Γέροντας Αμβρόσιος Λάζαρης, Για την κοσμική γυναίκα που έκαψε το Ευαγγέλιο και προκαλούσε τον Θεό!

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Κάποια νέα γυναίκα ήταν εντελώς άπιστη. Και όχι μόνο αυτό, ήταν και διώκτης του Θεού. Έφτασε στο σημείο να κάψει Αγία Γραφή και να την πατήσει.

Κάποια στιγμή, που ένιωθε πολύ χαρούμενη για την κοσμική της ζωή, όπως γυρνούσε με τον άνδρα της από ξενύχτι, έστρεψε το κεφάλι της ψηλά και είπε: «Δεν υπάρχεις! Και αν υπάρχεις, θα σου κάνω μια χάρη: θα εξομολογηθώ! Αλλά όχι όπου κι όπου. Εσύ θα μου φέρεις έναν, εάν υπάρχεις, που θα είναι ο καλύτερος [ο καλύτερος Εξομολόγος, Πνευματικός».

Αυτά τα επανέλαβε αρκετές φορές, μέσα στην άγνοια και την αφέλειά της και πάντα «κάνοντάς Του τη χάρη»· ήταν η μόνη επικοινωνία, που είχε εκείνα τα χρόνια με τον Θεό.

Μέσα στη δόξα της την κοσμική και την ευτυχία της την προσωπική και οικογενειακή -γιατί τα είχε όλα, δεν υπήρχε κάτι παραπάνω να ζητήσει- κάποια στιγμή άρχισε να αισθάνεται μόνη.

Γυρνούσε δεξιά και αριστερά αμήχανη, δεν μπορούσε να ζητήσει βοήθεια και μεγαλοποιούσε τα πάντα, ένιωθε πάρα πολύ άσχημα.

Ένα βράδυ που της συνέβαιναν όλα αυτά, χωρίς ωστόσο να την απασχολεί κάτι, καθώς επέστρεφε στο σπίτι της, γύρισε ξανά το κεφάλι προς τον ουρανό και είπε: «Αν υπάρχεις, κατέβα τώρα και κάνε κάτι!»

Την επομένη η αδελφή της της μίλησε για τον Γέροντα: «Θέλεις να τον γνωρίσεις»; «Ναι» απάντησε, πιο πολύ για να την αποφύγει, μια που ήταν 10 η ώρα το βράδυ. Τηλεφώνησαν. Ήταν ο ίδιος ο Γέροντας.

Μόλις σήκωσε το ακουστικό, και χωρίς προηγουμένως να ενημερωθεί για το παραμικρό, είπε αμέσως: «Φερ’ την τώρα εδώ».

Γύρισε η αδελφή και είπε: «Μας περιμένει».

«Ποιος περιμένει; Είσαι καλά; Εσύ δεν μου είπες ότι δεν δέχονται αργά;»

Ξεκίνησαν για το μετόχι. Το σπίτι βρισκόταν τότε στο Παγκράτι [συνοικία της Αθήνας].

Μπαίνοντας είδαν έναν ψηλό ρασοφόρο να πλησιάζει αργά στηρίζοντας το σώμα του σε μια μαγκούρα.

Σταμάτησε μπροστά στη γυναίκα, που δεν πίστευε, την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω σαν να την πέρασε από ακτινογραφία, δεν μίλησε και προχώρησε για το δωμάτιό του. Εκείνη στράφηκε προς την πόρτα.

Έβαλε το χέρι της στην πετούγια. Ο Γέροντας δεν την έβλεπε, τον άκουσε όμως να της λέει από το δωμάτιό του: «Έλα μέσα!»

Και τότε αυτή μπήκε, γιατί ντράπηκε.

Πήγε και κάθισε δίπλα του. «Για πες μου» την παρότρυνε.

Εκείνη τότε άρχισε να κατηγορεί τους άλλους. Όλος ο κόσμος έφταιγε, μόνο αυτή ήταν σωστή και άψογη και τέλεια. Δεν τη διέκοψε. Την άφησε να μιλά συνεχώς και να εκφράζει τα παράπονα, τους θυμούς, τις απογοητεύσεις της.

Και αφού τα είπε και έκλαψε και ησύχασε, είδε τότε τον Γέροντα να γυρίζει προς το μέρος της, να την κοιτάζει κατάματα και να τη ρωτά: «Δεν μου λες εσύ, μήπως έκανες τότε αυτό;»
Και της αποκάλυψε κάτι που είχε διαπράξει σε πολύ μικρή ηλικία, δεν το ήξερε κανείς, δεν θα το μάθαινε ποτέ κανείς, αλλά και η ίδια είχε διαγράψει από τη συνείδησή της ότι το είχε κάνει.

Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, που όμως γι’ αυτήν ήταν αιώνας, εκατό φορές σκέφτηκε να το αρνηθεί και να πει «όχι», αυθόρμητα όμως και χωρίς να το ελέγχει απάντησε «ναι».

Τότε ο Γέροντας της έδειξε την πόρτα και της είπε: «Πήγαινε. Έσωσες την ψυχή σου».

Εκείνη σηκώθηκε και βγήκε παραπατώντας σαν μεθυσμένη, πιο ελαφριά όμως και σαν να πετούσε.

Η ζωή της από τότε άλλαξε ριζικά. Η στάση και ο λόγος του Πατέρα Αμβρόσιου την καθόρισαν για όλη την υπόλοιπη ζωή της.

Μάλιστα είχε την ιδιαίτερη ευλογία να διακονήσει για χρόνια το Μοναστήρι και τον Γέροντα, ο οποίος από τότε έγινε ο Πνευματικός της.

Βέβαια δεν ήταν εύκολο να αλλάξει εκ βαθέων -γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος αλλάζει δύσκολα- και μάλλον γι’ αυτό η παιδαγωγία του Γέροντα προς την ψυχή αυτή δόθηκε επί αρκετό χρονικό διάστημα με πολύ αυστηρό τρόπο, κάτι όμως που η ίδια δεχόταν αδιαμαρτύρητα και με εμπιστοσύνη πλέον προς τον Θεό, που της είχε απαντήσει.

Λίγους μήνες μετά, όταν πήγε για πρώτη φορά στη Μονή Δαδίου [κοντά στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας], ο Γέροντας την περίμενε έξω, στην είσοδο, με ανοιχτά τα χέρια. Την αγκάλιασε, τη φίλησε και της είπε ζεστά: «Καλώς ήρθες, παιδί μου».

Πολύ αργότερα, μόλις συνειδητοποίησε πως εκείνος ο τρόπος του καλωσορίσματος ήταν ιδιαίτερος, τον ρώτησε: «Γέροντα, τότε που ήρθα πρώτη φορά στο Μοναστήρι, το ήξερες πως θα κολλήσω και γι’ αυτό με υποδέχτηκες έτσι;»

«Α, παιδάκι μου. Εγώ ήξερα όλη σου τη ζωή από τότε που γεννήθηκες και την ξέρω μέχρι να πεθάνεις» πήρε την απάντηση και μάλιστα της είπε πολλά για τη ζωή της, που θα ακολουθούσαν, τα οποία όλα επαληθεύτηκαν.

Από το βιβλίο της Ι. Μ. Δαδίου Παναγία η Γαυριώτισσα, «Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης, Ο πνευματικός της Μονής Δαδίου, Ο επιστήθιος φίλος του αγίου Πορφυρίου», των εκδόσεων Άθως. Κείμενα Μιχάλης Λεβέντης.