Τα πατριωτικά αισθήματα είναι βασικό γνώρισμα της προσωπικότητας του Δ. Σολωμού αλλά και τα χριστιανικά του αισθήματα είναι εξίσου χαρακτηριστικά. Τα δύο αυτά αισθήματα αναδεικνύονται σε όλο το έργο του Σολωμού.
Το γεγονός της β΄ πολιορκίας του Μεσολογγίου και της ηρωικής έξοδος των Μεσολογγιτών τον συγκλονίζει και παρακολουθεί από τον λόφο του Στράνη και όταν άκουσε κανονιές από την Ρούμελη, φώναξε με όλη του την ψυχή: «Βάστα καϋμένο Μεσολόγγι». Τότε, τον Μάη του 2823, ήταν που έγραψε σε ένα μήνα τον Ύμνο εις την Ελευθερία. Ο Πολυλάς μας μεταφέρει μια μεγαλειώδη φράση του Σολωμού: «κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς να λαχταρίζει μέσα σου κάθε είδος μεγαλείου». Αυτήν την Ελλάδα έκλεισε μέσα του ο Σολωμός και δημιούργησε αυτά τα μεγαλουργήματα παγκόσμιας εμβέλειας. Ο Ψυχάρης αναφέρει ότι ο Σολωμός ξεκινώντας το ποιητικό του έργο με τον Ύμνο εις την Ελευθερία φτάνει στην ώριμη περίοδο και στην κατάλληλη ώρα για να εκφράσει την σκέψη της φυλής του.
Οι Μεσολογγίτες δεν διαπνέονται μόνο από ένα έντονο πατριωτικό αίσθημα αλλά και από μια θερμή πίστη στον Χριστό και είχαν συνειδητοποιήσει ότι πολεμούσαν «υπερ πίστεως και πατρίδος». Η ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε μέσα στο «αλωνάκι» και «το καλυβάκι», όπως ο Σολωμός χαρακτηρίζει το πρόχειρα οχυρωμένο Μεσολόγγι, ήταν κατεξοχήν θρησκευτική και θα έλεγα μυστηριακή. «Στους Ελεύθερους Πολιορκημένους ο Σολωμός», γράφει ο Γ. Αποστολάκης, «αγίασε τους αγωνιστές. Τώρα ο Έλληνας μπορεί να ορκίζεται σε αυτούς, διότι ο Σολωμός με την ποιητική του μεγαλοφυΐα μας δείχνει πως εκείνες οι ψυχές ήταν αληθινά άγιες».
Αυτούς του αγωνιστές τους έβαλε μέσα στην ψυχή του και άφησε την καρδιά του να ξεχειλίσει από αγάπη στην πατρίδα και πίστη στον Χριστό. Θέμα του είναι ο ηρωικός αγώνας των Μεσολογγιτών κατά τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826) ως την απεγνωσμένη έξοδο, την παραμονή των Βαΐων. Ο ποιητής ξεκινώντας από το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός ανάγεται στον αγώνα του ανθρώπου για την ηθική και την εσωτερική του ελευθερία.
«Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», γράφει ο Γ. Αποστολάκης, «είναι το έργο που μελέτησε και δούλεψε περισσότερο από κάθε άλλο. Μπορούν να ονομαστούν το καθαυτό έργο της ζωής όχι μόνο γιατί το δούλεψε από το 1826 έως το 1844 αλλά γατί ζήτησε να περικλείσει μέσα σε αυτό ό,τι ανώτερο έφτασε ο ίδιος να αντικρύσει στη ζωή του». Ο Σολωμός γράφει στους στοχασμούς του ότι ο μικρός αυτός τόπος υπηρετεί τα συμφέροντα της Ελλάδας αλλά γίνεται και η αιτία του θαυμασμού της Ευρώπης και γενικότερα της ανθρωπότητας, όταν πολεμά για αξιοπρέπεια και λευτεριά.
Το Μεσολόγγι ήταν κατά το Σολωμό «ένα αλωνάκι»,ένα «καλυβάκι» ένας τόπος μικρός αλλά ο τόπος αυτός φιλοξενεί μια ηρωική και άγια πόλη, το Μεσολόγγι, η οποία είναι:
«Όμορφη, πλούσια, κι’ άπαρτη, και σεβαστή, κι’ αγία!»,
Και σε άλλο σημείο:
«Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»
Οι Μεσολογγίτες ήρωες και μάρτυρες
Τους Μεσολογγίτες ο Σολωμός τους παρουσιάζει όχι μόνο ως ήρωες αλλά και ως μάρτυρες, αφού αντιμετώπισαν πολλούς πειρασμούς και βγήκαν νικητές.
Α. Ο Πειρασμός της εξαντλητικής πείνας
Μετά την αποτυχία του Μιαούλη να εφοδιάσει τους πολιορκημένους με τα στοιχειώδη τρόφιμα, έπεσε μεγάλη πείνα, σε σημείο να τρώτε γάτες, σκυλιά, ποντίκια και ότι κυκλοφορούσε ζωντανό. Η πείνα μαστίζει όλους ακόμη και τους πολεμιστές.
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
Οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
Κι ω πείνα και φρίκη δεν σκούζει σκυλί.
Β. Ο Πειρασμός της όμορφης φύσης
Το Μεσολόγγι έπεσε την άνοιξη. Ο ποιητής παρασταίνει τη Φύση, τη στιγμή που είναι ωραιότερη, σαν μια δύναμη, η οποία, με όλους τους πειρασμούς, υλικούς και ηθικούς, προσπαθεί να δειλιάσει τους πολιορκημένους. Η ωραιότητα της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξάνει στους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και στους πολιορκημένους τον πόνο να μην την χάσουν. Η ομορφιά της φύσης με την μαγεία της κάνει τον άνθρωπο να ξεχνάει όλα τα άλλα και να θέλει να ζήσει, γιατί ένας τέτοιος θάνατος σε μια τέτοια φύση είναι σαν να πεθαίνει χίλιες φορές.
Β΄ Σχεδίασμα
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Δεν μπορεί να αποφασίσει κανείς για το ποια είναι η καλύτερη περιγραφή της όμορφης φύσης από τον Δ. Σολωμό
Γ΄ Σχεδίασμα
Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
Κι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Κι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.
Η νύχτα είναι μαγική, γεμάτη θαύματα, όπως διαπιστώνεται από την εμφάνιση της κορασιάς που είναι ντυμένη στο φως.
Β. Ο Πειρασμός των απατηλών υποσχέσεων των Τούρκων
Άλλος πειρασμός, ίσως ο πιο μεγάλος, ήταν να παραδοθούν στον εχθρό και να γλιτώσουν την ζωή τους, Τώρα όμως οπού έχασαν κάθε ελπίδα και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίσει τη ζωή, αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Μάρτυρες.
Γ. Ο Πειρασμός των αναμνήσεων
Και δεν φτάνουν όλα τα άλλα έχουν και τις αγαπημένες αναμνήσεις τους που τους πλακώνουν την ψυχή. «Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση ότι αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, η οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του».
«Μια κόρη μπαίνει στον πειρασμό από μια θύμηση του αγαπητικού της. Ευρίσκει όμως παρηγοριά κοιτάζοντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών, κι αυτή απευθύνεται στον καλό της»: Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Ακόμη και η κλαγγή της σάλπιγγας τους θύμιζε την ζωή που θα στερηθούν.
«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία».
Τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.
Ο εξαγιασμός των Μεσολογγιτών
Οι Μεσολογγίτες αντιμετωπίζουν όλους αυτούς τους πειρασμούς με ελληνική ανδρεία και χριστιανική καρτερία. Εμπνέονται από την εκκλησία και παίρνουν θάρρος και κουράγιο.
- Τα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,
- Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.
Αλλά και οι Μεσολογγίτισες στάθηκαν κι αυτές γενναίες και δεν λύγισαν μπροστά στους πειρασμούς. «Όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι».
Η Πατρίδα συμπαραστέκεται τα παιδιά της στις δύσκολες αυτές ώρες. Ο Σολωμός γράφει: «Είναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Μεγάλη Μητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέει την Παράδεισο· Πολλές πληγές κι εγλύκαναν γιατ’ έσταξ’ αγιομύρος. Μένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους»·