Οι Θεοφόροι Πατέρες δέχονται τον οντολογικό δυϊσμό, που αποτελεί συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος. Ο οντολογικός δυϊσμός συνίσταται στο γεγονός ότι η μεν ψυχή μεταπτωτικά ποθεί τα ουράνια, η δε σάρκα τα εμπαθή και γήινα.
Ο Μέγας Αθανάσιος, διεκτραγωδώντας αυτή την αντινομία, στο έργο του «Περί ενσάρκου επιφάνειας του Λόγου και κατά Αρειανών» αναφέρει: «Οι άνθρωποι, αφού αποστράφηκαν την θεωρία προς τον Θεό, ως και να βυθίστηκαν σε ένα απύθμενο πυθμένα, τα μάτια τους αντί να τα έχουν στραμμένα προς τον ουρανό, τα έχουν προς τα εμπαθή και γήινα πράγματα». Άρα, το σώμα έλκεται προς τα γήινα ως συνέπεια της απουσίας κοινωνίας ανθρώπου-Θεού. Μέσο υπέρβασης του ονιολογικού δυϊσμού αποτελεί η άσκηση, η οποία ουσιαστικά δηλώνει ότι το σώμα, κατά τον Άγιο Ησύχιο τον πρεσβύτερο, φιλοκαλικό πατέρα της Ανατολής, «οφείλει να σέβεται την άφθαρτη κυρία του, που είναι η ψυχή».
Η άσκηση καταφάσκεται στην Ορθοδοξία, γιατί και το σώμα περιλαμβάνεται στον αγιασμό του ανθρώπου ως μιας ενιαίας ψυχοσωματικής ολότητας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η σάρξ μετασκευαζομένη συναπολαμβάνει και αυτή της θείας κοινωνίας και γίνεται κτήμα και οίκημα Θεού». Για να γίνει όμως κτήμα και οίκημα Θεού πρέπει να καθαρισθεί από τα σωματικά πάθη δια της ασκήσεως. Γι’ αυτό, όπως αναφέρει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος στα «Ασκητικά» του, «οι άγιοι δεν τολμούσαν να επικοινωνήσουν με τον Θεό δια της προσευχής, αν δεν είχαν σώμα ασκητικό και νουν ήσυχο απαλλαγμένο από τους εμπαθείς λογισμούς». «Ουκ ήσαν κατατολμώνιες της προς τον Θεόν ομιλίας ει μη εν τη ωχριάσει της χροιάς και του πόθου της πείνης και του νου το ήσυχον, και εν τη αποταγή των γήινων λογισμών».
Στόχος λοιπόν της άσκησης είναι η επιβολή του ανθρώπου πάνω στην σάρκα, που επιφέρει την πάταξη των σαρκικών παθημάτων. Έτσι, και ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης στο έργο του που επιγράφεται «Κλίμαξ», αναφέρει: «Γίνε βασιλιάς στην καρδιά διατάσσονιας τα ηχηρά γέλια να αποχωρήσουν και να έρθουν σε εσένα τα κατά Θεόν δάκρυα· και ακόμα γίνε δυνατός, ώστε να μπορείς να διατάζεις το σώμα να κάνει αυτό που εσύ επιζητείς».
Για την ορθόδοξη πνευματικότητα, άσκηση είναι η νησιεία, η αγρυπνία, η χαμευνία κ.λ.π. Συνδέεται δε με την παλαμική θεολογία περί του προσώπου του Θεού, όπως αυτή εστιάζεται στο έργο «Περί ενώσεως και διακρίσεως». Ο Θεός, ως ουσία, είναι απόλυτα αμέθεκτος και υπερβατικός —είναι ο μεγάλος άγνωστος— όμως, οι θείες και άκτιστες ενέργειες Του είναι γνωστές. Έτσι, λοιπόν, ο άνθρωπος που καθαίρεται από τα ψυχικά και σωματικά πάθη, ενώνεται με τις θείες, άκτιστες ενέργειες και γίνεται θέσει και ενεργεία Θεός, δηλαδή άγιος.
Η νηστεία, λοιπόν, είναι ακριβώς το μέσο επίτευξης αυτού του στόχου. Ο Μέγας Βασίλειος, εξαίροντας τις σωτηριολογικές προεκτάσεις της νηστείας επί του ανθρώπινου προσώπου, επισημαίνει: «Δια του αποθανείν τη σαρκί περιγίνεται ημίν το γεννηθήναι τω Πνεύματι». Δηλαδή, όταν ο άνθρωπος πεθαίνει ως προς τη σάρκα, τότε γίνεται κοινωνός του Αγίου Πνεύματος. Η νηστεία, για τον Μέγα Βασίλειο, είναι το μέσο «με το οποίο ο άνθρωπος μοιάζει με τους αγγέλους που είναι άσαρκες και άυλες υπάρξεις, είναι ο τρόπος με τον οποίο έζησαν οι δίκαιοι επί της γης η νηστεία κατέστησε τον Μωυσή νομοθέτην καρπός της νηστείας υπήρξε ο Σαμουήλ». Όπως δε επιγραμματικά αναφέρει, «νηστεία εστίν η των αγγέλων ομοίωσις, δικαίων ομόσκηνος».
Η νηστεία και ευρύτερα η άσκηση είναι μέσο και ουδέποτε αυτοσκοπός. Γι’ αυτό και ο Μέγας Βασίλειος την απορρίπτει, όταν δεν συνάδει με το πνεύμα της αγάπης και της δικαιοσύνης. Σημειώνει και πάλι ο ιερός πατήρ: «Κρέας δεν τρως, αλλά κατατρώς τον αδελφό σου με την καταλαλιά· δεν πίνεις κρασί, γιατί υποτίθεται ότι ασκείς την εγκράτεια, όμως δεν μπορείς να δεχτείς την παραμικρή κουβέντα που θίγει τον εγωισμό σου. Το απόγευμα σκέφτεσαι να κοινωνήσεις, αλλά όλη μέρα είσαι στα δικαστήρια εναντίον του αδελφού σου, γιατί πιστεύεις πως σε αδίκησε».
Από τη δική του πλευρά ο ιερός Χρυσόστομος χαρακτηρίζει τη νηστεία ως όπλο μέγιστο κατά του διαβόλου. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Γι΄αυτό λοιπόν ο Χριστός νήστεψε, όχι γιατί είχε ανάγκη να νηστέψει, αλλά το έκανε για μας, να διδάξει ότι εμείς πρέπει να νηστεύουμε». Τέλος, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, όταν η νηστεία και ευρύτερα η άσκηση, αλλά και αυτή ακόμα η προσευχή ή οποιαδήποτε άλλη αρετή είναι αποδεσμευμέ-νη από την ταπείνωση, δεν έχει κανένα πνευματικό αντίκρισμα: «Και νηστείαν έχεις, καν σωφροσύνην έχεις, δίχα ταπεινώσεως, ταύτα πάντα και διαρροιεί και απόλλυται».