Άγιος Γρηγόριος Νύσσης: Μου φαινόταν πως η ψυχή μου βρισκόταν σχεδόν έξω από την ανθρώπινη φύση συνεπαρμένη από τα λεγόμενα…

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Γρηγορίου Νύσσης
Επιστολή για τον βίο της Οσίας Μακρίνας

Απόσπασμα

15. Εννιά μήνες ή και κάτι παρά πάνω είχαν περάσει μετά τον θάνατο και γινόταν σύνοδος επισκόπων στην Αντιόχεια, που σ’ αυτήν πήρα μέρος κι εγώ. Κι όταν πάλι ο καθένας μας στη δική του επισκοπή γυρίσαμε, πρίν περάσει ένας χρόνος, μια ενδόμυχη επιθυμία γεννήθηκε μέσα μου, σ’ εμένα τον Γρηγόριο [τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης], να πορευθώ στην αδελφή μου τη Μακρίνα [Αγία Μακρίνα].

Γιατί είχε περάσει αρκετός ενδιάμεσος χρόνος, που σ’ αυτόν και τα περιστατικά των διωγμών που υπέμεινα παντού διωγμένος από την πατρίδα απ’ εκείνους που πρωτοστατούσαν στις αιρέσεις, με εμπόδισαν να την επισκεφθώ, κι όταν λογάριασα τον χρόνο που μεσολάβησε που στη διάρκειά του οι πειρασμοί μ’ εμπόδισαν να δω με τα μάτια την αδελφή μου, μου φαινόταν μεγάλο το διάστημα των παρά λίγο οκτώ χρόνων που πέρασαν.

Όταν το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου το βάδισα, απείχα μιάς ημέρας δρόμο. Τότε, κάποιο δράμα παρουσιάστηκε στον ύπνο μου και θόλωσε τις ελπίδες μου για το μέλλον. Μου φάνηκε δηλαδή ότι κρατούσα στα χέρια μου λείψανα αγίων μαρτύρων κι ότι ακτινοβολούσαν φως, όπως όταν ένας καθαρός καθρέφτης τοποθετηθεί αντίκρυ στον ήλιο. Τα μάτια μου θαμπώθηκαν απ’ τη λαμπράδα.

Τρεις φορές τη νύχτα εκείνη εμφανίσθηκε το ίδιο όραμα και δεν μπορούσα να εξηγήσω καθαρά το αίνιγμα. Προαισθανόμουν κάποια λύπη στην ψυχή. Πρόσμενα με αγωνία να δω ποιο θάταν το τέλος του οράματος.

Όταν λοιπόν έφθασα στα όρια του τόπου, όπου εκείνη μόναζε ασκούμενη στην αγγελική και επουράνια ζωή, ρώτησα κάποιον από τους φίλους για τον αδελφό μου πρώτα, αν βρισκόταν εκεί. Κι όταν μου είπε ότι έχει φύγει για να έλθει σε μένα, κατάλαβα ότι πήρε άλλον δρόμο.

Τότε άρχισα να ζητώ πληροφορίες για τη μεγάλη μας αδελφή. Κι όταν εκείνος μου είπε πως κείτεται άρρωστη, ακόμη πιο βιαστικά άρχισα να βαδίζω τον υπόλοιπο δρόμο. Γιατί όσο έτρεχα, κάποιος φόβος με τάραζε για ό,τι θα μου συμβεί στο μέλλον.

16. Όταν έφθασα σ’ αυτόν τον τόπο και η φήμη προανάγγειλε τον ερχομό μου στη Μονή, όλη η αδελφότητα των ανδρών από τα κελλιά τους συγκεντρώθηκε γύρω μου, γιατί συνήθεια υπήρχε να τιμούν τούς αγαπημένους τους.

Το πλήθος πάλι του γυναικείου Μοναστηριού με ευπρέπεια μας περίμενε κοντά στην είσοδο της εκκλησίας. Κι όταν η καθιερωμένη ευχή και ευλογία δόθηκε, εκείνες δέχτηκαν την ευλογία με μια κλίση της κεφαλής και σεμνά ξαναγύριζαν στα κελλιά τους. Καμιά δεν απόμεινε από αυτές κοντά μας.

Έτσι φαντάστηκα, όπως και ήταν, ότι ανάμεσά τους δεν βρισκόταν η ηγουμένη. Τότε κάποιος με οδήγησε στο σπίτι, όπου ήταν η Μακρίνα. Μου άνοιξε την πόρτα και βρέθηκα σ’ εκείνο το ιερό κατάλυμα.

Αγία Μακρίνα.

Η Μακρίνα ήταν βαριά άρρωστη κι αναπαυόταν όχι σε κάποιο κρεβάτι η στρώμα, αλλά κατάχαμα σε σανίδα απλωμένη κάτω από τον μοναχικό της σάκκο, ενώ υποστήριζε το κεφάλι της άλλη σανίδα, που σκοπό είχε να χρησιμεύει αντί για προσκέφαλο και με λοξή στάση να υποβαστάζει τούς μύες και να κρατάει τον αυχένα δίνοντας κάποια ανακούφιση.

17. Όταν με είδε να πλησιάζω στην πόρτα, ανασηκώθηκε στον αγκώνα – δεν ήταν σε θέση να προστρέξει καθώς η δύναμή της είχε παραλύσει από τον πυρετό. Στερέωσε τα χέρια της στο χώμα κι όσο μπορούσε σύρθηκε έξω από το στρωσίδι εκπληρώνοντας την τιμή της υποδοχής.

Κι εγώ έτρεξα, έπιασα με τα χέρια μου το πρόσωπό της, το γυρισμένο κατά το χώμα, την ανασήκωσα και την έβαλα ξαπλωτή στη συνηθισμένη της στάση. Αυτή τότε ύψωσε το χέρι της στον Θεό και είπε· «Και τούτο το δώρο μου χάρισες, Θεέ μου, και δεν στερήθηκα αυτό που λαχταρούσα, γιατί οδήγησες τον υπηρέτη σου να επισκεφθεί τη δούλη σου».

Για να μη μου δημιουργήσει δυσάρεστη ψυχική κατάσταση, μαλάκωσε τον αναστεναγμό και πίεζε κάπως τον εαυτό της να κρύβει το πυκνό άσθμα προσπαθώντας να γίνεται χαρούμενη και να κάνει εκείνη την αρχή στους ευχάριστους λόγους προκαλώντας αφορμές σε μας για θέματα που με ρωτούσε.

Κι όταν θυμηθήκαμε με το κύλισμα του χρόνου τον μεγάλο Βασίλειο, δεν άντεχε η ψυχή μου και το πρόσωπό μου θλιβόταν κι από τα βλέφαρα χύνονταν τα δάκρυα. Εκείνη όμως μακριά στεκόταν από το να καμφθεί μαζί μου απ’ τη δική μου λύπη.

Αφού πήρε σαν αφορμή για υψηλότερη πνευματική συζήτηση τη μνήμη του αγίου, με οδηγό το άγιο Πνεύμα, εξέθετε τον λόγο για τη μέλλουσα ζωή, παίρνοντας σαν αφετηρία την ανθρώπινη φύση αλλά και τη θεϊκή οικονομία, που είναι κρυμμένη κάτω από τα θλιβερά περιστατικά κι έτσι μου φαινόταν πως η ψυχή μου βρισκόταν σχεδόν έξω από την ανθρώπινη φύση συνεπαρμένη από τα λεγόμενα και εγκατεστημένη με τον θεόπνευστο λόγο της μέσα στα ουράνια άδυτα.

Από το βιβλίο του Δημητρίου Τσάμη, «Μητερικόν», τόμος Α’, έκδοση της Αδελφότητας «Η Αγία Μακρίνα», Θεσσαλονίκη 1990.