωνιότητα -δηλαδή τον Χριστό- να Τον γνωρίσουμε και να ενωθούμε αχώριστα μαζί Του.
Με τα τριάκοντα αργύρια, που έλαβε ο Ιούδας, αγοράσθηκε ο «αγρός του κεραμέως», που μετονομάσθηκε σε «χωρίον αίματος», εκπληρώνοντας την προφητεία εκείνης της εποχής (Πράξ. 1,19). Αγοράστηκε με φρικτό τίμημα, ωστόσο, παρέμεινε ερημωμένο· κανείς δεν κατάφερε να σπείρει τίποτε σε αυτό. Αυτό ισχύει και για τις δικές μας καρδιές· αντί να γίνουν αγρός του Θεού, γίνονται σαν τον «αγρόν του κεραμέως», καταραμένη γη που βγάζει μόνον αγκάθια. «Γη γαρ η πιούσα τον επ’ αυτής ερχόμενον πολλάκις υετόν και τίκτουσα βοτάνην εύθετον εκείνοις δι’ ους και γεωργείται, μεταλαμβάνει ευλογίας από του Θεού· εκφέρουσα δε ακάνθας και τριβόλους, αδόκιμος και κατάρας εγγύς, ής το τέλος εις καύσιν» (Εβρ. 6,7-8).
Στη Λειτουργία υπάρχει ένας αόρατος καθρέπτης στον οποίο κρίνουμε την κατάστασή μας και ενδοσκοπούμε στα κρύφια της καρδιάς μας. Διαπιστώνουμε ότι είμαστε πληγωμένοι από τα πάθη και τη φτώχεια μας. Συνειδητοποιούμε την πικρή αλήθεια ότι το θέλημά μας είναι διεφθαρμένο και αδυνατούμε να ξεφύγουμε από «τον θανάσιμο εναγκαλισμό» της φιλαυτίας μας. Οι ημέρες της ζωής μας παρέρχονται και αποκτά μεγαλύτερη επιτακτικότητα το ζήτημα να μην εγκαταλείψουμε αυτή τη ζωή στην καρδιά ενός βαθύ χειμώνα (Μάρκ. 13,18).
Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός υποσχέθηκε στον Μωϋσή ότι θα οδηγήσει τον λαό Του σε γη «ρέουσα γάλα και μέλι». Αφότου ο Ισραήλ ελευθερώθηκε από τη δουλεία των Αιγυπτίων, περιπλανιόταν για σαράντα χρόνια στην έρημο. Στα σύνορα της Γης της Επαγγελίας ο Κύριος τους διέταξε να αποστείλουν κατασκόπους, για να δουν την ωραιότητά της. Οι κατάσκοποι επέστρεψαν φέρνοντας μεγάλα σταφύλια, γεμάτα χυμό. Μόλις ο Ισραήλ είδε τους καρπούς, πήρε θάρρος και τόλμη να εισέλθει στη Γη της Επαγγελίας. Στη Λειτουργία μας δίδεται το προνόμιο να γίνουμε «κατάσκοποι» της ζωής του Θεού. Η Λειτουργία γίνεται για εμάς ένα παράθυρο στην αιωνιότητα, από όπου ατενίζουμε τους καρπούς της. Και μόλις δούμε την «ευφορία», τον πλούτο της ζωής του Θεού μας, τότε σπεύδουμε με χαρά προς την Ημέρα του ένδοξου ερχομού Του.

Ερώτηση: Ποια είναι η πιο δυνατή προσευχή της Θειας Λειτουργίας;
Αρχιμανδρίτης Πέτρος: Εξαρτάται από την κατάσταση του ανθρώπου. Εκείνος που εργάζεται συνεχώς πάνω στην καρδιά του, είναι φοβερό από ποιους λόγους μπορεί να πιαστεί και να τους κάνει τέτοια καθαρά προσευχή, που ο κόσμος μένει πίσω. Γι’ αυτόν, όλες οι στιγμές είναι ιερές. Βεβαίως, σε κάποιες στιγμές της Λειτουργίας συμπυκνώνεται η Παρουσία του Θεού. Για παράδειγμα, κατά την Προσκομιδή είναι καλό όλοι να μνημονεύουμε ονόματα δικών μας ανθρώπων∙ μετά τη Μεγάλη Είσοδο είναι σαν μπαίνει όλο το εκκλησίασμα μέσα στα Άγια των Αγίων.
Επίσης, φοβερή ώρα είναι μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, όταν «τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω προσομιλεί». Οι Πατέρες λένε ότι όποια προσευχή πούμε εκείνη τη στιγμή, είναι σαν χίλιες προσευχές. Η Λειτουργία έχει στάδια. Η μικρή Είσοδος είναι ένας τύπος της ζωής του Χριστού πάνω στη γη, όταν εμπεριπατούσε ανάμεσα στον λαό Του και δίδασκε με τον λόγο Του. Ο άγιος Μάξιμος λέει ότι η ανάγνωση του Ευαγγελίου είναι κρίση των καρδιών μας. Κατά την επίγεια ζωή του Χριστού, ο λόγος Του και οι δράσεις Του ήταν κρίση για τους γύρω Του, σαν ένα μαχαίρι που τους χώριζε σε δυο κατηγορίες: στους φαρισαίους και στους τελώνες, στους εννέα αγνώμονες λεπρούς και τον ένα ευγνώμονα λεπρό.
Η Λειτουργία μας περνά μέσα από την κρίση του λόγου της Γραφής, με τα αναγνώσματα από τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο και έτσι, μας δίνει τύπο πως να προετοιμαζόμαστε για το Μυστήριο. Βάζουμε τον εαυτό μας στο φως του θειου λόγου, ώστε να βρούμε τροφή για μετάνοια, με την οποία μπαίνουμε στην πιο ιερή στιγμή, στην Αγία Αναφορά και τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.
Ο απόστολος Παύλος λέει ότι κάθε κτίσμα «αγιάζεται διά λόγου Θεού και εντεύξεως» (Α’ Τιμ. 4,5). Όταν ο άνθρωπος μάθει να κρίνει τη ζωή του στο φως του λόγου του Θεού και να τον κάνει προσευχή, αυτό επιφέρει αγιασμό και ανοίγει την είσοδο στην καρδιά της Λειτουργίας, στην Αγία Αναφορά. Αυτός που έχει προσευχηθεί με μετάνοια, μπορεί να λέει τα λόγια των προσευχών με απλότητα που σκανδαλίζει, αλλά επειδή έχει ετοιμάσει από πριν χώρο στην καρδιά του, ο ίδιος συνδέεται αμέσως με τους λόγους αυτούς. Ο Απόστολος λέει ότι εάν κρίνουμε τους εαυτούς μας δεν θα κριθούμε (Α’ Κορ. 11,31) και γι’ αυτόν που κρίνει τον εαυτό του στο ταμείο του, η Λειτουργία δεν είναι πλέον κρίση, αλλά ανταπόδοση του Θεού Πατέρα, η άφθαρτη παρηγοριά Του, ένας άλλος παράδεισος τρυφής.
Ερώτηση: Πως μπορούμε να κάνουμε την καρδιά μας θυσιαστήριο;
Αρχιμανδρίτης Πέτρος: Είναι η χάρη του Θεού που επιτελεί το έργο αυτό. Πρέπει πρώτα η καρδιά να ανοίξει στη Θεια χάρη, η οποία επιτελεί το έργο αυτό. Για να γίνει αυτό, πρέπει ο άνθρωπος να ταπεινωθεί, να ακολουθήσει την καθοδική οδό του Χριστού. Τότε η χάρη καθιστά την καρδιά μας θυσιαστήριο, με την έννοια ότι μέσα στην καρδιά επιτελείται μια ανταλλαγή ζωής με τον Θεό. Όμως, ὅ,τι και να θυσιάσουμε δεν είναι αντάξιο αυτού που ο Θεός μας χαρίζει, που είναι η ίδια η ζωή Του. Δεν είναι καθόλου δίκαιη ή ίση αυτή η ανταλλαγή, είναι παράλογη, αλλά την επιτελεί ένας Θεός που είναι Πατέρας. Επιζητεί μια αφορμή για να εισέλθει μέσα στον κάθε άνθρωπο και να κάνει πανηγύρι.
Αυτή είναι η Θεια Λειτουργία, η χάρη της Αναστάσεως, το πανηγύρι του Θεού με τους υιούς της έχθρας, με όλους εμάς. Πρώτος ο Θεός αγάπησε τους εχθρούς Του και οι Άγιοι είναι αυτοί που το καταλαβαίνουν. Γι’ αυτό ομιλούν για την αγάπη προς τους εχθρούς, ως το αλάνθαστο κριτήριο της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος.
Ερώτηση: Αν ο Θεός μας ήθελε να ζούμε σαν άγγελοι επί της γης, όπως η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, γιατί δεν μας έπλασε εξ αρχής σαν ασώματους αγγέλους;
Αρχιμανδρίτης Πέτρος: Ο άνθρωπος έχει δημιουργηθεί για κάτι πολύ μεγαλύτερο ακόμη και από τους Αγγέλους. Δημιουργήθηκε με τη δυνατότητα να του δοθεί η χάρις της υιοθεσίας. Όπως ο Χριστός είναι φύσει Υιός Θεού, ο άνθρωπος καλείται από τον Θεό να γίνει κατά χάριν υιός Θεού. Αν μας είχε δημιουργήσει εξ αρχής ως τέτοιους, δεν θα είχαμε καμία συμμετοχή.
Γιατί όμως δεν μας έσωσε ο Χριστός με έναν λόγο Του: «ας παύσει η αμαρτία»; Γιατί έπρεπε να γίνει όλη αυτή η φρικτή Οικονομία, όπου ο Υιός του Θεού ήλθε στη γη, γεννήθηκε από γυναίκα και έγινε «σκώληξ και ουκ άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού» (Ψαλμ. 21,7); Όλα τα έκανε για να Τον γνωρίσουμε. Ο Θεός έδωσε εντολή στους Πρωτόπλαστους, για να ανεβάσει τη ζωή τους στη γνώση Του. Και ο Χριστός, όταν ήλθε στη γη, έδωσε την διπλή εντολή της αγάπης, μέσα από την οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό.
Σε αυτή τη ζωή δόθηκε στον άνθρωπο ένα σώμα, το οποίο μπορεί να γίνεται πρόσκομμα, είτε λόγω των παθών, είτε λόγω της αδυναμίας της φύσεώς του. Αλλά ο απόστολος Παύλος λέει για τον Χριστό ότι «εν ταις ημέραις της σαρκός Αυτού δεήσεις τε και ικετηρίας προς τον δυνάμενον σώζειν αυτόν εκ θανάτου μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων προσήνεγκε» (Εβρ. 5,7). Επομένως, ο άνθρωπος έχει κάτι που οι Άγγελοι δεν το έχουν· ένα σώμα με το οποίο μπορεί να πάσχει για τον Θεό και να Του προφέρει ισχυρή κραυγή και δάκρυα. Ο Θεός, μέσα από αυτό το αγώνισμα, αποσκοπούσε στο να εισάγει τον άνθρωπο στη ζωή της Αγίας Τριάδας, που χαρακτηρίζεται από κενωτική αγάπη. Αυτή η η κενωτική αγάπη είναι η κλήση του ανθρώπου.
Ερώτηση: Ο χειροποίητος ναός έχει τρία μέρη, το νάρθηκα, τον κύριο ναό και το ιερό. Μπορούμε να πούμε ότι και ο άνθρωπος ως αχειροποίητος ναός του Θεού, έχει ως νάρθηκα τις αισθήσεις, ως κύριο ναό τον νου και ως ιερό την καρδιά του;
Αρχιμανδρίτης Πέτρος: Η αναλογία αυτή είναι λίγο φιλοσοφική. Αλλά όντως, στην ιστορία της Χριστιανικής ναοδομίας είναι ένας τύπος που επικράτησε. Η σταδιακή αυτή είσοδος του ανθρώπου προϋπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη. Ο ναός του Σολομώντος, όπως και η Σκηνή του Μαρτυρίου που είχαν οι Εβραίοι στην έρημο, είχε πρώτα μια εξωτερική αυλή, έναν «νάρθηκα», όπου μπορούσαν να μπουν όλοι. Είχε μετά τα Άγια, όπου δεν μπορούσαν να μπουν όλοι, και ακολούθησαν και τα Άγια των Αγίων, όπου έμπαινε μόνο ο αρχιερέας μια φορά το χρόνο.
Υπάρχει αυτή η αντιστοιχία και στους Χριστιανικούς ναούς, που χωρίζονται σε νάρθηκα, κύριο ναό και ιερό, όπου μπαίνουν μόνο οι ιερείς. Πολλά τέτοια σχήματα υπάρχουν ιδιαίτερα στην ασκητική παράδοση. Π.χ., οι Πατέρες μιλούν για κάθαρση, φωτισμό και θέωση, ή για πράξη και θεωρία. Είναι γεγονός ότι, σε αυτή τη ζωή ο άνθρωπος μπαίνει στην παρουσία του Θεού σταδιακά. Όπως λέει ένας σύγχρονος Γέροντας, ένας Άγιος μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να πάει κατευθείαν να τελέσει τη Λειτουργία, διότι ακόμη και όταν κοιμάται, η καρδιά του προσεύχεται (Άσμα Ασμάτων 5,2).
Ενώ η κοινή πείρα μας δείχνει ότι εμάς, τους κοινούς ανθρώπους, βοηθάει ο χρόνος∙ δεν μπορούμε να μπούμε στην παρουσία του Θεού αμέσως, με το «Ευλογητός ο Θεός». Χρειαζόμαστε χρόνο για να προετοιμάσουμε την καρδιά μας να πλησιάσει την παρουσία του Θεού. Ίσως ο τρόπος που γίνεται ο ναός να αντικατοπτρίζει τη σταδιακή αυτή είσοδο στην παρουσία του Θεού. Παρομοίως, δεν ερχόμαστε στον ναό για τη Λειτουργία να πούμε αμέσως: «τα Σα εκ των Σών Σοι προσφέρουμεν», ούτε έχουμε τα Τίμια Δώρα έτοιμα πάνω στην Αγία Τράπεζα, ώστε, μόλις έλθουμε, όλοι να πούμε: «τα Σα εκ των Σών ποιήσον τον άρτον τούτο Σώμα του Χριστού Σου».
Η ιερή παράδοσή μας καθιέρωσε να υπάρχει μια σταδιακή πρόσβαση στην ιερότερη στιγμή της Λειτουργίας. Ο τρόπος που δομείται ο ναός θυμίζει και την Προηγιασμένη Λειτουργία, όπου προσευχόμαστε για τους κατηχούμενους, που μέλλουν να φωτιστούν με το άγιο βάπτισμα το Μέγα Σάββατο. Παλαιότερα, εκείνη τη στιγμή, φεύγανε οι κατηχούμενοι στον νάρθηκα, έκλεινε η πόρτα και έμεναν στον ναό οι βαπτισμένοι Χριστιανοί. Αυτό δείχνει την αντίληψη της Εκκλησίας για την ανάγκη σταδιακής προσέγγισης στην παρουσία του Θεού. Όπως λέει ένας μεγάλος Άγιος, αυτά που αποκτούμε γρήγορα και εύκολα, εύκολα τα χάνουμε κιόλας. Αυτό το σχήμα των σταδίων υπάρχει και στον μοναχισμό, ο οποίος είναι η τελειότερη μίμηση της ζωής του Χριστού. Ο μοναχός σιγά-σιγά μπαίνει στη χάρη του μοναχισμού∙ πρώτα θα είναι δόκιμος, μετά ρασοφόρος, μετά παίρνει μικρό σχήμα και έπειτα μεγάλο σχήμα. Αυτό δείχνει το βάθος που έχει το μυστήριο αυτό, κατά το οποίο, τρόπον τινα, ο άνθρωπος περνάει από τον νάρθηκα, στον κύριο ναό και μετά στο ιερό.