(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Οικουμενίου
Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
Λόγος δεύτερος
Σε αυτό το σημείο ολοκληρώθηκε η πρώτη προσπάθεια των λόγων και ερμηνειών μου· από εδώ και πέρα είναι ανάγκη να βάλω άλλον στόχο, που να παρουσιάζει ποια είναι η παραίνεση προς καθεμιά από τις εκκλησίες.
Πρώτα λοιπόν διατάζεται να γράψει στην εκκλησία της Εφέσου, ως προκαθημένης όλης της Ασίας, διαβιβάζοντας τα εξής:
«Στον άγγελο της εκκλησίας της Εφέσου γράψε: Τα εξής λέγει εκείνος που κρατά τα επτά αστέρια στο δεξί του χέρι, που περπατά ανάμεσα στους επτά χρυσούς λυχνοστάτες. Γνωρίζω τα έργα σου και τον κόπο και την υπομονή σου, και ότι δεν μπορείς να ανεχτείς τους κακούς· δοκίμασες αυτούς που λένε πως είναι απόστολοι, χωρίς να είναι, και τους βρήκες ψεύτες· έχεις υπομονή, και βάσταξες για τ’ όνομά μου και δεν απόκαμες.
Έχω όμως εναντίον σου, ότι την αγάπη σου την πρώτη την άφησες. Θυμήσου λοιπόν από πού ξέπεσες· μετανόησε και πιάσε ξανά τα πρώτα σου έργα με δικαιοσύνη· ειδεμή, έρχομαι να μετακινήσω τον λυχνοστάτη σου από τον τόπο του, αν δεν μετανοήσεις. Έχεις ωστόσο τούτο το καλό, ότι μισείς τα έργα των Νικολαϊτών που κι εγώ τα μισώ.
Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει τι λέγει το Πνεύμα στις εκκλησίες. Σε όποιον υπακούει θα του δώσω να φάει από το δέντρο της ζωής, που βρίσκεται στον παράδεισο του Θεού μου».
Με την φράση «άγγελο της εκκλησίας της Εφέσου», φανέρωσε περιφραστικά την εκκλησία της Εφέσου. Γιατί ο άγγελός του που προστατεύει την εκκλησία δεν διέπραξε κανένα αμάρτημα ώστε να χρειαστεί να ακούσει το «μετανόησε», ο οποίος είναι αγιώτατος και γι’ αυτό βρίσκεται στα δεξιά του Κυρίου, αποδεικνύοντας έτσι τη φυσική του καθαρότητα και ακτινοβόλα λάμψη.
Και ποια ανάγκη μάλιστα θα υπήρχε εκείνος που αποκάλυπτε τα οράματα στον ευαγγελιστή, να λέει στον άγγελο «γράψε»; Ο θείος βέβαια άγγελος παρευρίσκετο και άκουγε τα λεγόμενα, αφού ήταν στα δεξιά εκείνου που μιλούσε.
Και στο τέλος ο ίδιος ο άγιος που εκθέτει την οπτασία που του αποκαλύφθηκε, λέει «όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει τι λέγει το Πνεύμα στις εκκλησίες»· δεν είπε λοιπόν «στους αγγέλους των εκκλησιών», αλλά στις εκκλησίες. Συνεπώς έτσι να εννοήσεις και στις υπόλοιπες όπου θα συναντήσεις το γράψε τα εξής στον άγγελο της τάδε εκκλησίας, διότι δεν κάνει λόγο για τον άγγελο αλλά για την εκκλησία.
Και τι προστάζει να γραφτεί για την εκκλησία της Εφέσου; Τα εξής λέγει, προστάζει, «εκείνος που κρατά τα επτά αστέρια στο δεξί του χέρι, που περπατά ανάμεσα στους επτά χρυσούς λυχνοστάτες».
Είναι σαν να έλεγε: τα εξής λέγει εκείνος που φροντίζει και συντηρεί και συγκρατεί τόσο τους αγίους αγγέλους που βρίσκονται στον ουρανό -γιατί αυτοί είναι τα επτά αστέρια, όσο και τους ανθρώπους στη γη -γιατί αυτοί είναι οι επτά λυχνοστάτες, όπως προαναφέρθηκε.
Ότι πράγματι περπατά ανάμεσα σε όσους τον σέβονται, το διαβεβαιώνει και μέσω του προφήτη: «Θα κατοικήσω ανάμεσά τους και θα περπατήσω μαζί τους. Γνωρίζω», λέει, «τα έργα σου και τον κόπο και την υπομονή σου, και δεν διαφεύγει της προσοχής μου κανένα καλό απ’ όσα πράττεις, εμένα που κατά μόνας έπλασα τις καρδιές σας, που γνωρίζω όλα τα έργα σας. Και ότι δεν μπορείς», λέει, «να ανεχτείς τους κακούς, έχοντας εχθρική διάθεση προς το κακό, και δοκίμασες αυτούς που λένε πως είναι απόστολοι, χωρίς να είναι, και τους βρήκες ψεύτες».
Οι Εφέσιοι τηρούσαν το θείο παράγγελμα, «να μην εμπιστεύονται καθέναν που ισχυρίζεται ότι έχει το Πνεύμα, αλλά να τους δοκιμάζουν για να διαπιστώσουν αν το πνεύμα που έχουν προέρχεται από τον Θεό»· συνεπώς εξέταζαν όσους τους κήρυτταν το Ευαγγέλιο, και εξετάζοντάς τους βρήκαν κάποιους ψευδαποστόλους που δίδασκαν νόθα δόγματα.
Εννοεί τους οπαδούς του Κηρίνθου, οι οποίοι αφού παρέμειναν για κάποιο χρονικό διάστημα μαζί με τον ευαγγελιστή, κατόπιν κήρυτταν βέβηλα δόγματα. «Και υπομονή», λέει, «έχεις και βάσταξες για τ’ όνομά μου και δεν απόκαμες, και με πολύ αρμόζοντα τρόπο· διότι έχει λεχθεί αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και έτσι θα εφαρμόσετε πλήρως τον νόμο του Θεού. Έχω όμως», λέει, «εναντίον σου, ότι την αγάπη σου την πρώτη την άφησες. Θυμήσου λοιπόν από πού ξέπεσες, μετανόησε και πιάσε ξανά τα πρώτα σου έργα με δικαιοσύνη.
Όπως ακριβώς», λέει, «οι καλές σου πράξεις δεν διαφεύγουν της προσοχής μου, κατά τον ίδιο τρόπο δεν αγνοώ ότι διέκοψες την αγάπη προς όσους έχουν ανάγκη· ξαναγύρισε λοιπόν στην προηγούμενη ευποιία, αφού διδάχτηκες από μένα ό,τι παρέλειψες. Αν δεν επιστρέψεις», λέει, «απ’ όπου ξέπεσες, έρχομαι να μετακινήσω τον λυχνοστάτη σου από τον τόπο του, αν δεν μετανοήσεις».
Το «έρχομαι σ’ εσένα» δεν σημαίνει μεταβατική κίνηση του Θεού ο οποίος πληροί τα πάντα, αλλά την κατά κάποιο τρόπο στροφή από τη μακροθυμία στην τιμωρία· και η μετακίνηση του λυχνοστάτη δηλαδή της εκκλησίας, φανερώνει την εγκατάλειψή του, που όταν συμβεί εναντίον όσων αμαρτάνουν, πέφτουν σε κάθε κλυδωνισμό και ταραχή, ώστε και να λένε ότι «θόλωσε ο οφθαλμός μου από τον θυμό σου και εντός μου ταράχθηκε η καρδιά μου. Έχεις ωστόσο», λέει, «τούτο το καλό, ότι μισείς τα έργα των Νικολαϊτών που κι εγώ τα μισώ».
Στο μέσον, ανάμεσα σε δύο κατορθώματα, τοποθέτησε την αμαρτία τους, ώστε από τους ευρισκομένους στα άκρα επαίνους να μετριάσει τον έλεγχο της ευρισκομένης στο μέσον αμαρτίας, ώστε να μην καταρρεύσει κάποιος από υπερβολική λύπη. Ο Νικόλαος όμως, αυτός για τον οποίο γίνεται τώρα λόγος, κατέληξε βλάσφημος και βδελυρός αιρεσιάρχης.
Αφού, λοιπόν, αποστράφηκαν οι Εφέσιοι εκείνους που τον ακολουθούσαν και τις κακοδοξίες τους, κέρδισαν τον έπαινο του Χριστού.
Η έκδοση του τόμου, Οικουμενίου, «Ερμηνεία της Αποκαλύψεως του Ιωάννου» έγινε από μοναχούς της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα Αγίου Όρους.