(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Κάποιος Αδελφός ρώτησε μια μέρα ένα έμπειρο Γέροντα, με τι τρόπο πρέπει να καλλιεργεί ο άνθρωπος τον εσωτερικό του κόσμο, για να έχει πνευματική καρποφορία.
Τρία πράγματα είναι απαραίτητα για την καλλιέργεια της ψυχής: Πρώτον, η ησυχία, δεύτερον, η προσευχή και, τρίτον η αυτογνωσία. Αυτή η τελευταία επιτυγχάνεται, όταν μάθει ο άνθρωπος να μη προσέχει τα σφάλματα του άλλου, παρά μόνο τα δικά του. Αν επιμείνει σ’ αυτά, δε θ’ αργήσει να καρποφορήσει ή ψυχή σ’ όλες τις άλλες αρετές.
*****
Όταν αποφεύγει ο άνθρωπος τις πολλές κουβέντες, τις διαμάχες, την ταραχή και την σύγχυση, έλεγε ο Αββάς Ποιμένας, το Άγιο Πνεύμα επισκιάζει την ψυχή του και τότε, όσο στείρα κι’ αν είναι, θα βλαστήσει καρπούς πνευματικούς.
*****
Ένας αρχάριος Μοναχός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη, πως επιθυμούσε μεν να διατηρεί καθαρή την καρδιά του, αλλά δεν το κατόρθωνε πάντοτε.
– Όσο αφήνουμε, παιδί μου, ανοιχτή την πόρτα με την γλώσσα μας, δεν καταλαβαίνεις πως είναι αδύνατο να κρατήσουμε καθαρή την καρδιά μας; του είπε ο σοφός Αββάς.
Μια μέρα, που ήταν κλεισμένος στο κελλί του ο παραπάνω Γέροντας, ζήτησε άδεια απ’ έξω ο υποτακτικός του να τον δει.
– Δεν ευκαιρώ τώρα, Αβραάμ, αποκρίθηκε από μέσα ο Όσιος, που ήταν όλος δοσμένος σε πνευματική θεωρία.
*****
Του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού:
Ο Θεός, καθώς λέει η Γραφή, είναι ήλιος δικαιοσύνης, που με τις ακτίνες της καλοσύνης Του ομορφαίνει το σύμπαν.
Η ψυχή πάλι, ανάλογα με την προαίρεση της, γίνεται ή κερί, σαν φιλόθεη, ή πηλός, σαν φιλόυλη.
Όπως λοιπόν ο πηλός, όταν εκτεθεί στον ήλιο, ξεραίνεται και το κερί μαλακώνει, το ίδιο κι’ η ψυχή.
Εκείνη που είναι δοσμένη στα εγκόσμια και υλικά, όταν έλθει σ’ επαφή με τον Θεό, σκληραίνεται, σαν το Φαραώ, και χάνει κάθε ελπίδα σωτηρίας.
Η φιλόθεη ψυχή όμως, όταν εκτεθεί στις φλογερές ακτίνες της θείας αγάπης, απαλύνεται, αποτυπώνει τους χαρακτήρας των Αγίων και γίνεται κατοικία Θεού. Έτσι, στη φυσική «κατ’ εικόνα» ομορφιά προσθέτει και την «καθ’ ομοίωσιν».
*****
Διηγούνται οι συνασκητές του, για τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό, πως ο νους του πολύ συχνά σταματούσε σε πνευματική θεωρία και την ώρα ακόμη που ήταν απασχολημένος με το εργόχειρο του. Μια μέρα έπλεξε ψαθί για δυο ζεμπίλια και το έραψε σε ένα. Το κατάλαβε πια, όταν πήγε να το κρεμάσει στη θέση του.
*****
Άλλοτε πάλι πέρασε από το κελλί του ένας Αδελφός να πάρει στην αγορά τα ζεμπίλια του Γέροντα. Εκείνος πήγε μέσα να τα φέρει, αλλά, απορροφημένος στις σκέψεις του καθώς ήταν, λησμόνησε και κάθισε στο πλέξιμο του. Βλέποντας πως αργούσε, ο Αδελφός χτύπησε πάλι την πόρτα. Σαν βγήκε ο Γέροντας, του θύμισε τα ζεμπίλια. Μπήκε εκείνος να τα φέρει, μα πάλι τα ξέχασε. Για τρίτη φορά λοιπόν αναγκάστηκε να χτυπήσει ο Αδελφός.
– Τι ζητάς, παιδί μου; ρώτησε προβάλλοντας πάλι στην πόρτα ο Όσιος.
– Τα ζεμπίλια, Αββά.
Ο Γέροντας τότε τον πήρε από το χέρι και τον έφερε μέσα στο κελλί.
– Αν ήλθες για ζεμπίλια, του είπε, να εδώ είναι. Πάρε όσα σου χρειάζονται, γιατί εγώ δεν ευκαιρώ.
Από το βιβλίο, «Γεροντικόν, Σταλαγματιές από την πατερική σοφία», μετάφραση Μοναχής † Θεοδώρας Χαμπάκη, έκδοση Ορθοδόξου Χριστιανικής Αδελφότητας «Λυδία» Θεσσαλονίκη.