Ο ρόλος της θεολογίας και των θεολόγων στη σύγχρονη ενορία της Εκκλησίας

Η Ορθόδοξη θεολογία, όπως διαμορφώθηκε από τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού, αποτελεί σταθμό στη ζωή της Εκκλησίας και στον πολιτισμό της ανθρωπότητας, αρχής γενομένης από τον χώρο της Ανατολής, έως εσχάτων της γης:«ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ῾Αγίου Πνεύματος ἐφ᾿ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ᾿Ιουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξεις Ι, 8). Αυτός ο προφητικός λόγος, που είναι συγχρόνωςκαι η εντολή του αναστημένου Χριστού προς τους μαθητές του, αποτελεί τη βάση και το σχέδιο της θεολογίας του Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος διασώζει,στις Πράξεις των Αποστόλων, την οικουμενική προοπτική της διάδοσης του Χριστιανισμού, σε τέσσερις ομόκεντρους κύκλους, προς ολόκληρη την ανθρωπότητα: Η μαρτυρία των μαθητών αρχίζει από την Ιερουσαλήμ, περνά στην Ιουδαία, τη Σαμάρεια,«καὶἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», δηλαδή σε όλη την γνωστή τότε ανθρωπότητα, που εκτεινόταν γύρω από τη Μεσόγειο θάλασσα.

Η μαρτυρία και το μαρτύριο είναι δύο έννοιες, που συνυπάρχουν στη ζωή των Αποστόλων, κατά το πρότυπο του ίδιου του Ιησού Χριστού, ο οποίος ήρθε στη γη, ενανθρώπησε για να φέρει το νέο ανατρεπτικό μήνυμα στην ανθρωπότητα, μαρτυρώντας για την αλήθεια, γιατί ο Χριστός είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή:«ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ» (Ιωαν. 14, 6). Είναι η οδός, που οδηγεί στη σωτηρία, τη λύτρωση και την αιωνιότητα. Ο Χριστός είναι η αλήθεια, που αποκαλύπτει στον κόσμο τον αληθινό Θεό και οδηγεί τους ανθρώπους προς πάσαν την αλήθεια. Είναι η ίδια η αληθινή ζωή, που ξεπερνά τις συμβατικότητες της βιολογικής ύπαρξης και οδηγεί τους ανθρώπους στην αιώνια ζωή, όπου δεν υπάρχει αρχή και τέλος. Κανείς άνθρωπος δεν πηγαίνει στον Θεό Πατέρα, παρά μόνο αν περάσει διαμέσου του Ιησού Χριστού. Ακόμη ο Χριστός, κατά την Ιωάννεια θεολογία, είναι το φως για τους ανθρώπους, που έλαμψε μέσα στο σκοτάδι του κόσμου: «῏Ην τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ιωαν. 1, 9).

Η Συνοπτική παράδοση εκφράζεται από τη θεολογία του Ευαγγελιστή Ματθαίου, που παραθέτει:«πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 19-20).Καθίσταται σαφές από το συγκεκριμένοκείμενο, ότι το κέντρο του βίου της Εκκλησίας και ασφαλώς της ενορίας είναι η ιεραποστολή στον κόσμο, διαχρονικά διαμέσου των αιώνων. Η ενορία δεν αποτελεί ένα κλειστό γκέτο, ψυχολογικής και κοινωνικής ασφάλειας των οπαδών, οι οποίοι περιχαρακώνονται μέσα σε ένα ασφαλές προστατευτικό μέρος, αλλά είναι ο χώρος, μέσα από τον οποίο «ρισκάρεται» διά της μαρτυρίας και του μαρτυρίου ολόκληρη η πορεία του ανθρώπου, του κάθε χριστιανού. Η ενορία είναι η αφετηρία, από την οποία ξεκινά η ιεραποστολή για την παιδεία και μαθητεία όλων των εθνών, σε ολόκληρο τον κόσμο. Προϋπόθεση της μαθητείας είναι το βάπτισμα στο όνομα του Τριαδικού Θεού και η τήρηση όλων των εντολών, που έδωσε ο Ιησούς Χριστός, όχι ως τιμωρητικό μέσο εφαρμογής κανόνων και εντολών, αλλά ως λυτρωτική πορεία ελεύθερης επιλογής τουδρόμου προς την αλήθεια, τη ζωή και τη σωτηρία του ανθρώπουαπό τη φθορά και τον θάνατο. Αυτό εξασφαλίζεται μέσα στην Εκκλησία και την ενορία, γιατί ο Χριστός υποσχέθηκε και πραγματοποιεί την υπόσχεσή του και είναι με τους ανθρώπους ως τη συντέλεια του κόσμου:«διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶἰδοὺἐγὼ μεθ᾿ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).

Η βιβλική θεολογία είναι η βάση της οικουμενικής αποστολής των Αποστόλων και της Εκκλησίας γενικότερα, με την ανάπτυξη της ιεραποστολής σε όλη την ανθρωπότητα, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, έθνους, πίστεως και θρησκείας. Καθορίζεται με σαφήνεια η θεολογική βάση της μαρτυρίας και του μαρτυρίου των μαθητών και σαφώς οι δύο βιβλικές αναφορές, που παρέθεσα παραπάνω, αποτελούν την προοπτική της Εκκλησίας, η οποία καλλιεργείται σε κάθε ενορία, αλλά πάντοτε με παγκόσμια και οικουμενική διάσταση.

Συνεπώς η αποστολή της κάθε ενορίας έχει εξωστρεφή πορεία:«πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. 28, 19). Η σαφής αναφορά του Ιησού, να κάνουν μαθητές του όλα τα έθνη, υπερβαίνει κάθε τάση εσωστρέφειας του έργου της ιεραποστολής, και έχει θεολογικό, χριστοκεντρικό, αγιοπνευματικό και συνεπώς τριαδολογικό χαρακτήρα, μέσα στη ζωή της ενορίας, η οποία έχει προοπτική την πορεία της Εκκλησίας και τη διάδοσή της στα έθνη, μέσω του Ευαγγελικού λόγου.

Αυτή η βιβλική ανάλυση, αποκλείει κάθε ιουδαιοκεντρτικότητα και πολύ περισσότερο, δεν αφήνει δυνατότητα περιορισμού του έργου της ιεραποστολής και της σωτηρίας των ανθρώπων, με προϋπόθεση το έθνος τους. Αυτό γίνεται σαφέστατο και κατά τη γενέθλιο ημέρα της Εκκλησίας, την Πεντηκοστή (Πραξ. 2, 1-13). Η αναφορά του Λουκά:«καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό» (Πραξ. 2, 1), υποδεικνύει, ότι ολόκληρη η Εκκλησία των Ιεροσολύμων ήταν συγκεντρωμένη, με ομοψυχία, στο ίδιο μέρος και αυτό νοηματοδοτεί τον ρόλο της θεολογίας και των θεολόγων στην ενορία της εποχής τους.

Προϋπόθεση, λοιπόν, για την αποστολή των θεολόγων και της ενορίας της κάθε τοπικής Εκκλησίας, είναι η δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος και ο φωτισμός των πιστών, αποτελεί βασικό παράγοντατης ζωής της ενορίας και της Εκκλησίας γενικότερα. Στην Ιερουσαλήμ βρισκόταν ευσεβείς Ιουδαίοι, από όλα τα μέρη του κόσμου:«῏Ησαν δὲἐν ῾Ιερουσαλὴμ κατοικοῦντες ᾿Ιουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν» (Πράξ. 2, 5). Οι συγκεντρωμένοι, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, προέρχονταν από ολόκληρη την ανθρωπότητα. Συνεπώς, η Εκκλησία απευθύνειδια της ενορίας προς ολόκληρο τον κόσμο το μήνυμα της σωτηρίας.

Συγκλονιστικό ήταν το κήρυγμα τουΠέτρου, που ερμηνεύοντας το φαινόμενο της γλωσσολαλίας, ανέφερε, ότι όλα τα έθνη θα ακούσουνστη γλώσσα και τη διάλεκτό τους το μήνυμα της σωτηρίας, το οποίο θα μεταδοθεί σε ολόκληρο τον κόσμο και θα αλλάξει τον ρου της ιστορίας και του πολιτισμού της ανθρωπότητας. Προϋπόθεση ένταξης του κάθε ανθρώπου στη ζωή της Εκκλησίας και την ενορία είναι η μετάνοια, η αλλαγήνοός και η επιστροφή από τη φθορά και τον θάνατο, με το βάπτισμα στο όνομα του Ιησού Χριστού, το μόνο όνομα το υπό τον ουρανό και διά του οποίου μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος. Έτσι ο καθένας ακολουθώντας την οδό της σωτηρίας και της λύτρωσης θα λάβει τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Και ολοκληρώνεται ο λόγος τουΠέτρου, με την οικουμενική αποστολή της Εκκλησίας και της ενορίας, τονίζοντας, ότι αυτά, που υποσχέθηκε ο Θεός:«ὑμῖν γάρ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία καὶ τοῖς τέκνοις ὑμῶν καὶ πᾶσι τοῖς εἰς μακράν, ὅσους ἂν προσκαλέσηται Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν» (Πραξ. 2, 39). Και συνεχίζεται η αναφορά του Λουκά με την προσθήκη στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, εκείνη την ημέρα, περίπου τριών χιλιάδων πιστών:«οἱ μὲν οὖν ἀσμένως ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι» (Πραξ. 2, 41). Οι πληροφορίες του Λουκά (Πραξ. 2, 42-47) για τη ζωήτων νέων πιστών μέσα στην πρώτη Εκκλησία και την πρώτη ενορία των Ιεροσολύμων αναφέρονται στην καθημερινή λατρεία και την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Επίσης, ζούσαν με την κοινοκτημοσύνη:«πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά,καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε» (Πραξ. 2, 44-45).

Με αυτόντον τρόπο λειτούργησε και ο Κύπριος τω γένει, Ιωσής Βαρνάβας, ο οποίος:«ὑπάρχοντος αὐτῷ ἀγροῦ, πωλήσας ἤνεγκε τὸ χρῆμα καὶ ἔθηκε παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων» (Πραξ. 4, 36-37). Με αυτόντον τρόπο καθιερώνεται η φιλανθρωπία στον βίο της ενορίας και της Εκκλησίας, γενικότερα, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός. Στο κέντροτης ζωής της Εκκλησίας και της ενορίας, από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, καθορίζεται το μέτρο φιλανθρωπίας, σύμφωνα με την κοινοκτημοσύνη των πρώτων χριστιανών:«διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν» (Πραξ. 4, 35).

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ο συγγραφέας των Πράξεων, παραθέτει και ένα ατυχές γεγονός, που έγινε από τον Ανανία και τη Σαπφείρα, οι οποίοι πούλησαν ένα κτήμα και με τη συγκατάθεση της γυναίκας του κράτησε ένα μέρος του αντιτίμου για τον εαυτό του. Το τέλος ήταν ο θάνατος των δύο προς άμεσο παραδειγματισμό των πιστών, οι οποίοι όφειλαν να πολιτεύονται ελεύθερα, υπεύθυνα και με βάση την αλήθεια και την αγάπη προς τον πλησίον (Πραξ. 5, 1-11).

Συνεπώς, θεολογία εκτός Εκκλησίας, δεν υπάρχει, αλλά και Εκκλησία χωρίς θεολογία δεν νοείται. Η θεολογία αποτελεί τη βάσητης ζωής της Εκκλησίας και ασφαλώς της ενορίας, ως ορατής έκφρασης της δραστηριότητας της χριστιανικής κοινότητας.Για αυτό χρειάζεται άμεση συνεργασία των θεολόγων, ώστε να μπορούν να προσφέρουν ουσιαστικό έργο στη σύγχρονη ενορία της Εκκλησίας. Η ενορία αποτελείτον χώρο, μέσα στον οποίο καλλιεργείται η παιδεία και ο πολιτισμός. Στην ενορία αναπτύσσεται η θεολογία τόσο στη θεωρητική όσο και στην πρακτική της διάσταση. Έχει ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και στοχεύει πρωτίστως στο έργο της σωτηρίας και της λύτρωσης του ανθρώπου από τον θάνατο. Η φθορά της καθημερινότητας δημιουργεί την τραγικότητα του ανθρώπου, τη φθορά της απομόνωσης και της απανθρωπιάς. Όλα τα σύγχρονα ρεύματα περνούν μέσα από τις ενορίες και τις τοπικές Εκκλησίες. Για αυτό θα πρέπει,οι ειδικοί θεολόγοι, να έχουν την απαραίτητη κατάρτιση και τη διάκριση:

1          να οριοθετούν τα πράγματα και να ανοίγουν τις προοπτικές διαφύλαξηςτης ζωής των πιστών «εν πνεύματι Αγίω»;

2          να συνειδητοποιούν, ότι η δημιουργία του ανθρώπου, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού, δίνει την προοπτική της αξιοποίησης των πνευματικών χαρισμάτων του ανθρώπου,προς οδόν σωτηρίας και

3          να παρουσιάζουν το νέφος των νεοφανών Αγίων, οι οποίοι αποτελούν ελπίδα σωτηρίας διά της αγίας βιωτής τους, και δια του φωτισμού πολλών ανθρώπων, οι οποίοι προσεγγίζουν τη χάρη τους και την αυθεντική ερμηνεία της διδασκαλίας του Χριστού

Στην ενορία υλοποιούνται οι βασικές αρχές του χριστιανικού πολιτισμού, όπως είναι η λατρεία του αληθινού Θεού, οι κοινωνικές αρχές της ισοτιμίας ανδρός και γυναικός καιτης αποδοχής των δούλων ως αδέλφων, κατά την προςΦιλήμονα επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Στην ενορία υλοποιείται η συνέχιση του αγώνα από το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού, με τελικό στόχο τον αγιασμό και τη θέωση του ανθρώπου. Ασφαλώς στην Εκκλησία και την ενορία, καλλιεργούνται οι αρχές και οι αξίες για τη συνύπαρξη όλων των ανθρώπων, υπερβαίνοντας εθνικισμούς, φυλετικές διακρίσεις και εγωκεντρισμούς, όπως παρουσιάζονται από τις υπερδυνάμεις των ισχυρών της γης, προς εξουθένωση των φτωχών και καταφρονημένων λαών.

Εμείς στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κύπρο, βιώνουμε εδώ και 51 έτη, αυτή την εμπειρία της εισβολής και κατοχής από τις ορδές του Αττίλα. Απρόσκλητοι οι Τούρκοι εισέβαλαν στο νησί μας και αφού το λεηλάτησαν, δημιούργησαν 200.000 πρόσφυγες,εκατοντάδες αγνοούμενους και εγκλωβισμένους, καταστρέφοντας και λεηλατώντας την πολιτιστική μας κληρονομιάς, με σκοπό την αλλοίωση της πολιτιστικής και εθνικής ταυτότητάς μας.

Με την απάθεια των μεγάλων δυνάμεων, της Αμερικής και της Ευρώπης, δημιούργησαν τετελεσμένα γεγονότα, με την καταστροφή και βεβήλωση των ναών, των ενοριών, των μοναστηριών, και κάθε στοιχείου, που δείχνει τον χριστιανικό πολιτισμό της Κύπρο. Μετά την εισβολή και κατοχή του 38 % του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι Τούρκοι εισβολείς διεκδικούν δημιουργία δύο κρατών, καθώς και την απόλυτη μονιμοποίηση της εισβολής και της κατοχής της νήσου μας. Για αυτό απαιτείται η δραστηριοποίηση της Εκκλησίας, διά της Ιεράς Συνόδου, του θεολογικού κόσμου και όλου του λαού, ώστε ο αγώνας να συνεχιστεί με το γνωστό,«δεν ξεχνώ’, ώστε ηΕκκλησία να είναι ανάχωμα της εξολόθρευσης όλων των ιερών και οσίων του τόπου μας και να συμβάλειστην αναστήλωση των μνημείων, την επιστροφή όλων ημών των προσφύγων και τη συνέχιση της ιστορίας και του πολιτισμού του τόπου μας. Γιααυτούς, που δυσπιστούν για το εφικτό αυτού του εγχειρήματος, της επιστροφής των προσφύγων, μετά από την εισβολή και την κατοχή της μισής Κύπρου, εδώ και 51 έτη, υπενθυμίζω, ότι η εμπειρία του Ελληνικού Έθνους, ήταν 400 έτη σκλαβιάς, και όμως ο αγώνας του 1821 στέφτηκε με επιτυχία, γιατί σύσσωμο το Έθνος αποφάσισε την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, πράγμα που πέτυχε με σκληρούς αγώνες. Γιατί τώρα όχι και για την Κύπρο;