Ο Θεός Αγάπη ἐστίν

Από τη στιγμή που η ανθρώπινη συνείδηση γίνεται ικανή να στοχάζεται την ίδια της την ύπαρξη, γεννιούνται αμείλικτα ερωτήματα, τα οποία για πολλούς είναι η κύρια αιτία κάθε ψυχολογικής ανησυχίας του ανθρώπου: Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Γιατί υπάρχω; Τι υπάρχει μετά τον θάνατο; Τι αξία έχει η μοναδικότητά μου; Αυτό συμβαίνει επειδή το ανθρώπινο ον δεν περιορίζεται στην επιβίωση — διψά να υπάρξει με νόημα, σχέση, ανταπόκριση. Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι θεωρητικά· είναι υπαρξιακά τραύματα. Και η συνείδηση, αυτή η τόσο σπάνια στο σύμπαν εύθραυστη φλόγα, είναι η πηγή της δίψας για απάντηση.

Μέσα σ’ αυτήν την υπαρξιακή αγωνία, δύο μεγάλες εμπειρίες προβάλλουν σαν φως: η επίγνωση του Θεού και η βίωση της αγάπης. Όταν κανείς συναντήσει την παρουσία του Θεού —όχι ως έννοια ή δόγμα, αλλά ως, αποτέλεσμα της πίστης, ζώσα εμπειρία— τότε τα υπαρξιακά ερωτήματα δεν απαντώνται διανοητικά, αλλά σιγούν. Όχι γιατί με έννοιες απαντηθηκαν, αλλά γιατί λυτρώθηκαν. Η παρουσία Του γίνεται νόημα, αξία, αναγνώριση, παρηγοριά και ελπίδα. Η μοναξιά μεταμορφώνεται σε συνύπαρξη μαζί Του· ο φόβος του θανάτου υποχωρεί μπροστά στη ζωντανή βεβαιότητα πως “δεν είμαι τυχαίος αλλά γνωστός και αγαπημένος”.

Παράλληλα, η αγάπη —όχι ως συναίσθημα ή ρομαντική φαντασίωση, αλλά ως τρόπος ύπαρξης— απαντά με τον ίδιο τρόπο στα υπαρξιακά ερωτήματα. Η αυθεντική αγάπη θεραπεύει τη ριζική αποξένωση. Ο ερωτευμένος, ο γονιός, ο φίλος που αγαπά αληθινά, ζει στιγμές κατά τις οποίες η ύπαρξη βρίσκει νόημα απλώς επειδή υπάρχει ο Άλλος. Εκείνη την ώρα δεν χρειάζεται να απαντηθεί η ερώτηση για τον θάνατο, γιατί η αγάπη τον υπερβαίνει. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η αξία του εαυτού, γιατί ήδη έγινε δεκτός και αγαπήθηκε, λόγω της αγάπης που έδωσε.

Έτσι, αν τόσο η επίγνωση του Θεού όσο και η βίωση της αγάπης λυτρώνουν τον άνθρωπο από τα υπαρξιακά του αδιέξοδα, τότε δεν πρόκειται για δύο ξεχωριστές οδούς. Πρόκειται για μία και την αυτή πραγματικότητα, προσεγγισμένη από δύο πλευρές. Ο Θεός δεν δίνει απλά μια λογική Απάντηση στα ερωτήματα της ύπαρξης — είναι αδιαχωριστος, ταυτίζεται, με την Αγάπη που τα λυτρώνει.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην Α΄ Επιστολή του Ιωάννη διαβάζουμε:

«Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν· καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ Θεῷ μένει, καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ.» (Α΄ Ιω. 4,16)

Δεν πρόκειται για ποιητική έκφραση. Είναι οντολογική ταύτιση: ο Θεός δεν απλώς αγαπάείναι η ίδια η Αγάπη. Και όποιος εισέρχεται βαθιά στην αγάπη, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς εξουσία, χωρίς συμφέρον, έχει ήδη εισέλθει στο Είναι του Θεού, έστω κι αν δεν το ονομάζει έτσι.

Η αγάπη δεν είναι ο δρόμος προς τον Θεό, είναι η εμπειρία του Θεού. Και ο Θεός δεν είναι ένα πρόσωπο έξω από εμάς, αλλά ο Τρόπος με τον οποίο υπάρχουμε αληθινά, όταν αγαπούμε.

Γι’ αυτό, όταν ο άνθρωπος αγαπά, δεν απλώς σχετίζεται· θεώνεται. Γιατί εκείνη τη στιγμή, τα υπαρξιακά ερωτήματα δεν έχουν απλώς απαντηθεί. Έχουν μετουσιωθεί σε σχέση.

Και τότε καταλαβαίνει, όχι με τον νου, αλλά με όλη του την ύπαρξη: ότι…

Ο Θεός Αγάπη ἐστίν.