(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς
Απολογία Α’
1. Προλογική έκκληση υπέρ δικαίας κρίσεως της υποθέσεως των Χριστιανών.
Παραδεχθείτε μας τουλάχιστον ομοίως με αυτούς, ως πιστεύοντας στον Θεό όχι λιγότερο από εκείνους, αλλά περισσότερο, αφού αναμένουμε να λάβουμε πάλι και τα νεκρούμενα και ριπτόμενα στην γη σώματα μας, φρονούντες ότι τίποτε δεν είναι αδύνατον στον Θεό.
Και στον στοχαστικό παρατηρητή τι θα μπορούσε να φανεί περισσότερο απίστευτο από το, εάν δεν υπήρχαμε σε σώμα και κάποιος έλεγε ότι είναι δυνατόν από μίαν μικρή ρανίδα, την του ανθρωπίνου σπέρματος, να προέλθουν οστά, νεύρα και σάρκες, κατασκευασμένα όπως τα βλέπουμε;
Ας το εξετάσουμε τώρα ως υπόθεση αν δεν είσθε τέτοιοι, ούτε τέτοιων προγόνων, και κάποιος σας έλεγε, δεικνύοντας το ανθρώπινο σπέρμα και εικόνα ανθρώπου ζωγραφισμένη, διαβεβαιώνοντας ότι εκείνο θα γίνει αυτός, θα τον πιστεύατε πριν το δείτε να γίνεται;
Κανείς δεν θα τολμούσε να αντειπεί. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο σας κατέχει απιστία για τον λόγο ότι δεν έχετε δει ακόμη νεκρό αναστάντα.
Αλλ’ όπως στην αρχήν δεν θα πιστεύετε ότι είναι δυνατόν να γίνετε τέτοιοι από μικρή ρανίδα, και όμως βλέπετε ότι γίνατε, έτσι σκεφθείτε, ότι τα ανθρώπινα σώματα, διαλυθέντα και διασκορπισθέντα στην γη σαν σπέρματα, δεν είναι αδύνατον να αναστηθούν και ενδυθούν αφθαρσία (Α΄ Κορ. 15, 53) εν καιρώ με προσταγή του Θεού.
Δεν μπορούμε να καταλάβουμε, ποια δύναμη αξία του Θεού δέχονται οι λέγοντες ότι κάθε τι μεταβαίνει σε εκείνο από το οποίο προήλθε, και ότι ούτε ο Θεός δεν δύναται να πράξει τίποτε διαφορετικό από αυτά. Αλλά πάντως εκείνο αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν θα πίστευαν ποτέ ότι είναι δυνατόν να γίνουν τέτοιοι, όπως βλέπουν ότι έγιναν και αυτοί οι ίδιοι και ολόκληρος ο κόσμος και από τι έγιναν.
Εμείς δε έχουμε μάθει ότι είναι προτιμότερο να πιστεύουμε και τα αδύνατα στην φύση μας και στους ανθρώπους παρά να απιστούμε όπως οι άλλοι, επειδή γνωρίζουμε ότι ο διδάσκαλος μας Ιησούς Χριστός είπε· «τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για τον Θεό» (Λουκ. 18, 27. Ματθ. 19, 26. Μάρκ. 10, 27), και «μη φοβείσθε τους φονεύοντες σας και μη δυναμένους έπειτα να κάνουν τίποτε, φοβηθείτε δε τον δυνάμενο μετά τον θάνατο να εμβάλει και την ψυχή και το σώμα στην γέεννα» (Λουκ. 12, 4 έ. Ματθ. 10, 28).
Η δε γέεννα είναι τόπος όπου πρόκειται να τιμωρούνται οι αδίκως ζήσαντες και μη πιστεύοντες ότι θα γίνουν όσα δίδαξε ο Θεός δια του Χριστού.
Και η Σίβυλλα και ο Υστάσπης είπαν ότι θα συμβεί καταστροφή των φθαρτών δια πυρός. Οι δε λεγόμενοι Στωικοί φιλόσοφοι δογματίζουν ότι και ο ίδιος ο Θεός θα αναλυθεί σε πυρ* και λένε ότι ο κόσμος θα συγκροτηθεί πάλι εκ νέου κατά μεταστροφή· εμείς δε φρονούμε ότι ο ποιητής των πάντων Θεός είναι κάτι ανώτερο των μεταβαλλομένων πραγμάτων.
Εάν λοιπόν συμφωνούμε σε μερικά θέματα με τους μεταξύ σας τιμώμενους ποιητές και φιλοσόφους, μερικά δε διδάσκουμε κατά τρόπο ανώτερο, θείο και, μόνο εμείς, αποδεικτικό, γιατί μισούμαστε αδίκως περισσότερο από όλους;
Διότι με το να λέμε ότι όλα έχουν διακοσμηθεί και δημιουργηθεί από τον Θεό θα φανεί ότι εξαγγέλλουμε το δόγμα του Πλάτωνος· με το να λέμε ότι θα γίνει καταστροφή δια εκπυρώσεως, των Στωικών· με το να λέμε ότι οι ψυχές των αδίκων τιμωρούνται ευρισκόμενες σε αίσθηση και μετά θάνατο, ενώ οι (ψυχές) των σπουδαίων θα ευτυχούν απαλλαγμένες τιμωριών, θα φανεί ότι διδάσκουμε τα ίδια με ποιητές και φιλοσόφους· με το να λέμε ότι δεν πρέπει να προσκυνούμε έργα ανθρώπινων χειρών δηλώνουμε τα ίδια με τον Μένανδρο τον κωμικό και τους ειπόντας αυτά· διότι αυτός διακήρυξε ότι ο δημιουργός είναι ανώτερος του κατασκευαζομένου.
* Αναφορά στους Σιβυλλικούς Χρησμούς και στις παραδόσεις περί του πέρση σοφού Υστάσπη.
Ιουστίνου φιλοσόφου και μάρτυρος «Άπαντα τα έργα» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς».