(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Ομιλία Δεύτερη
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/06/agios-ioannis-chrysostomos-o-apostolos-pavlos-pano-apo-ola-eiche-mesa-tou-ton-erota-tou-christou/
Για εκείνον [τον Απόστολο Παύλο] και τα μαρτύρια τ’ αγαπούσε και τόσο καυχόταν στην αλυσίδα [στα δεσμά, σιδεροδέσμιος], όπως ούτε ο Νέρων όταν είχε το διάδημα στο κεφάλι του.
Βρισκόταν στη φυλακή σα να βρισκόταν στον ίδιο τον ουρανό, δεχόταν τραύματα και χτυπήματα με πιο μεγάλη ευχαρίστηση από αυτούς που αρπάζουν τα βραβεία.
Αγαπούσε πιο πολύ τους κόπους από τα έπαθλα, γιατί τους κόπους θεωρούσε έπαθλο, γι’ αυτό και τους έλεγε χάρες.
Και πρόσεξε· Έπαθλο ήταν το να πάψη να ζη και να βρεθή μαζί με τον Χριστό, ενώ το να παραμείνη στη ζωή ήταν ο αγώνας. Κι’ όμως προτιμά να ζη, και λέει πως αυτό το έχει περισσότερο ανάγκη.
Το να χωρισθή για πάντα από τον Χριστό ήταν γι’ αυτόν αγώνας και κόπος, πιο πολύ από αγώνα και κόπο, ενώ το να είναι μαζί με τον Χριστό, ήταν γι’ αυτόν έπαθλο. Αλλά προτιμά τον κόπο από το έπαθλο, για χάρη του Χριστού.
Μα θα μπορούσε να πη κανείς ότι όλα αυτά του ήταν ευχάριστα, για χάρη του Χριστού. Αυτό όμως λέω κι εγώ, ότι αυτά που δίνουν λύπη σ’ εμάς, αυτά χάριζαν σ’ έκείνον μεγάλη ευχαρίστηση.
Και τι λέω [για] τους κινδύνους και τις άλλες ταλαιπωρίες; Εκείνος βρισκόταν σε αδιάκοπη στενοχώρια, γι’ αυτό και έλεγε· «Ποιος ασθενεί και δεν ασθενώ, ποιος σκανδαλίζεται και δεν καίγομαι εγώ»;
Μα θάλεγε κανείς, ότι και η στενοχώρια ήταν ευχαρίστηση γι αυτόν. Γιατί πολλοί που χάνουν τα παδιά τους, όταν τους αφήσουν να θρηνούν, νοιώθουν παρηγορία, μα όταν τους εμποδίσουν, πονούν.
Έτσι ακριβώς κι ο Παύλος. Έκλαιγε μέρα – νύχτα και παρηγοριόταν, γιατί κανείς δεν πένθησε τις συμφορές τις δικές του όπως εκείνος τις ξένες. Πώς να μην ένοιωθε έτσι, όταν παρακαλούσε να χάση τη δόξα του ουρανού αυτός, για να σωθούν οι Ιουδαίοι;
Είναι φανερό έτσι πόσο πιο βαρύ του ήταν να χάσουν οι άλλοι τη σωτηρία, γιατί αν δεν ήταν βαρύτερο δε θα παρακαλούσε να τη χάση αυτός. Προτιμούσε το ελαφρότερο και πιο παρήγορο.
Κι’ όχι μόνο το ήθελε, αλλά και φώναζε λέγοντας· «Λύπη είναι για μένα και πόνος στην καρδιά μου».
Λοιπόν με ποιον μπορούμε να συγκρίνωμε αυτόν που κάθε μέρα σχεδόν πονούσε για όλους τους ανθρώπους της γης, για όλους μαζί, για έθνη, για πόλεις και για τον καθένα χωριστά;
Με ποιο σίδερο, με ποιο διαμάντι να τον συγκρίνωμε;
Πώς να τον ονομάση κανείς εκείνη την ψυχή;
Χρυσή, ή αδαμάντινη; γιατί κι από κάθε διαμάντι ήταν στερεότερη κι από το χρυσάφι και τους πολύτιμους λίθους πολυτιμότερη.
Του ενός ξεπερνά την αντοχή, των άλλων την αξία.
Με τι να τον συγκρίνη κανείς; Με τίποτα απ’ όσα υπάρχουν.
Αν μπορούσε το διαμάντι να γίνη χρυσάφι και το χρυσάφι να γίνη διαμάντι, θα μπορούσαμε να είχαμε κάτι για να συγκρίνωμε τον Παύλο.
Αλλά γιατί να τον παραβάλλω με διαμάντι και χρυσάφι;
Βάλε απέναντί του τον κόσμο ολόκληρο και τότε θα δης πόσο περισσότερο αξίζει η ψυχή του Παύλου.
Αυτό το είπε εκείνος για τους ντυμένους με προβιές, για κείνους που κατοικούσαν σε σπήλαια και σε άγνωστους τόπους κι’ όμως έλαμψαν σ’ όλη την οικουμένη.
Πολύ περισσότερο μπορούμε να το πούμε εμείς για κείνον, γιατί ήταν σ’ όλους εκείνους αντάξιος.
Αφού λοιπόν ο κόσμος όλος δεν άξιζε όσο αυτός, τι άξιζε; μήπως ο ουρανός;
Μα και αυτός ήταν μικρός. Αφού αυτός προτίμησε την αγάπη του Κυρίου από τον ουρανό κι από όσα έχει ο ουρανός, ακόμα περισσότερο ο Κύριος, που είναι τόσο πιο πολύ καλός όσο διαφέρει η πονηρία από την καλοσύνη, θα τον προτιμήση από αμέτρητους ουρανούς.
Γιατί ο Θεός δεν μας αγαπά όσο εμεις τον αγαπούμε, αλλά, τόσο πιο πολύ, που δεν μπορώ να τον παραστήσω με λόγια.
Συνεχίζεται
Από το βιβλίο «Ιωάννου του Χρυσοστόμου έργα, τόμος ε’, Εγκωμιαστικά (β)», εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Κων. Λουκάκη. Των εκδόσεων ο Λόγος.