Άγιος Βενέδικτος, Το γυάλινο δοχείο που το πέταξαν στα βράχια και δεν έσπασε και το πιθάρι που γέμισε λάδι

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Το γυάλινο δοχείο, που το πέταξαν στα βράχια και δεν έσπασε

Τον καιρό πάλι εκείνο που είχε πλήξει βαριά την Καμπανία έλλειψη τροφίμων, ο άνθρωπος του Θεού [ο Άγιος Βενέδικτος] σκόρπισε όλα τα τρόφιμα του μοναστηριού του στους διάφορους απόρους, ώστε να μην απομείνει σχεδόν τίποτα στο κελάρι εκτός από λιγοστό λάδι σε μια γυάλινη φιάλη.

Τότε προσήλθε και κάποιος υποδιάκονος, ονόματι Αγαπητός, και παρακαλούσε θερμότατα να του δώσουν λιγάκι λάδι.

Ο άνθρωπος του Κυρίου, ο οποίος προέκρινε όλα να τα σκορπίσει στη γη αυτή, για να τα θησαυρίσει στον ουρανό, προσέταξε να δώσουν σε αυτόν που ζητούσε και αυτό το λίγο λάδι που είχε απομείνει.

Ο μοναχός όμως που κρατούσε το κελάρι, άκουσε βέβαια τα λόγια της εντολής του, αλλά δεν είχε καμία διάθεση να τα εφαρμόσει.

Όταν λιγάκι μετά ρώτησε να μάθει, αν είχαν δώσει αυτό που προσέταξε, ο μοναχός απάντησε πώς δεν το έδωσε, γιατί αν το έδινε κι εκείνο, δεν θα απέμενε για τους αδελφούς απολύτως τίποτα.

Τότε οργισμένος παρήγγειλε στους άλλους αυτή τη γυάλινη φιάλη, όπου έλεγαν πως είχε απομείνει λίγο λάδι, να την πετάξουν από το παράθυρο, για να μην παραμείνει στο μοναστήρι κάποιο πράγμα της ανυπακοής.

Έτσι κι έγινε.

Κάτω από εκείνο το παράθυρο ανοιγόταν ένας πελώριος γκρεμός, τραχύς και με ογκώδη βράχια. Η γυάλινη φιάλη που πέταξαν έφθασε στα βράχια, αλλά έμεινε εντελώς ακέραιη, σαν να μην είχε ποτέ πέσει, και δεν μπόρεσε ούτε να σπάσει ούτε να χυθεί καθόλου λάδι.

Ο άνθρωπος του Κυρίου παρήγγειλε να την σηκώσουν από εκεί και, ακέραιη όπως ήταν, την παρέδωσε σε αυτόν που τη ζήτησε. Τότε συγκέντρωσε τους αδελφούς και επέπληξε ενώπιον πάντων τον ανυπάκουο μοναχό για την απιστία και την αλαζονεία του.

Ο άδειος πίθος [πιθάρι] που γέμισε λάδι

Όταν τελείωσε τις επιπλήξεις, δόθηκε στην προσευχή μαζί με τους αδελφούς.

Στον χώρο όπου προσευχόταν με τους αδελφούς υπήρχε ένας πίθος άδειος από λάδι και κλεισμένος.

Κι ενώ ο άγιος άνδρας επέμενε στην προσευχή, άρχισε το πώμα του πίθου αυτού να ανασηκώνεται από λάδι που αυξανόταν. Το πώμα μετακινήθηκε κι ανασηκώθηκε τελείως.

Το λάδι που πλήθαινε ξεχείλιζε από το στόμιο του πίθου και πλημμύριζε το δάπεδο του χώρου, όπου είχαν προσπέσει για προσευχή. Μόλις το αντίκρυσε αυτό ο δούλος του Θεού Βενέδικτος, αμέσως τελείωσε την προσευχή και το λάδι σταμάτησε να ξεχειλίζει στο δάπεδο.

Τότε νουθέτησε εκτενέστερα τον δύσπιστο και ανυπάκουο αδελφό να μάθει να έχει πίστη και ταπείνωση. Ο αδελφός μετά από αυτήν την προς ωφέλειαν επιτίμησή του κοκκίνησε από ντροπή, γιατί ο ευσεβής πατήρ κατεδείκνυε με θαύματα την ισχύ του Παντοδυνάμου Θεού που περιέκλειε μέσα στη νουθεσία του.

Και δεν συνέβη πια να μπορέσει κανείς να αμφιβάλει για τις υποσχέσεις αυτού, που σε μια και την αυτή στιγμή, στη θέση μιας σχεδόν άδειας γυάλινης φιάλης, αντάπεδώσε ένα ολόκληρο πιθάρι γεμάτο λάδι.

Απόσπασμα από το βιβλίο, Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος, «Βίοι αγνώστων ασκητών», έκδοση Ιεράς Καλύβης αγίων Αποστόλων – «Πατριάρχου». Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις Ιερομονάχου Ιωάννου.