Άγιος Λάζαρος Γαλησιώτης, Η φιλανθρωπία και η ελεημοσύνη του, το παράδοξο θαύμα που εξέπληξε τους μαθητές του 

(Διασκευή, επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Καθημερινά αμέτρητοι άνθρωποι έτρεχαν στον Όσιο Λάζαρο τον Γαλησιώτη του οποίου το πρώτο του μέλημα ήταν να θρέφει τις ψυχές τους με ψυχοσωτήριους λόγους και το δεύτερο να τους θρέφει και με φαγητό το οποίο τους προσέφερε.

Ο Άγιος δεν αρνιόταν να προσφέρει φαγητό σ’ αυτούς που έρχονταν στο μέρος που ασκήτευε, ακόμη και αν το φαγητό δεν αρκούσε γι’ αυτόν και τη συνοδεία του.

Όλα τα μοίραζε ακόμη κι αν είχε μόνο ένα ψωμί. Κάτι που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση.

Η φιλανθρωπία του Οσίου Λαζάρου ξεπερνούσε όλους όσους φημίζονταν για τη φιλανθρωπία τους. Διότι ο ίδιος δεν έκανε ελεημοσύνη από τα περισσεύματά του, ή γιατί έκοβε μερικά από τα αναγκαία του και τα έδινε σε όσους δεν είχαν.

Ο Όσιος έδινε και την τροφή που είχε για να παρηγορήσει το εξαντλημένο από τη νηστεία σώμα του, αφού ήταν ιδιαίτερα κουρασμένος από τους ασκητικούς κόπους.

Άλλωστε θεωρούσε ως δική του ικανοποίηση να διατρέφει όσους είχαν ανάγκη.

Ωστόσο, οι δύο αδελφοί που κατοικούσαν στο μέρος εκείνο πριν έλθει ο Άγιος δεν άντεχαν τη μεγάλη αυτή φιλανθρωπία του Οσίου. Για τον λόγο αυτό γκρίνιαζαν θεωρώντας, πως όσα μοίραζε ο Άγιος τα στερούνταν οι ίδιοι.

Και μάλιστα όταν δεν κατάφεραν να τον μεταπείσουν γι’ αυτό που έκανε, έφυγαν και τον άφησαν τον Όσιο με κάποιους άλλους μαθητές του.

Κάποτε οι υποτακτικοί του έσπειραν με την ευλογία του Αγίου Λαζάρου κουκιά κοντά σε ένα δημόσιο δρόμο. Και επειδή η γη ήταν εύφορη έδωσαν αρκετό καρπό.

Έτσι όλοι οι περαστικοί όχι μόνον τα έτρωγαν, αλλά μάζευαν και για το σπίτι τους.

Αυτό έφερε μεγάλη λύπη στους μαθητές του Αγίου γιατί έβλεπαν πως οι κόποι τους πήγαιναν χαμένοι και πως οι ίδιοι δεν θα προλάβαιναν να γευτού τους δικούς τους καρπούς των κόπων τους.

Αντίθετα ο Άγιος δεν λυπόταν καθόλου και παρηγορούσε και τους μαθητές του, εμψυχώνοντάς τους με εγκάρδια λόγια.

Όταν ήρθε ο καιρός που θερίζουν τα φυτά των κουκιών ο Άγιος τους είπε να πάνε και να τα μαζέψουν.

Αυτοί όμως αρνιόταν γιατί ήξεραν πως δεν έχει μείνει τίποτε γι’ αυτούς. Ο Άγιος, όμως, δεν σταμάτησε ποτέ να τους παρακινεί, άλλοτε να τους προστάζει και άλλοτε να τους παρακαλεί να πάνε και να μαζέψουν τα φυτά.

Και πράγματι αυτοί έκαναν υπακοή τελικά, θέρισαν τα αποξηραμένα φυτά των κουκιών και τα μετέφεραν στο αλώνι για να ακολουθήσει το αλώνισμα για να πάρουν τους καρπούς.

Αφού διαβάστηκε, όπως συνήθως, η ευχή του αλωνίσματος, όταν άρχισε το λίχνισμα των φυτών για να ξεχωρίσουν οι καρποί, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλιά! οι απελπισμένοι μοναχοί παρατήρησαν ότι υπήρχε στην αλώνι τόσο πολύς καρπός, ώστε νόμιζε κανείς πως όλα ξερά φυτά των κουκιών έγινε καρπός.

Ενθουσιασμένοι από το γεγονός αυτό έτρεξαν στον Γέροντα τους για να του πουν για το θαύμα που έγινε μπρος στα μάτια τους.

Επίσης του ζήτησαν συγγνώμη τόσο γιατί δεν τον άκουγαν όταν ο ίδιος τους εμψύχωνε όσο και γιατί δεν ήθελα να θερίσουν τα φυτά.

Διασκευή από τον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μήνας Νοέμβριος, τόμος 11ος.