(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Η μνήμη του τιμάται στις 17 Μαΐου
Η κατάληψη της Κύπρου από τον Ριχάρδο Α΄ τον Λεοντόκαρδο κατά το 1191, η πώλησή της στους Ναίτες ιππότες και η μετά την επιστροφή της στον Ριχάρδο πώλησή της απ᾽ αυτόν το 1192 στον Γάλλο ευγενή Γουίδο ντε Λουζινιάν, πατριάρχη του οίκου των Λουζινιανών κυριάρχων του νησιού, σημάδεψε την απαρχή μιάς σειράς από δεινά για το δύστυχο νησί μας.
Με την εγκατάσταση μάλιστα από τις αρχές της Φραγκοκρατίας λατινικού κλήρου στο νησί και με τις συνδυασμένες προσπάθειες της κρατικής παπικής εξουσίας και των παπικών εκπροσώπων της, άρχισε μια συστηματική προσπάθεια, με ποικίλα μέσα, για εκλατίνιση του τοπικού Ορθοδόξου πληθυσμού.
Ανάμεσα στα μέσα τούτα ήταν και η βίαιη προσπάθεια για υπαγωγή της τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη λατινική ιεραρχία, που εγκαταστάθηκε στο νησί. Με σχετική βούλλα του πάπα Ιννοκεντίου Γ΄, οι 14 επισκοπές της Κύπρου μειώνονται σε 4 (με έδρα τις πόλεις Λευκωσία, Αμμόχωστο, Λεμεσό και Πάφο) και, αργότερα, οι 4 Ορθόδοξοι επίσκοποι εξορίζονται σε χωριά των επαρχιών τους.
Καταργείται επίσης ο τίτλος και θεσμός του Αρχιεπισκόπου Κύπρου για τους Κυπρίους αρχιερείς, πρώτος δε τη τάξει Κύπριος ιεράρχης θεωρήθηκε ο επίσκοπος Λευκωσίας, με τον τίτλο του επισκόπου Σολίας, που εγκαθίσταται στην περιοχή της αρχαίας Σολίας. Βραδύτερα όμως, επί της ύστερης Φραγκοκρατίας και κυρίως επί Ενετοκρατίας, οι ως άνω τέσσερεις Ορθόδοξοι επίσκοποι επανέρχονται στις κεντρικές πόλεις της επαρχίας τους (Λευκωσία, Αμμόχωστο, Πάφο και Λεμεσό).
Είναι για τούτο που και ο τίτλος των επισκόπων Σολίας κατά την Ενετοκρατία, σύμφωνα με σωζόμενες σχετικές χειρόγραφες ενθυμήσεις, διαφοροποιείται σε «επίσκοπον Σολίας και πρόεδρον Ρωμαίων Λευκωσίας», δηλαδή των Ορθοδόξων Ρωμηών της πόλης και επαρχίας Λευκωσίας2 .
Κατά τον 16ο αιώνα κόσμησε τον επισκοπικό θρόνο της Σολίας ο άγιος Θεοφάνης. Ο άγιος γεννήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα και έγινε αρχικά μοναχός στη μονή του αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων3 . Η μονή αυτή αποτελούσε μετόχι της ομώνυμης μονής στην Κωνσταντινούπολη και πρέπει να ιδρύθηκε μεταξύ του δευτέρου μισού του 11ου αι. και των αρχών του 12ου αι.
Κατά την παράδοση, ανακαινίστηκε και προικοδοτήθηκε από την Ελένη Παλαιολογίνα, Ελληνίδα σύζυγο του Φράγκου βασιλιά της Κύπρου Ιωάννου Β΄, προς εγκατάσταση Ορθοδόξων μοναχών, που είχαν καταφύγει στην Κύπρο από την Κωνσταντινούπολη μετά την άλωσή της από τον Μωάμεθ Β΄ (1453).

Δυστυχώς, κατά την ανοικοδόμηση των τειχών της Λευκωσίας ενόψει της αναμενομένης εισβολής των Τούρκων (που, ως γνωστόν, πραγματοποιήθηκε το 1570), οι Ενετοί -μεταξύ άλλων ναών και μονών που βρέθηκαν εκτός των τειχών-, κατέστρεψαν και την εν λόγω μονή. Στη μονή λοιπόν αυτή ο Θεοφάνης διέπρεψε στα ένθεα έργα της μοναχικής πολιτείας, διάγοντας με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και υπακοή, και κατέστη σκεύος εκλογής και δοχείο της Χάρης του Αγίου Πνεύματος.
Ένεκα της αγιότητας και του άμεμπτου βίου του, εξελέγη κατόπιν και παρά τη θέλησή του επίσκοπος Σολίας. Δεν είναι γνωστό το ακριβές έτος εκλογής του αγίου ως επισκόπου και κατά πόσον υπήρξε άμεσος διάδοχος του Σολίας Ιωάννη, που εκοιμήθη το 15094 . Σύμφωνα με έγγραφο του κρατικού αρχείου Βενετίας, ο Θεοφάνης το έτος 15325 ήταν ήδη επίσκοπος, καθότι παρέστη ως εκπρόσωπος των ενετικών πολιτικών και θρησκευτικών αρχών στην εκλογή του ηγουμένου της μονής Παναγίας Αχειροποιήτου του Καραβά στις 10 Απριλίου 1532.
Στον κωδ. Parisinus Craecus 645, φ. 47r, στην δεξιά (εξωτερική) ωα (περιθώριο) του εν λόγω φύλλου και με κατεύθυνση από τα άνω τα κάτω, υπάρχει η σημείωση, «ω χαράς της χαρ(ι)τ(ος) ταύτης», και δίπλα της, με διαφορετικό προφανώς γραφικό χαρακτήρα, η υπογραφή, «Θεοφάνης ελέω Θεού επίσκοπος ρωμαίων λευκοσίας», που πολύ ορθά απεδόθη στον ημέτερο άγιο Θεοφάνη6 .
Κάποια μέρα ο άγιος ήλεγξε τον οικονόμο της επισκοπής του για κάποιο σφάλμα του. Αυτός όμως, άνθρωπος αυθάδης και θρασύς, σε απάντηση ράπισε μπροστά και σε άλλους τον επίσκοπό του! Ο ταπεινός και πράος Θεοφάνης, βλέποντας τον ολίγο σεβασμό προς το πρόσωπό του και κρίνοντας τον εαυτό του ανάξιο για το υψηλό επισκοπικό λειτούργημα, ζήτησε από τους αντιπροσώπους των ενετικών αρχών στο νησί να του επιτρέψουν την παραίτησή του από τον θρόνο.
Παρά την αρχική τους άρνηση, βλέποντας την επιμονή του αγίου, τελικά οι αρχές του έδωσαν την ποθούμενη άδεια να παραιτηθεί κατά τις αρχές του 1543, σύμφωνα με το σχετικό έγγραφο εκλογής του διαδόχου του επισκόπου Σολίας Νεοφύτου Λογαρά (1543-1568), που έγινε πρόσφατα γνωστό7 .
Κατόπιν ο Θεοφάνης αποσύρθηκε στη γνωστή μονή του Μέσα Ποταμού8 , που βρίσκεται στους πρόποδες του Τροόδους και είναι αφιερωμένη στον Τίμιο Πρόδρομο, όπου έζησε με μεγάλη άσκηση το υπόλοιπο της ζωής του. Σύμφωνα με τη ζώσα παράδοση, περί τα 90 μέτρα προς τα βόρεια της μονής υπήρχε το σπήλαιο, όπου αποσυρόταν κατά καιρούς ο άγιος για μεγαλύτερη ησυχία και αυστηρότερη άσκηση.
Ενώ ήταν εκει στη μονή ο άγιος, είδε μία νύκτα όνειρο ότι κάποιος φίλος του του έφερε ένα αγγείο με μέλι, πράγμα που συνέβηκε την επομένη το πρωί. Τότε, παίρνοντας το δώρο του φίλου του, έχυσε μπροστά του το μέλι, λέγοντας ότι δεν ήθελε να συνηθίσει να πιστεύει, με σατανική ενέργεια, στα όνειρα.
Αφού λοιπόν έφθασε σε μέτρα τελειότητος, ο άγιος Θεοφάνης εκοιμήθη εν ειρήνη το έτος 1550. Περί τα 5 χρόνια μετά την κοίμησή του, όταν έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, βρέθηκαν μερικώς άφθαρτα και ευωδιάζοντα. Αυτόπτης μάρτυρας της ανακομιδής των ιερών του λειψάνων υπήρξε και ο βιογράφος του, Στέφανος Λουζινιανός. Η κάρα του, που τοποθετήθηκε στη συνέχεια από τους μοναχούς της μονής του Μέσα Ποταμού σε αργυρή λειψανοθήκη στο καθολικό της μονής, μαρτυρείται ότι ενήργησε ποικίλα θαύματα.
Κατά το έτος 1999, ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος εντόπισε στον ναό της Παναγίας Χρυσοσώτειρας του χωριού Τρεις Εληές της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου εικόνα του έτους 1689, έργο του ζωγράφου Λεοντίου εκ Λεμεσού, με την επιγραφή, «Ο άγιος Θεοφάνης ο Νέος», που προφανώς εικονίζει το άγιο Θεοφάνη Σόλων, ως τοπικό άγιο9 . Η εικόνα αυτή βρίσκεται σήμερα στο Επισκοπείο της Μητροπόλεως Μόρφου στην Ευρύχου και έχει ήδη τύποις εκδοθεί.
Η αρχική ημέρα μνήμης του αγίου Θεοφάνους δεν διασώθηκε, προφανώς λόγω των δίσεκτων χρόνων που ακολούθησαν πολύ σύντομα μετά την ανακομιδή των λειψάνων του, δηλαδή της τουρκικής εισβολής των ετών 1570-1571 και των φοβερών της συνεπειών για τον πολύκλαυστο λαό και κλήρο της νήσου.
Κατά το έτος 2000, ως ημέρα μνήμης του αγίου Θεοφάνους καθιερώθηκε από την Εκκλησία Κύπρου η 17η Μαίου, με την ένταξη νέας πλήρους ασματικής Ακολουθίας προς τιμή του στη σειρά Κύπρια Μηναία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου10 .
Με τη χάρη του Θεού προγραμματίζεται η ανέγερση νέου, μεγάλου ενοριακού ναού προς τιμήν του αγίου Θεοφάνους στο χωριό Κοράκου της Μητροπόλεως Μόρφου. Είναι για τούτο, που κατά τα τελευταία χρόνια η μνήμη του αγίου πανηγυρίζεται στον ναό της Παναγίας Ελεούσης της Κοράκου.
[1]Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το υπό έκδοση βιβλίο της καθ᾽ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου Οι εν τη επισκοπή Σόλων-Μητροπόλει Μόρφου διαλάμψαντες και εξαιρέτως τιμώμενοι άγιοι. Τα σχετικά με τον βίο του αγίου Θεοφάνους, επισκόπου Σολίας, μας διέσωσε ο Στέφανος Λουζινιανός (Étienne Lusignan) στάέργα του Chorograffia, IV, φ.55v, Corone, IV, φ. 51β και, Description, φφ. 59v-60r, καθώς και οι μεγανέστεροι τοπικοί χρονογράφοι –που εν προκειμένω αντιγράφουν τον Λουζινιανό–, Νεόφυτος Ροδινός (ΠερίΗρώων…, σσ. 97-99) και Αρχιμ. Κυπριανός (Ιστορία Χρονολογική…, σ. 351). Περαιτέρω βιβλιογραφία βλ. στα: Χαρίτων μοναχός Σταυροβουνιώτης, «Οι Άγιοι της Μητροπολιτικής περιφερείας Μόρφου», Τόμος Μόρφου, σσ. 218-219· Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Κύπρια Μηναία, τομ. Ζ´(Μάιος), Λευκωσία 2000, σσ. 129-131. Ορισμένα νεώτερα δεδομένα από έγγραφα του κρατικού αρχείου της Βενετίας, που παραθέτουμε εδώ, οφείλονται στην ιστορικό-ερευνήτρια Νάσα Παταπίου, που τα παραχώρησε στην Ιερά ΜονήΤιμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμού προς δημοσίευση η δημοσίευσε ήδη και η ίδια. Ευχαριστούμε κα ίεντεύθεν αμφοτέρους.
[2] Βλ. σχετικά στο: Jean Darrouzès, «Évêques inconnus ou peu connus de Chypre», Byzantinische Zeitschrift, 44 (1951), σσ. 98 και 100-101.
[3] Βλ. σχετικά, Δέσποινα Πηλείδου, «Μαγγάνων Γεωργίου αγίου μονή, Λευκωσία (Κύπρος)», ΜΟΧΕ, τομ. 11, σσ. 181-182.
[4] Βλ. Εκκλησία Κύπρου, Διοικητική Συγκρότησις της Εκκλησίας Κύπρου καίτών λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, Έτος 2017, Λευκωσία 2016, σ. 39.
[5] Βλ. Gilles Griveaud, «Η Βενετία και οι εκκλησιαστικές υποθέσεις στην Κύπρο: Ηδιαμάχη της Μονής Παναγίας Αχειροποιήτου (1527-1534)», ΕΚΜΙΜΚ, τομ. 2, Λευκωσία 1993, σσ. 235-237 (έγγραφο 4).
[6] Η επισήμανση και η έκδοση της υπογραφής αυτής οφείλονται στον μακαριστό Jean Darrouzès, «Évêques inconnus ou peu connus de Chypre», Byzantinische Zeitschrift, 44 (1951), σσ. 98 και 101, που αποδίδει εύλογα την εν λόγω υπογραφή στον ημέτερο άγιο Θεοφάνη Σολίας, λόγω κυπριακής προέλευσης του ως άνω κώδικα και παλαιογραφικής χρονολόγησης της υπογραφής αυτής. Η εκεί όμως έκδοση της ενθύμησης και υπογραφής περιέχει σφάλματα.
[7] Νάσα Παταπίου, «Συμεών ηγούμενος Κύκκου: Η εκλογή του ως αρχιεπισκόπου Κύπρου (1568)»,ΕΚΜΙΜΚ, τομ. 11, Λευκωσία 2016, σσ. 197-198.
[8] Για τη μονή αυτή γενικά βλ. στο: Ιερά Μονή Τμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμού. Ένα Οδοιπορικό στον χρόνο, (εκδ.) Ιερά Μονή Μέσα Ποταμού, Λεμεσός 2017, όπου και συναφής βιβλιογραφία.
[9] Βλ. τόμος Μόρφου, σσ. 342-343.
[10] Κύπρια Μηναία, τομ. Ζ´ (Μάιος), σσ. 120-1
Από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητρόπολης Μόρφου: https://immorfou.org.cy/%e1%bd%81-%e1%bc%85%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%ac%ce%bd%ce%b7%cf%82-17-5-%e1%bc%90%cf%80%ce%af%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%82-%cf%83%ce%bf%ce%bb%ce%af%ce%b1%cf%82-2/