Αγία Γαβριηλία, Μ’ ένα άγγιγμα και μιαν ευχή πέρναγε αμέσως ο πόνος, κι ένιωθες στην θέση του κάτι σαν εσωτερική θαλπωρή!

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Στα χέρια της [η Αγία Γαβριηλία] είχε ένα μοναδικό χάρισμα.

Το βλέπαμε συχνά με τα ίδια μας τα μάτια να εργάζεται θεραπευτικά σε πάσχοντες και σε μας τους ίδιους.

Μ’ ένα άγγιγμα και μιαν ευχή πέρναγε αμέσως ο πόνος, κι ένιωθες στην θέση του κάτι σαν εσωτερική θαλπωρή.

Βέβαια εκείνη επέμενε ότι βοηθούσε ο επίδεσμος ή το μαξιλαράκι που τοποθετούσε κάτω από το πονεμένο μέρος.

Κάποτε όμως καταλάβαμε ότι τα χρησιμοποιούσε σαν πρόσχημα από ταπείνωση.

Μια μέρα, είδα τα δυο της χέρια κατακόκκινα. «Τίποτε δεν είναι παιδάκι μου»…

Και μετά από από λίγο, σαν να μονολογούσε πρόσθεσε:
«Αχ πως θα ήθελα να ερχόταν κάποιος πονεμένος τώρα…».

Ήταν της Χάρης του Θεού. Δεν περνάνε πέντε λεπτά, και χτύπησε το κουδούνι.

Μπήκε μέσα βιαστικά ένα πνευματικοπαίδι που έφερνε κάτι ψώνια.

Μέχρι να την καλωσορίσει, μάθαμε ότι είχε πιαστεί από το πρωί ο λαιμός της.

Στα όρθια, μ’ ένα απλό άγγιγμα της Γερόντισσας, ο πόνος και το πιάσιμο έφυγαν στο λεπτό!

Δεν μπορούσα να πιστέψω τα μάτια μου!

Όταν έφυγε κι έκλεισε η πόρτα, πήγαμε στην κουζίνα. Άνοιξε την βρύση κι άφησε τα χέρια της κάτω από το νερό.

Απ’ ό,τι μου έλεγε μια άλλη φορά, στην Ινδία ερχόντουσαν στιγμές που ένοιωθε τα χέρια της να καίνε και τότε τα βούταγε σε μια λεκάνη με κρύο νερό.

Ήταν κι αυτό ένα από τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, που τόσο προσεκτικά έκρυβε.

Απόσπασμα από το βιβλίο η «Γερόντισσα Γαβριηλία, η Ασκητική της Αγάπης» των εκδόσεων Πορφύρα.