(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ένας νέος, παρασυρμένος από την τρομερή δύναμι της κακής συνηθείας, έπεφτε συχνά σε βαρύ αμάρτημα. Δεν άφηνε όμως τον αγώνα. Ύστερα από κάθε κατρακύλισμα έχυνε πύρινα δάκρυα και προσευχόταν στον Θεό μ’ αυτά τα πονεμένα λόγια:
«Κύριε, σώσε με, είτε θέλω είτε δε θέλω. Εγώ σα χωματένιος, που είμαι, τραβιέμαι εύκολα από τη λάσπη της αμαρτίας. Συ όμως έχεις τη δύναμι να μ’ εμποδίσης. Δεν είναι θαυμαστό, Θεέ μου, αν ελεήσης τον δίκαιο, ούτε αν σώσης τον ενάρετο, γιατί αυτοί είναι άξιοι να γευθούν την αγαθότητά σου. Σε μένα τον αμαρτωλό δείξε, Κύριε, το έλεος και τη φιλανθρωπία Σου, και σώσε με με θαυματουργικό τρόπο, γιατί μ’ όλη την αθλιότητά μου σε Σε μόνο καταφεύγω ο δυστυχής».
Αυτά έλεγε με συντριβή ο νέος και όταν κυριευόταν από το πάθος και όταν ακόμη ήτο ήρεμος.
Κάποια φορά που πάλι νικήθηκε ύστερα από αγωνιώδη αντίστασι, γονάτισε παρευθύς κι επανέλαβε τα ίδια λόγια, χύνοντας ποταμούς δακρύων. Η ακατανίκητη ελπίδα του στη θεία ευσπλαχνία ερέθισε τον διάβολο. Παρουσιάστηκε μπροστά του όλος μανία και του φώναξε:
– Άθλιε, δεν νοιώθεις λίγη ντροπή, όταν με τέτοια χάλια τολμάς να προσεύχεσαι και να παίρνης στο στόμα σου του Θεού το όνομα; Μάθε μια για πάντα πως για σένα δεν υπάρχει σωτηρία.
Ο γενναίος αγωνιστής δε φοβήθηκε, ούτε την ελπίδα του έχασε, όπως περίμενε ο διάβολος.
– Μάθε κι’ εσύ του αποκρίθηκε θαρρετά, πως το δωμάτιο αυτό είναι σιδηρουργείο. Μια σφυριά δίνεις και μία παίρνεις. Δε θα πάψω να σε πολεμώ με τη μετάνοια και τη προσευχή, ώσπου να βαρεθής να με πολεμάς κι’ εσύ με την αμαρτία.
– Έτσι λοιπόν; φώναξε ο διάβολος με κακία. Από δω κι’ εμπρός παύω να σε πολεμώ, για να μην αυξηθούν τα βραβεία της υπομονής σου. Κι’ έγινε άφαντος.
Από τη στιγμή εκείνη έπαψε ο πόλεμος του νέου. Εκείνος όμως ούτε στιγμή δεν έπαυσε να προσέχη τον εαυτό του και έκλαιε συχνά σαν θυμόταν τα σφάλματά του.
-Εύγε σου! Έχεις κατάνυξι, του ψιθύριζε καμμιά φορά στο λογισμό του ο εχθρός για να τον ρίξη τώρα στην υψηλοφροσύνη.
– Ανάθεμα σε τούτο το καλό, αποκρινόταν με περιφρόνησι ο νέος. Μήπως αρέσει στο Θεό να χάση ο άνθρωπος την καθαρότητα της ψυχής του με ρυπαρές πράξεις κι᾽ ύστερα να κάθεται να κλαίη;
Από το βιβλίο που εξέδωσε ο Ιερομόναχος Καλλίνικος Αγιορείτης, «Μικρός Ευεργετινός», Άγιον Όρος – Αθήναι, 2000.