Πεμπτουσία

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: Μια ζωή εν Χριστώ μαρτυρίας και προσφοράς στον άνθρωπο

Εισαγωγή

Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος υπήρξε μια σύγχρονη μορφή της Χριστιανικής Εκκλησίας διεθνούς ακτινοβολίας χάρη στα σπάνια χαρίσματα και το έργο του. Πρωτοστάτησε στην αναβίωση της ορθόδοξης μαρτυρίας στην οικουμένη και στην καλλιέργεια της ειρήνης και της συμφιλίωσης των θρησκευτικών ετεροτήτων. Από όλες τις θέσεις που ανέλαβε, βασική του επιδίωξη αποτέλεσε η μετάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου. Καθοριστικός παράγοντας για τον τρόπο παρουσίασης και μεταφοράς αυτού του μηνύματος υπήρξαν οι ποικίλοι αποδέκτες.

Βασικός σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να παρουσιαστούν οι παράγοντες επικοινωνίας στο έργο του του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, οι οποίοι ανέπτυξαν την ορθόδοξη μαρτυρία. Οι παράγοντες αυτοί συνδέονται με τα ιεραποστολικά περιοδικά, το κήρυγμα, τη διδαχή και εκπαίδευση καθώς και με τη λειτουργία μετά τη Λειτουργία. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται η εναρμόνιση της θεωρίας με την πράξη, επομένως του επικοινωνιακού χαρακτήρα της ορθόδοξης μαρτυρίας με την εκκλησιαστική διακονία.

  1. Η ιεραποστολική αφύπνιση και τα περιοδικά Πορευθέντες και Πάντα Έθνη

Αναμφίβολα ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος συνέβαλε στην αφύπνιση της ιεραποστολής μέσα από το περιοδικό Πορευθέντες. Το Πορευθέντες, που υπήρξε το πρώτο ιεραποστολικό περιοδικό, ιδρύθηκε το 1959, και λίγο αργότερα το ομώνυμο Διορθόδοξο Κέντρο (1961). Το Πορευθέντες έθεσε τα θεολογικά και επικοινωνιακά θεμέλια για τη σπουδή και ενημέρωση των Ορθοδόξων σχετικά με τη χριστιανική μαρτυρία και το ιεραποστολικό κήρυγμα.

Ιδρυτής, διευθυντής, οργανωτής, συντάκτης πολλών ειδησεογραφικών κειμένων και επιστημονικών μελετημάτων, καθώς και συντονιστής τόσο του περιοδικού όσο και του Ιεραποστολικού Κέντρου υπήρξε ο τότε λαϊκός θεολόγος Αναστάσιος Γιαννουλάτος. Στα κείμενα του μελέτησε πρωτοποριακά για εκείνη την εποχή τη θεολογίας της χριστιανικής μαρτυρίας, συνέδεσε την ιεραποστολή με τη φύση της Εκκλησίας, ανέδειξε τη σπουδαιότητα της σάρκωσης του Λόγου του Θεού σε κάθε πολιτισμό και καλλιέργησε το ιεραποστολικό ενδιαφέρον στον ορθόδοξο κλήρο και λαό, με απώτερο σκοπό την αναζωπύρωση της ιεραποστολής. Σε αυτό το πλαίσιο προσπάθησε να συνδέσει τους Ορθόδοξους αναγνώστες με τις νέες εκκλησίες της Ουγκάντας, της Κορέας και της Ιαπωνίας που είχαν τότε πρόσφατα ιδρυθεί.

Εξάλλου τη σπουδή και την ενημέρωση για την ιεραποστολή συνέχισε ως διευθυντής και αρθρογράφος και στο περιοδικό Πάντα Έθνη κατά τη δεκαετία του ’80 (1981 μέχρι και το 1992). Στο περιοδικό Πάντα τα Έθνη κατά την πρώτη του δεκαετία πρόβαλε την οικουμενικότητα της Εκκλησίας με θεολογική τεκμηρίωση, ανέδειξε τη σπουδαιότητα της διαπολιτισμικής προσέγγισης στην εν Χριστώ μαρτυρία, μερίμνησε για την ενημέρωση και πληροφόρηση των Ελλήνων αναγνωστών για τον εκκλησιαστικό και καθημερινό βίο των ανά την οικουμένη ιεραποστολικών Εκκλησιών, προσφέροντας στους Έλληνες αναγνώστες τη θεολογική κατάρτιση και την ιεραποστολική πληροφόρηση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η προσφορά του στα ιεραποστολικά περιοδικά συνδυάστηκε με την εργασία του στον ιεραποστολικό αγρό. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα λειτουργικής εναρμόνισης θεωρίας και πράξης απαντά στην προσωπική του διακονία στα ιεραποστολικά κλιμάκια της Ανατολικής Αφρικής, η οποία ξεκίνησε το 1964, και μάλιστα την ίδια μέρα της χειροτονίας του σε πρεσβύτερο. Από εκεί μεριμνούσε για την πληροφόρηση των ορθόδοξων αναγνωστών για τις πρώτες εμπειρίες από τον ιεραποστολικό στίβο με θεολογικό λόγο πάντα μεστό.

Η διακονία του αυτή συνεχίστηκε κατά τη δεκαετία του ’70. Την επόμενη δεκαετία, ορίσθηκε τοποτηρητής της Ιεράς Μητρόπολης Ειρηνουπόλεως (Ανατολικής Αφρικής), όπου συγκρότησε την Πατριαρχική Σχολή «Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄». Επιπρόσθετα χειροτόνησε 62 Ἀφρικανούς κληρικούς και χειροθέτησε 42 ἀναγνῶστες – κατηχητές προερχόμενους ἀπό ὀκτώ ἀφρικανικές φυλές, μεταξύ τῶν ὁποίων τούς τέσσερις πρώτους Τανζανούς κληρικούς. Συγχρόνως προώθησε τίς μεταφράσεις τῆς Θείας Λειτουργίας σέ 4 ἀφρικανικές γλῶσσες. Μερίμνησε για τη σταθεροποίηση 150 περίπου ὀρθοδόξων ἐνοριῶν καί πυρήνων και για την ἀνέγερση δεκάδων ναῶν. Ἀνήγειρε ἑπτά ἱεραποστολικούς σταθμούς, φρόντισε για τή δημιουργία σχολείων και ἰατρικῶν κέντρων

  1. Πρωτοβουλίες για τον επανευαγγελισμό των Ορθοδόξων της Ελλάδας

Το 1972 ο τότε Επίσκοπος Ανδρούσης Αναστάσιος ανέλαβε Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδας. Από τη θέση αυτή έθεσε τις βάσεις για τον επανευαγγελισμό μέσα από το κήρυγμα και τη χριστιανική αγωγή και εκπαίδευση. Ειδικότερα «αγωνίσθηκε να προωθήσει διάφορα θεολογικά, εκπαιδευτικά και εκδοτικά προγράμματα της Εκκλησίας» (Δεληκωστόπουλος, 2005, σ. 45) και προσπάθησε «για την ανάπτυξη της θεολογικής αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας» (Παπαλεξανδρόπουλος,) απευθυνόμενος με διδακτικό τρόπο προς τους Ορθοδόξους Έλληνες (Ρώμας, 2006, σ. 45-46).

Εκείνη την περίοδο επανακυκλοφόρησαν δύο τόμοι κατηχητικών μαθημάτων που είχε ο ίδιος συγγράψει όταν ήταν διάκονος (1960-1963). Τα κατηχητικά αυτά βοηθήματα εκδόθηκαν από την Αποστολική Διακονία και χρησιμοποιήθηκαν για την κατήχηση των μαθητών/μαθητριών Γυμνασίου – Λυκείου.

Η έρευνα στα βοηθήματα αυτά φανέρωσε τον βιωματικό τους χαρακτήρα, αξιοποιώντας μεθόδους και τεχνικές της εκπαίδευσης. Σε μια εποχή που δεν ήταν αυτονόητη η αυτενέργεια των μαθητών/μαθητριών και η καλλιέργεια του διαλόγου στόχευσε στην ανάδειξη αυτών των παιδαγωγικών αξιών, που είναι το ζητούμενο σύμφωνα με τις σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες (KalanztisCope, 2012, p. 52). Πρωτοποριακά για την εποχή του- επιλέγει στην πορεία μάθησης μεθόδους που οδηγούν τον μαθητή/τη μαθήτρια να οικοδομήσει τη γνώση μέσα από τη διερευνητική και βιωματική μάθηση. Η εμπειρία των εφήβων κρίνεται πάντα χρήσιμη. Μετά την ανάπτυξη του θέματος το ζητούμενο είναι η εφαρμογή της γνώσης στην καθημερινή ζωή των μαθητών/μαθητριών.

Στα σχέδια διδασκαλίας που περιλαμβάνονται στα κατηχητικά βοηθήματα, πρότεινε οι κατηχητές/κατηχήτριες να καλλιεργήσουν το ενδιαφέρον των παιδιών και να συνδυάσουν τη θεολογική γνώση με παραδείγματα από την καθημερινή ζωή που ευνοούν τη διαλογική προσέγγιση, αλλά και να καλλιεργήσουν την αλληλεπίδραση του κατηχητή/της κατηχήτριας με τους μαθητές/τις μαθήτριες (Tsirevelos, 2020).

Φοιτητές και πολυτεχνείο

3. Το μήνυμα του Ευαγγελίου στην Εκκλησίας της Αλβανίας – Μετάδοση και πρόσληψη

Μετά την πτώση του ολοκληρωτικού καθεστώτος το Οικουμενικό Πατριαρχείο έλαβε την πρωτοβουλία για την επανίδρυση της Εκκλησίας της Αλβανίας (1991). Ο Επίσκοπος Ανδρούσης Αναστάσιος ως Πατριαρχικός έξαρχος και στη συνέχεια ως Αρχιεπίσκοπος εργάστηκε από την πρώτη στιγμή για την επανίδρυση της τοπικής Εκκλησίας. Στην προσπάθεια αυτή χρησιμοποίησε την εμπειρία από την πολυετή ιεραποστολική διακονία του στην Αφρική καθώς και τη διοίκηση του κατηχητικού οργανισμού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδας.

Συγχρόνως όμως έλαβε υπόψη του τις ιδιομορφίες που παρουσίαζε η κάθε Εκκλησία της Αλβανίας. Το ορθόδοξο πλήρωμα δεν αποτελούσε πλειοψηφία, όπως στις περισσότερες χώρες των Βαλκανίων. Επιπρόσθετα τα μέλη της Εκκλησίας ανήκουν σε διαφορετικές εθνικές ομάδες. Είναι Αλβανοί, Έλληνες, Σλάβοι και Βλαχόφωνοι.

Με βάση αυτά τα δεδομένα ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος έθεσε ως βασική μέριμνα να μεταδοθεί το μήνυμα του Ευαγγελίου στις καρδιές και τη ζωή των ελεύθερων θρησκευτικά Αλβανών, ώστε να βιώσουν την Ορθόδοξη πίστη μέσα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Για να επιτευχθεί αυτό έπρεπε ο λόγος του Θεού να κωδικοποιηθεί στη γλώσσα και τον πολιτισμό της αλβανικής κοινωνίας. Μια βασική και διαχρονική αρχή για τη μαρτυρία των Ορθοδόξων στον κόσμο είναι ότι «το μήνυμα της Εκκλησίας μας παραμένει πάντοτε αναλλοίωτο […] οι υπόλοιποι παράγοντες που συντελούν στη μετάδοση, πρόσληψη και αποδοχή του λόγου/μηνύματος ή και της πίστης/πρότασης της Εκκλησίας μας, μεταβάλλονται μέσα στο χρόνο και οφείλουν να προσαρμόζονται στα μέτρα της κάθε εποχής, εφ’ όσον το ζητούμενο παραμένει πάντα η επικοινωνία» (Κουκουρα, 2006).

Στην περίπτωση της ανασυγκρότησης της Εκκλησίας της Αλβανίας (όπως και στην Αφρική) σε κάθε περίσταση το κήρυγμα επιδίωκε την οικοδομή στην πίστη των Ορθοδόξων με λόγια απλά, ζωντανά και κατανοητά στην τοπική νοοτροπία. Τα πρώτα έτη το κήρυγμα του Αρχιεπισκόπου του γινόταν με τη βοήθεια διερμηνέων στην αλβανική γλώσσα ή τις άλλες διαλέκτους. Σύντομα όμως ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος άρχισε να τελεί τη θεία λειτουργία στην αλβανική γλώσσα και κατά το δυνατόν να επικοινωνεί προφορικά με το πλήρωμα της Εκκλησίας στη γλώσσα αυτή. Συγχρόνως όμως χρησιμοποιήθηκαν οι γλώσσες και διάλεκτοι κάθε μειονότητας και έτσι αποδόθηκε ο ίδιος σεβασμός σε όλες τις κοινότητες που μέλη τους ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ακολούθησε μια ακόμη αρχή στην εργασία επανευαγγελισμού στην Εκκλησία της Αλβανίας. Ο Χριστιανισμός δεν κηρύττει απλά μια διδασκαλία αλλά διακηρύσσει τη ζωή, ή πιο σωστά μια διδασκαλία για να γίνει ζωή. Γι’ αυτό λοιπόν απαιτείται συνέπεια λόγων και έργων για να αποκτήσει το κήρυγμα τη ζωτικότητα, τη δύναμη και τη δραστικότητα εκείνη, η οποία θα το ανυψώσει από το επίπεδο της απλή διδασκαλίας σε ιερό λειτούργημα και αποστολή μαρτυρίας. Ο ίδιος και οι συνεργάτες του φανέρωσαν αυτή τη συνέπεια και επιδίωξαν να αποτελέσει βίωμα και των Αλβανών χριστιανών. Ας μη λησμονούμε ότι το κήρυγμα είναι μια πηγαία μαρτυρία πίστεως για το ασύλληπτο μέγεθος της αγάπης του Θεού και συνεπάγεται την ανάλογη στάση ζωής από τον κήρυκα.

Εξάλλου το αποτελεσματικό κήρυγμα είναι αληθινό, απέριττο, θεραπευτικό και ρηξικέλευθο. Σε κάθε περίπτωση η κηρυγματική διακονία δεν πρέπει να είναι λόγος φανατισμού αλλά σεμνή προσφορά του θησαυρού και της ζωής της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας Αυτό επιδίωξε η Εκκλησία της Αλβανίας με τις Εγκυκλίους και τα κηρύγματα του Αρχιεπισκόπου, αλλά και των άλλων κληρικών. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος εργάσθηκε για τη γνώση των βασικών χριστιανικών αληθειών από κάθε ορθόδοξο και ειδικά για τους νέους.

Ειδικά στην Αλβανία αναπτύχθηκε το ιεραποστολικό κήρυγμα, το οποίο επιδίωξε το διαρκές κάλεσμα των πιστών. Στο ιεραποστολικό κήρυγμα συνέβαλαν και άλλα μέσα επικοινωνίας. Στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες ο λόγος της Εκκλησίας χρειάζεται να ακούγεται παντού στην κοινωνία και να μεταδίδεται από τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας με τρόπο κατανοητό, ώστε να προσφέρει με βιωματικό τρόπο την εν Χριστώ μαρτυρία. Η βιωματική προσέγγιση και οι παράγοντες επικοινωνίας και στη χριστιανική μαρτυρία οικοδομούν το πλαίσιο για τον επανευαγγελισμό. «Με αυτά τα σύγχρονα διαδικτυακά μέσα, το ιεραποστολικό κήρυγμα των Πράξεων των Αποστόλων διαθέτει πλέον ασύγκριτες δυνατότητες, για να μεταδοθεί σε πολλαπλάσιους αποδέκτες και με πολλαπλάσια ταχύτητα. Όμως εκείνο που παραμένει αναντικατάστατο είναι η αποφασιστική σημασία της ανθρώπινης παρουσίας για τη μετάδοση και την πρόσληψη των μηνυμάτων».

Στην Εκκλησία της Αλβανίας αξιοποιήθηκαν διάφορα μέσα για τη μετάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου. Από το 1992 εκδίδονται η μηνιαία εφημερίδα Ngjallja (Resuraction), από το 1997 το παιδικό περιοδικό Gezohu (Χαίρε), το νεανικό Kambanat (Καμπάνες) και το φοιτητικό δελτίο Fjala (Λόγος), το αγγλικό δελτίο «News from Orthodoxy in Albania». Τα τελευταία χρόνια γίνεται προσπάθεια για δυναμική παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Με βάση αυτά τα στοιχεία εύκολα κατανοεί κανείς ότι η βασική προσπάθεια ήταν οι αποδέκτες του ευαγγελικού μηνύματος να είναι άνθρωποι όλων των ηλικιών και των κοινωνικών τάξεων.

4. Η Λειτουργία μετά τη Λειτουργία

Συνάμα ο Αρχιεπίσκοπος επιδίωξε το κήρυγμα να στοχεύει στην ενεργοποίηση του βιώματος της λειτουργίας μετά τη Λειτουργία. Σχετικά με την προτροπή αυτή ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος επισημαίνει σε ένα κείμενό του: «Βιώνοντας ο πιστός στη Λειτουργία την κοινωνία με τον Θεό […] ευρύνει τους ορίζοντες της σκέψεως και των ενδιαφερόντων του, αποκτά εσωτερικές δυνάμεις για τη συνέχιση μιας βιωματικής λειτουργίας μέσα στη ζωή: Για την ουσιαστική, δηλαδή, προώθηση της αδελφοσύνης στον κόσμο, τη γεφύρωση των διεστώτων, την κατάλυση κάθε είδους πολιτιστικών, γλωσσικών, πολιτικών φραγμών. Υπάρχει μια άλλης μορφής λειτουργία (“έργον λαού”). Χάριν του λαού, την οποία οφείλει κάθε πιστός να συνεχίζει προσωπικά μετά την τέλεση της Λειτουργίας στο ναό. “Μια λειτουργία μετά τη Λειτουργία”. Έτσι, η Λειτουργία γίνεται ζωή και ολόκληρη η ζωή υψώνεται σε Θεία Λειτουργία».

Η βιωματική ευχαριστιακή στάση ζωής εκφράζεται με την ανιδιοτελή προσφορά υπηρεσιών των χριστιανών και σύσσωμης της Εκκλησίας προς κάθε άνθρωπο. Έτσι λοιπόν η οργάνωση της Εκκλησίας της Αλβανίας σε ενορίες συνδυάστηκε με την ίδρυση κατηχητικών σχολείων ακόμη και στα δυσπρόσιτα αλβανικά ορεινά εδάφη. Το έργο ανέλαβαν οι πρώτοι γηγενείς κληρικοί με τη συνδρομή λαϊκών, ανδρών και γυναικών. Ιδιαίτερη ανάπτυξη έδωσε στο κατηχητικό έργο η ίδρυση της Ορθόδοξης Θεολογικής Ακαδημίας «Ανάσταση» στο Μοναστήρι του Αγίου Βλασίου Δυρραχίου. Η επανέναρξη του κατηχητικού έργου από εκεί είχε και μια σημειολογική αναφορά. Το μοναστήρι του αγίου Βλασίου ήταν ο πρώτος ορθόδοξος χώρος που καταστράφηκε κατά τον θρησκευτικό διωγμό. Πλέον ήταν ο πρώτος χώρος που αναβίωνε. Εκεί οι υποψήφιοι και εν ενεργεία κληρικοί έλαβαν τις βασικές θεολογικές σπουδές.

Για την υποστήριξη του κατηχητικού έργου, τη δημιουργία γηγενών στελεχών αλλά και την ευρύτερη μόρφωση του λαού ιδρύθηκαν σχολεία σε όλες τις βαθμίδες. Το Ίδρυμα «Fryma e Dashurise» (Πνοή Αγάπης) συντονίζει μέχρι σήμερα το εκπαιδευτικό έργο της Εκκλησίας, το οποίο πλέον περιλαμβάνει και το Πανεπιστημιακό Κολλέγιο“Logos”. Η θεμελίωση σχολείων και βιβλιοθηκών στην προαγωγή της παιδείας και του πολιτισμού των Αλβανών. Στην κατηχητική διακονία συνέβαλε και το εκκλησιαστικό τυπογραφείο, στο οποίο τυπώθηκαν πρωτότυπα και μεταφρασμένα στα αλβανικά λειτουργικά, θεολογικά και εκκλησιαστικά βιβλία.

Η πνευματική συγκρότηση του Ορθόδοξου πληρώματος συνοδεύτηκε από το 1992 με πολλά έργα υποδομής. Οι πρώτες λατρευτικές συνάξεις πραγματοποιήθηκαν σε υπαίθριους χώρους, όπου πριν το 1967 υπήρχαν ναοί. Ωστόσο μέσα σε λίγα χρόνια ανεγέρθησαν 150 ναοί. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον Καθεδρικό Ναό της Αναστάσεως με το ιδιαίτερο κωδωνοστάσιο και το Συνοδικό και Πολιτιστικό Κέντρο των Τιράνων. Στους υπόγειους χώρους του ναού υπάρχει μεγάλη αίθουσα συνεδρίων, μικρότερες αίθουσες πολλαπλών χρήσεων και εκκλησιαστικό μουσείο.

Στη μοναδική αυτή ανοικοδόμηση πρέπει να προστεθούν 70 οικοδομήματα ποικίλης χρήσης, μοναστήρια, σχολεία, εργαστήρια αγιογραφίας και φροντιστήρια εκκλησιαστικής μουσικής. Τα οικοδομήματα αυτά πρόσφεραν τη βάση για τη σύναξη και οργάνωση της Εκκλησίας της Αλβανίας. Επιπρόσθετα σημαντική είναι η συμβολή στον πολιτισμό με τη διάσωση 60 και πλέον εκκλησιαστικών μνημείων. Η ομορφιά αυτών των μνημείων σε συνδυασμό με το κάλλος της εκκλησιαστικής τέχνης (ναοδομία, εικόνες, μουσική) προσαρμοσμένο στον περιρρέοντα πολιτιστικό περίγυρο λειτούργησαν ως φορείς του Ευαγγελίου και η βαθιά πίστη των χριστιανών μεταδόθηκε στην κοινωνία.

Εξάλλου η ανασυγκρότηση της Αλβανικής Εκκλησίας διενεργήθηκε μέσα από το πρωτοποριακό κοινωνικό έργο. Ορισμένες φορές η κοινωνική προσφορά της Εκκλησίας μπορεί να παρεξηγηθεί και να θεωρηθεί ως έκφραση προσηλυτισμού. Ωστόσο βασικό κριτήριο αποτελεί το κίνητρο αυτής της προσφοράς. «Το να προσκαλέσει ο Χριστιανός τον άλλον στην πίστη της Εκκλησίας αφενός, και το να σταθεί αλληλέγγυος στα θύματα και τους καταπιεσμένους αφετέρου, δεν αποτελούν δύο αντιθετικές κατευθύνσεις, αλλά αλληλοπεριχωρούμενες αλήθειες». Η ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών των ανθρώπων, όπως φαγητό, νερό, εργασία, εκπαίδευση, η φροντίδα της υγείας με την ίδρυση ιατρείων που θα απαλύνουν τον πόνο, κρίνονται ως θεμελιώδεις, διότι μαρτυρούν την έμπρακτη μεταφορά της εν Χριστώ αγάπης στον πλησίον.

Έτσι η Εκκλησία της Αλβανίας με επιμελημένη οικονομική προεργασία και σχεδιασμό έλαβε ποικίλες κοινωνικές πρωτοβουλίες. Ενδεικτικά αναφέρονται το Ίδρυμα «Klinika Orthodokse e Ungjilimenit» (Ορθόδοξο Διαγνωστικό Ιατρικό Κέντρο «Ευαγγελισμός») με το ομώνυμο ιατρικό κέντρο, το οποίο εξυπηρετεί 1.400.000 άτομα ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους πίστη, ενώ δημιουργήθηκαν πολυϊατρεία σε διάφορες περιοχές. Επίσης οργανώθηκαν προγράμματα για την υπεράσπιση και την κοινωνικοποίηση των γυναικών. Ο τομέας «Διακονία Αγάπης» αναπτύσσει σε όλη την αλβανική επικράτεια ευρύτατο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο, όπου διανέμονται τρόφιμα, ενδύματα, φάρμακα. Σε αυτά απαιτείται να προστεθούν τα προγράμματα γεωργικής και κτηνοτροφικής ανάπτυξης, η κατασκευή αγροτικών δομών, υδραγωγείων, το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο και τα προγράμματα προστασίας του περιβάλλοντος. Καθοριστική πάντα κρίνεται η συνεργασία των λαϊκών που ανήκουν σε διάφορα επαγγέλματα, επιστήμες και ειδικότητες, όπως π.χ. των γιατρών και των εκπαιδευτικών. Κατά αυτόν τον τρόπο φανερώνεται ότι κλήρος και λαός αποτελούν έμπρακτα το Σώμα Χριστού.

Οι πρακτικές αυτές ακολουθούν το ιστορικό παράδειγμα της ορθόδοξης παράδοσης και εκφράζουν την άμεση συνέχεια και σύνδεση με το έργο των Αποστόλων και των Αγίων της. Έτσι λοιπόν αναπτύσσεται μια αυτοτελής τοπική εκκλησία που μετέχει στην Μία Εκκλησία. Η τακτική αυτή προσδίδει ένα βαθύτερο και συνάμα πραγματοποιήσιμο όραμα. Όπως έγραφε κατά τη δεκαετία του ’60 ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, η Ορθόδοξη μαρτυρία έχει ως προοπτική «την ανάπτυξη γηγενούς Εκκλησίας, αυτοδυνάμου και αυτονόμου, η οποία θα αξιοποιήση όλα τα γνήσια στοιχεία των εθνικών παραδόσεων και συμφώνως προς την ιδιοσυγκρασίαν του λαού θα τα μεταμορφώση και εξαγιάση προς δόξαν Θεού».

Συμπεράσματα

Όλη η ζωή του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου χαρακτηρίζεται από μια αποστολή. Αυτή της αφιέρωσης στη μαρτυρία του Θεού και της προσφοράς στον άνθρωπο. Βασικό στοιχείο της διακονίας του υπήρξε η αρμονική συλλειτουργία της θεολογικής μαρτυρίας και της εκκλησιαστικής έμπρακτης ιεραποστολικής εργασίας. Ο συνδυασμός αυτός παρατηρείται έντονα στα κείμενα οργάνωσης των πρωτοβουλιών για την αφύπνιση της μαρτυρίας, στα ιεραποστολικά κλιμάκια της Ανατολικής Αφρικής, στις προσπάθειες επανεαυαγγελισμού των Ορθοδόξων μέσα από την Αποστολική Διακονία, καθώς και στις εργασίες για την ανασύσταση της Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Αλβανίας.

Σε όλη αυτή την πλούσια διακονία σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η μετάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου μέσα από τα ιεραποστολικά περιοδικά, τα κατηχητικά βοηθήματα, τα κηρύγματα, την εκπαίδευση, τα λαμπρά έργα κοινωνικής προσφοράς και οπωσδήποτε την προσωπική επικοινωνία με αμεσότητα με βάση τις δυνατότητες των αποδεκτών. Έτσι λοιπόν εκτός από το μήνυμα του Ευαγγελίου που παρέμενε αναλλοίωτο, η κωδικοποίηση προσαρμόστηκε στις πολιτιστικές αναπαραστάσεις και τη μαθησιακή ετοιμότητα των αποδεκτών, με απώτερο σκοπό να υπηρετήσει την εν Χριστώ αποστολή.

Έχω την αίσθηση ότι τα ακόλουθα λόγια του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου φανερώνουν το χρέος της αποστολής για κάθε χριστιανό και χριστιανή:

«Ο Κύριος μας τονίζει: ‘μη φοβού’. Και τελικά μας αναθέτει μια μεγάλη αποστολή: Να συμμετέχουμε στο έργο της σωτηρίας του κόσμου […] Όταν αισθάνεσαι τον πλησίον μόνο μέσα στα εθνικά όρια, σημαίνει ότι αρνείσαι και χάνεις την παγκοσμιότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας […] Η οριζόντια αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας είναι η συμπλήρωση και η επαλήθευση της κατακόρυφης αγάπης προς τον Θεό».

Αναφορές

Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Ιεραποστολή στα ίχνη του Χριστού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2007, σσ. 374.

Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Εως εσχάτου της γης. Ιστορικά ιεραποστολικά μελετήματα, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2009, σσ. 388.

Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Η λησμονημένη εντολή. Από το λήθαργο στην αφύπνιση, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2013, σσ. 530

Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπισκόπου Αλβανίας (2007), Ιεραποστολή στα ίχνη του Χριστού. Θεολογικές μελέτες και ομιλίες. Αθήνα: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδας, σ. 128-129.

Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Στην Αφρική, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2009.

Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Τα 20 πρώτα χρόνια Αρχιερωσύνης. Τιτουλάριος Επίσκοπος Ανδρούσης (1972-1992), εκδ. Ορθοδόξου Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Αλβανίας, Τίρανα 2024

Δεληκωστόπουλου, Αναστάσιος, Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας: Ο ποιμένας του στοχασμού, της δημιουργίας και της της ειρήνης, εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2005.

Κούκουρα Δήμητρα (2019): Το κήρυγμα της Εκκλησίας και η διαμόρφωσή του. Ομιλία-Λόγος, Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη.

Μπαστέα Ν. & Προβατά Μ., Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος πορευόμενος. Συνομιλίες με τη Νατάσα Μπαστέα και τον Μάκη Προβατά, εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2021.

Παπαθανασίου, Θ. «Η “γενιά του ’60” και η ιεραποστολή. Δυσπιστία, δημιουργικότητα, αμηχανία», στο Αναταράξεις στη μεταπολεμική θεολογία. Η «θεολογία του ΄60», επιμ. Π. Καλαϊτζίδης, Θ. Παπαθανασίου, Θ. Αμπατζίδης, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήναι, σελ. 364-427.

Παπαθανασίου, Θ. Υποτέλεια, Ιεραποστολή και Θεολογία της Απελευθέρωσης στην Άπω Ανατολή, εκδ. Red n Noir, Αθήνα 2023

Παπαλεξανδρόπουλου, Αλ. Στην Υπηρεσία της Εκκλησίας, στο Χαριστήριο Τόμο προς Τιμήν του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας «Πορευθέντες…», επιμ. Ηλ. Βουλγαράκη, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1997, ι-κθ. Αθ.

Ρώμα, Χ. Αρχιεπίσκοπος Τιράνων – Ο πρωτεργάτης Ιεραποστολής, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2006.

Riccardi Α., Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος Διάκονος σε χώρες πολλές, μτφρ. Χρηστίδου Σμαρώ-Κούκουρα Δήμητρα, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2023

Τσομπανίδης, Σ. (2009). Μετά-Λειτουργία. Η ορθόδοξη συμμετοχή στην κοινή χριστιανική μαρτυρία για δικαιοσύνη, ειρήνη και ακεραιότητα της δημιουργίας. Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς, σ. 157.

Τσιρέβελος, Ν. (2015). Θεολογική θεμελίωση της ορθόδοξης μαρτυρίας. Σπουδή στο έργο του Αρχιεπίσκοπου Αλβανίας Αναστασίου. Θεσσαλονίκη: Ostracon Publishing

Tsirevelos, N. (2022). The liturgy after the liturgy. An original missionary exhortation of Archbishop Anastasios of Albania”, Theology & Culture, Volume 5, p. 49-69.

Τσιρέβελος, Ν. (2023). Η ορθόδοξη μαρτυρία κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ο ρόλος των ιεραποστολικών περιοδικών Πορευθέντες και Πάντα τα Έθνη στη μετάδοση του μηνύματος. Αθήνα: Αρμός.