Οι κοινότητες της αγάπης

Μέσα από τις Πράξεις των Αποστόλων (Β’ και Δ’ κεφάλαιο) πληροφορούμαστε για την ζωή των πρώτων Χριστιανών στις κοινότητες της αγάπης. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η ομοψυχία των, μέσα στην κοινότητα, δεν περιοριζόταν μόνον σε θέματα πνευματικής η μορφωτικής φύσεως, αλλά επεκτεινόταν και στα οικονομικά ζητήματα, όπου υπήρχε δικαιοσύνη και τιμιότητα, ώστε να καλύπτωνται οι ανάγκες όλων των αδελφών, «καθότι αν τις χρείαν είχε» (Πραξ., δ’ 35). Για να εξυπηρετηθή, μάλιστα, αυτό το κοινό έργο, επειδή οι ανάγκες συνεχώς αυξάνονταν, η κοινότητα στο σύνολό της -και όχι μόνον οι Απόστολοι- εξέλεξε τους διακόνους, για να βοηθούν τους Αποστόλους στον τομέα της κοινωνικής προσφοράς.

Οι Απόστολοι, επομένως, με βάση την δική των κοινότητα με τον Χριστό, θεμελίωσαν, στην συνέχεια, τις αποστολικές κοινότητες, όπου μετέφεραν το μήνυμα της αγάπης, και στις οποίες προέτρεπαν τους νέους πολίτες να ζούν με ορθή πίστη, αληθινή ζωή και δίκαιη και ειρηνική πολιτεία.

Υπήρξε, μάλιστα, εσωτερικός σύνδεσμος μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων και αλληλοστήριξη, όπως γινόταν λ.χ. με τις «λογείες», την συγκέντρωση δηλαδή και την αποστολή βοηθείας εκ μέρους μιάς η περισσοτέρων κοινοτήτων προς στους εμπερίστατους αδελφούς της δοκιμαζομένης κοινότητος (Β’ Κορ., η’ 14, Γαλ., β’ 10, κ. α.).

Δυστυχώς, η εσωτερική αυτή αυτονομία και το πνεύμα της αλληλεγγύης που χαρακτήριζε τις πρώτες αυτές κοινότητες δεν διατηρήθηκε στους επόμενους χρόνους για πολλούς λόγους, που αποτελούν θέμα ξεχωριστής μελέτης.

Σημασία έχει, πάντως, ότι οι Απόστολοι στήριξαν τα θεμέλια των κοινοτήτων αυτών, που υπήρξαν αληθινές κυψέλες χριστιανικής ζωής και πολιτείας, πάνω στον ακρογωνιαίο λίθο, τον Χριστό, με τον Οποίον παρέμεναν διαρκώς ενωμένοι, παρά την διασπορά των σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Εξ άλλου, δεν κήρυτταν δικές των αλήθειες, αλλά την μοναδική Αλήθεια, που είναι πρόσωπο, ο Χριστός: «Εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν. ιδ’ 6).

Πέτυχαν, έτσι, στην τριπλή αυτήν αποστολή των, της πνευματικής διαφωτίσεως, της μορφωτικής καλλιέργειας και της κοινωνικής διακονίας, χάρη στην ενότητα με τον Λόγο του Θεού, στην μεταξύ των ενότητα και συνεργασία, και φυσικά χάρη στην συνέργεια του Αγίου Πνεύματος που κατηύθυνε κάθε των βήμα.

Έχομε, επομένως, χρέος και εμείς, οι σημερινοί χριστιανοί, οι βαπτισμένοι στο όνομα της Αγίας Τριάδος και φωτισμένοι από την χάρη του Αγίου Πνεύματος, να βαδίζωμε στα χνάρια των Αποστόλων, γινόμενοι με την σειρά μας μικροί απόστολοι, που σημαίνει να μένωμε πιστοί στην αλήθεια της «Μίας, Αγίας και Καθολικής Εκκλησίας» και να αποτελούμε, με την γνήσια χριστιανική ζωή μας και την δίκαιη και συνεργατική μας πολιτεία, φωτεινά παραδείγματα και για άλλους ανθρώπους, «όπως ίδωσιν ημών τα καλά έργα και δοξάσωσιν τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ., ε’ 16).

Έτσι και μόνον έτσι θα τιμήσωμε πραγματικά τους Αποστόλους, που μας καλούν, διά στόματος του κορυφαίου των, Αποστόλου Παύλου, να γίνωμε μιμητές των στα έργα και όχι μόνον στα λόγια (Α’ Κορ., ια’ 1), προς όφελος και σωτηρία ημών των ιδίων και πάντων των ανθρώπων. Γένοιτο!