Όσιος Διονύσιος κτήτορας Μονής Διονυσίου, Το θαυμαστό γεγονός που φανέρωσε τον τόπο που έπρεπε να κτίσει την μονή

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

[..] Νύκτα λοιπόν τινά, καθώς εστέκετο [ο Άγιος Διονύσιος ο κτήτορας της Μονής Αγίου Διονυσίου Αγίου Όρους] εις τον όρθρον, είδεν εις τον τόπον όπου ήτο Θεού θέλημα να γίνη το μοναστήριον, και εστέκετο (ω των αρρήτων, Χριστέ, μυστηρίων σου!) λαμπάς μεγάλη ανημμένη έως το ξημέρωμα.

Τούτο ιδών ο Άγιος, το μεν πρώτον εσιώπησε και δεν είπέ τι εις ουδένα, φοβούμενος μήπως ήτο φαντασία δαίμονος· ύστερον όμως, όταν είδε το θαυμάσιον τούτο πολλάς νύκτας, επήγε και εύρε διορατικόν τινα και πνευματοφόρον Ιερομόναχον, την κλήσιν Δομέτιον [που ονομαζόταν Δομέτιος], όστις κατώκει εις τον ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, ανήγγειλε δε εις αυτόν την υπόθεσιν.

Ο δε σοφός Δομέτιος δεν ημέλησεν, αλλά επήγεν ομού με τον Άγιον διά να ίδη οφθαλμοφανώς το θαυμάσιον.

Έμειναν λοιπόν ομού, και οι δύο τρεις νύκτας ίνα βεβαιωθώσι καλύτερον, είδον δε εκείνο το θείον και λαμπρότατον φως ως λαμπάδα πυρός καιομένην· όθεν, μη έχοντες πλέον δισταγμόν, εφανέρωσαν τούτο εις όλους τους αδελφούς και το είδον άπαντες, το δε πρωΐ επήγαν εις την πέτραν, όπου το έβλεπον, και ανεζήτησαν εάν ήσαν ξύλα καμμένα η κάρβουνα, αλλά δεν εύρον τίποτε· όθεν εβεβαιώθησαν άπαντες ότι ήτο πυρ άϋλον και ουράνιον.

Τότε ο ιερός Δομέτιος είπε ταύτα προφητικώς προς τον θεσπέσιον Διονύσιον. «Θέλημα Θεού είναι να κτισθή εδώ ιερόν Μοναστήριον, να συναχθούν πολλοί ενάρετοι· και μη αμελήσης να αρχίσης, μη ανησυχής δε διά τα έξοδα, ότι ο Θεός σου στέλλει βοήθειαν ως παντοδύναμος και θέλω συνεργήσει και εγώ όσον δύναμαι».

Ωσαύτως και οι επίλοιποι αδελφοί υπεσχέθησαν, και προσευξάμενοι ήρχισαν να καθαρίζουν τον τόπον, ωκοδόμησαν δε πρότερον πύργον διά τους πειρατάς της θαλάσσης, διά να προφυλάσσωνται από τας επιδρομάς των, τα δε έξοδα προσέφεραν εκείνοι, οίτινες εξωμολογούντο εις τον Άγιον.

Διότι πολλοί ήρχοντο, όχι μόνον από τα μοναστήρια, αλλά και από τον κόσμον διά την πολλήν αυτού διάκρισιν και αγιότητα.Νύκτα λοιπόν τινά, καθώς εστέκετο εις τον όρθρον, είδεν εις τον τόπον όπου ήτο Θεού θέλημα να γίνη το μοναστήριον, και εστέκετο (ω των αρρήτων, Χριστέ, μυστηρίων σου!) λαμπάς μεγάλη ανημμένη έως το ξημέρωμα.

Απόσπασμα από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Ιούνιος, τόμος στ’.