Όσιος Συμεών ο Ξενοδόχος, Η ταχεία θεραπεία του πρωτοσπαθαρίου τον οποίο οι γιατροί περίμεναν να πεθάνει!

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Έτερός τις Πρωτοσπαθάριος1, Βάρδας ονόματι, είχεν εις την πλευράν δεινήν ασθένειαν, την οποίαν οι ιατροί ονομάζουσιν άνθρακα και τόσον ήπλωσε το κακόν, ώστε κατέλαβε όλην την πλευράν, έως το στήθος, επί του οποίου έκαμε πέντε οπάς και του επροξένει τόσον πόνον, ώστε επεθύμει τον θάνατον, οι δε ιατροί τον απεφάσισαν [ότι θα πεθάνει], μη έχοντες πλέον ελπίδας ζωής δι’ αυτόν.

Τότε ήλθεν η εορτή του Αγίου [του Οσίου Σαμψών του Ξενοδόχου], και μετέβαινον αφ’ εσπέρας να αγρυπνήσουν εις τον ναόν αυτού οι φιλόχριστοι, ο δε ασθενής έμεινεν εις την οικίαν του οδυνώμενος [πονώντας].

Το πρωΐ τον είδεν ο οστιάριος2 Μιχαήλ ενδεδυμένον με λαμπρά ιμάτια και εστέκετο εις τον ναόν του Αγίου, χωρίς τινα ασθένειαν, θαυμάσας δε τον ηρώτησε πώς έγινεν εις αυτόν τοιούτον φρικτόν και ταχύ [γρήγορο] θαυμάσιον.

Ο δε απεκρίνατο αγαλλόμενος [χαρούμενος]· χθες βράδυ εκειτόμην [ξάπλωνα] εις την οικίαν μου περίλυπος, διότι δεν ήμην εις θέσιν να έλθω και εγώ εις την του Οσίου πανήγυριν. Ούτως έξυπνος [ξυπνώντας]  ευρισκόμενος βλέπω γέροντά τινα Μοναχόν, όστις μου λέγει. «Έγειραι [σήκω] να υπάγης εις τον τάφον του Οσίου Σαμψών».

Εγώ δε είπον. «Δεν δύναμαι να σηκωθώ, κύριε».

Αυτός δε μου είπεν άλλας δύο φοράς να σηκωθώ, και έγινεν άφαντος.

Εγώ δε ευρέθην υγιής [βρέθηκα να είμαι υγιής] και δεν ησθανόμην πλέον πόνον τινά εις το σώμα μου.

Καλέσας τότε την σύζυγόν μου, της είπα να λύση τον επίδεσμον, τον οποίον είχον δεδεμένον εις το στήθός μου, εις αυτόν δε ευρέθη επικολλημένον οίδημά τι ως αμανίτης (μανιτάρι), το οποίον εβγήκεν από την πληγήν μου, και έμεινα υγιέστατος.

Όθεν [γ’ αυτό] ήλθα να ευχαριστήσω τον Άγιον διά την τοιαύτην μεγάλην ευεργεσίαν, την οποίαν μου έκαμεν ο αείμνηστος».

Ούτως ο Βάρδας διηγείτο μεγαλοφώνως εις όλους το θαυματούργημα.

Οι δε ιατροί, οίτινες τον αφήκαν ως νεκρόν, τον εψηλαφούσαν εις την πλευράν και πάντες εξίσταντο.

Ο Όσιος Σαμψών ο Ξενοδόχος τιμάται στις 27 Ιουνίου.

1. Πρωτοσπαθάριος: Ανώτατη διάκριση που διδόταν σε στρατηγούς και διοικητές επαρχιών.

2. Οστιάριος: Θυροφύλακας, κλητήρας.

Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόδξου Εκκλησίας», μήνας Ιούνιος, τόμος στ’.