Προηγούμενη δημοσίευση: https://www.pemptousia.gr/2025/07/o-christos-tou-sina-to-vlemma-tou-theanthropou/
Στην αρχή απορούμε, καθώς προσπαθούμε να κοιτάξουμε τούτο το νέο βλέμμα του Κυρίου. Τι θα πει ότι ο Χριστός, που κρατά στην εικόνα το Ευαγγέλιο – ένα μυριοστόλιστο από κάθε λογής πολύτιμη πέτρα Ευαγγέλιο-, μιλά ως έχοντας «εξ-ουσία»; Θα μιλήσει από την Ουσία Του, έναντι της οποίας οι φιλόσοφοι, ειδικά σήμερα, στέκονται πολύ καχύποπτοι. Η Φαινομενολογία, διά του Χάιντεγκερ, όρισε ότι «ουσία» του Ενθάδε-Είναι, είναι, αν μπορούμε να μιλήσουμε έτσι, η χρονικότητά του. Έσχατη κατάληξη αυτής είναι η Αιωνιότητα. Ο Χριστός θα μιλήσει ως Θεός. Το βλέμμα του Χριστού, στο δεξί Του μάτι, είναι το μάτι ενός «τελείου» Θεού. Το μυστήριο είναι μέγα, ωστόσο η εικόνα έφθασε να μας οδηγεί από το ένα μάτι στο άλλο με φυσικό, αβίαστο τρόπο. Όταν η ανθρώπινη φύση είπε ό,τι είχε να πει, ψαύσαμε κάτι σαν την Σταύρωση. Και η Σταύρωση είναι μεν ένα ανθρώπινο γεγονός, που το διενεργεί όμως το Άπειρο. Ο Χριστός σταυρώθηκε για μας. Η Σταύρωση είναι γεγονός του Απείρου.

Ο τρόπος που κοιτάζει τώρα ο Χριστός, ενώνει, όπως είπαμε, και τα δυο μάτια. Η Σταύρωση διαφαίνεται μέσα στο ανθρώπινο βλέμμα, αλλά θριαμβεύει στο βλέμμα της Θεότητας. Και ακόμη περισσότερο από την Σταύρωση -στην οποία μας παραπέμπει ξανά αυτή η αλληλοδιασταυρωση των βλεμμάτων-, ο δεξιός οφθαλμός είναι ο οφθαλμός της Ανάστασης. Τα πάντα πληρώθηκαν φωτός, ο Χριστός πάτησε τον Θάνατο, και χάρη στη δική Του ανάσταση θα αναστηθούμε όλοι. Ο θάνατος είναι για τον Χάιντεγκερ κάτι πολύ σημαντικό: είμαστε ένα-είναι-προς-θάνατον. Και προλαμβάνοντας τον Χάιντεγκερ ο Χούσσερλ θα πει ότι μέσα στο «νυν» υπάρχει ως «προκράτηση» αυτό που θα έλθει: δεν το αναλύει πολύ, μιλά για τις αδιάφορες στιγμές μάλλον που ακολουθούν ένα «τώρα», αλλά ποιος δεν γνωρίζει ότι ακόμη και αυτές τις τόσο αδιάφορες στιγμές ακολουθει πράγματι το τέλος; Ακολουθεί ο θάνατος.
Κοιτάζοντας το δεξί μάτι του Χριστού, φθάνουμε στο σημείο να πάμε πέρα από το ψυχολογικό επίπεδο των δυσχερειών και των δυσκολιών του βίου, σε κάτι πιο σημαντικό: ότι είμαστε κτίση, ότι ρέπουμε από τη φύση μας στη φθορά, ότι είμαστε ευάλωτοι. Ο Χούσσερλ μίλησε για τον κόσμο που είναι η ολότητα των αντικειμένων, που με την αντίληψη και τις σκιάσεις τους κ.λπ., δημιουργούν ένα τελικά ενιαίο «όλον», μια στερεή και πάνω από τις μεμονωμένες υπάρξεις πραγματικότητα, ό,τι λέμε ακριβώς κόσμο. Και φυσικά, ο Χάιντεγκερ μίλησε και αυτός για το Ενθάδε-Είναι, που είναι ερριμμένο μέσα στον κόσμο, για τον οποίο και μεριμνά. Η εικόνα του Χριστού του Σινά, ήδη με το ανθρώπινο βλέμμα της, αλλά πολύ περισσότερο με τον θεϊκό οφθαλμό, μας καλεί να διερωτηθούμε για την στερεότητα του κόσμου. Ο διεσταλμένος θεϊκός οφθαλμός, καθώς μας αντικρίζει λέγοντας μας στην ουσία «Εγώ ειμί το φως του κόσμου», μας φέρνει ενώπιον της μέγιστης οντολογικής αλήθειας: αυτό το βλέμμα είναι που θεμελιώνει και περιφρουρεί τον κόσμο στην ύπαρξη, σ’ αυτό το βλέμμα είναι που λογοδοτεί ο κόσμος, που δέχεται την πηγή του το ίδιο το Είναι. Και βλέποντάς το, στερεωνόμαστε και μεις μαζί με τον κόσμο. Κουβαλάμε ακόμη τις αμαρτίες μας, αλλά αυτές, όσο και αν φαίνεται παράξενο, έρχονται δεύτερες μετά τη φθορά της φύσης. Ο Χριστός είπε στον Αδάμ και την Εύα ότι «όποια μέρα φάτε από τον απαγορευμένο καρπό, θα πεθάνετε». Αυτοί έφαγαν από τούτο τον καρπό και υποτίθεται ότι δεν «πέθαναν». Στην πραγματικότητα όμως πέθαναν, γιατί κλονίστηκε η φύση τους, γιατί η αθανασία τους δεν ήταν φύσει αλλά κατά χάριν Θεού και αφού απομακρύνθηκαν από τον Θεό, επήλθε η φθορά. Σε λίγο στερεώθηκε και ο θάνατος – όχι ως τιμωρία του Θεού, αλλά ως φυσικό αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ό,τι απομακρύνεται από την πηγή του Είναι πεθαίνει. Ο πρώτος θάνατος ήταν αποτέλεσμα δολοφονίας: ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ. Και σιγά σιγά εδραιώθηκε ο θάνατος, από τον οποίο δεν μπορούσε να μας σώσει πια οποιαδήποτε αρετή. Πέρασαν μεγάλοι Άγιοι στην Παλαιά Διαθήκη, άνθρωποι της αρετής ενός Μωυσή ή ενός Ιερεμία, και όμως και αυτοί υπέκυψαν στην φθορά. Δεν μπορούσε πια να μας σώσει κανείς άνθρωπος, γιατί αυτός, όποιος και αν είναι, προέρχεται από το μη-είναι.
Το βλέμμα του Χριστού του Σινά μας εδραιώνει στην ύπαρξη: είναι, όπως είπαμε, το θεϊκό βλέμμα, αυτό που διακήρυξε «Εγώ ειμί η ζωή», «Εγώ ειμί το φως του κόσμου». Χάρη στη μυστική ανάκρασή του με το ανθρώπινο βλέμμα- κατά την ορολογία της Χαλκηδόνας Θεία και Ανθρώπινη φύση ενώνονται ασυγχύτως-, μας επιστρέφεται δωρεάν το Είναι. Τώρα πάλι και καθώς τα Άγια εναποτίθενται μετά την Μεγάλη Είσοδο στην Αγία Τράπεζα ο Χριστός, αν και ακόμη στον Τάφο, έχει ήδη κηρύξει στους νεκρούς. Ό,τι νεκρό μέσα μας πεθαίνει. Βρισκόμαστε πάνω από την Ηθική. Έχει πει ήδη ο ιερέας «τοις μισούσιν και αδικούσιν ημάς συγχώρησον, Κύριε» και το μέγα δώρο που έφερε ο Χριστός στον κόσμο, η αγάπη προς τους εχθρούς, βασιλεύει πια επί πάντων. Το θεϊκό βλέμμα του Χριστού δεν είναι πια όπως το ανθρώπινο, που αποσύρεται, αλλά κοιτάζει και τον χειρότερο εχθρό, με την μεγαλύτερη αγάπη. Το βλέμμα αυτό είναι ο θρίαμβος της αγάπης προς τον εχθρό, που δεν είναι ανθρώπινο έργο: ο Χάιντεγκερ μιλά για την αγάπη ως απότοκο των βασικών «διαθέσεων» του Ενθάδε-είναι, αλλά η αγάπη προς τον εχθρό δεν χτυπά την πόρτα του Ενθάδε-είναι, όσο αυτό είναι απασχολημένο να «μεριμνά» για τον κόσμο. Χρειάζεται ένα κοίταγμα προς τον εχθρό, ο οποίος απειλεί το Ενθάδε-είναι με θάνατο. Και αυτό, που είναι ένα-είναι-προς-θάνατο, αγκαλιάζει τον δωροδότη του θανάτου. Το βλέμμα του δεξιού οφθαλμού ακόμη περισσότερο από το «Εγώ ειμί η ζωή» είναι, στη γλώσσα της Φαινομενολογίας, το «Εγώ ειμί», ή μάλλον το «Εγώ ειμί ο Ων». Η Ανάσταση δεν είναι απλά το ανασήκωμα ενός νεκρού: είναι η απομάκρυνση της οντολογικής φθοράς. Κάθε γέννηση ενός νεογνού είναι μια μικρή «ανάσταση», ο ξορκισμός του θανάτου. Νιώθουμε χαρά με την γέννηση κάθε παιδιού γιατί «εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον». Η Ανάσταση του Χριστού είναι η δυνατότητα όχι να συνεχιστεί η μίζερη ανθρώπινη ζωή, αυτή που ο Χάιντεγκερ έλεγε «αναυθεντικότητα», αλλά να γεννηθεί ένα νήπιο, που θα πρωτοκοιτάξει τον κόσμο και ο κόσμος θα το πρωτοκοιτάξει: ιδού το θαύμα. Η Ανάσταση είναι η δυνατότητα της Αυθεντικότητας.
Ενώπιον του θεϊκού βλέμματος συστελλόμαστε: πώς να το κοιτάξει κανείς; «Έξελθε απ’ εμού, Κύριε, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί», είπε ο πατέρας του άρρωστου παιδιού στον Χριστό. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, έσχατη κουβέντα της τελείας συναίσθησης της αμαρτωλότητας είναι η πρόσκληση για φυγή: ένας διωγμός. «Φύγε μακριά μου, Κύριε, γιατί είμαι άνδρας αμαρτωλός». Ο πατέρας του άρρωστου παιδιού ψάχνει απεγνωσμένα μέσα του και έξω από αυτόν, στο σπιτικό του, κάτι άξιο για να κρατήσει τον Ιησού, αλλά δεν βρίσκει. Καταλαβαίνει ότι είναι γυμνός στην ύπαρξη, κατάγυμνος, και ντρέπεται, θέλει να φύγει να κρυφτεί. Δεν υπάρχει κάτι πουθενά για να πιαστεί, να κρατήσει τον Ιησού κοντά του. Ενώπιον του θεϊκού βλέμματος νιώθουμε αυτή την ανάγκη να φύγουμε, αλλά δεν το κάνουμε, γιατί τώρα η Ανάσταση έχει συντελεσθεί. Πλήρωσε ο Χριστός με την Σταύρωσή Του για μας- χωρίς να εμφιλοχωρούν εδώ ανσέλμεια υπονοούμενα. Οι αμαρτίες μας όμως τι έγιναν; Με ένα αναστάσιμο, αλλά ιλαρότατο βλέμμα, ο Χριστός μας ζητά το έσχατο δώρο, λίγο πριν γεννηθεί εκεί ψηλά, στον Χριστό στο Κάστρο. Μας ζητά να του δώσουμε τις αμαρτίες μας.

Είναι γνωστή η ιστορία του αγίου Ιερωνύμου. Είχε βρεθεί στους Αγίους Τόπους και εκεί είδε ένα όραμα. Είδε τον ίδιο τον Χριστό να του ζητά ένα δώρο: μα, Χριστέ μου, διαμαρτυρήθηκε, όλα στα έχω δώσει. Δεν κράτησα τίποτα. Και ο Χριστός απάντησε: Ιερώνυμε, θέλω τις αμαρτίες σου. Αυτό και τώρα γυρεύει από μας, τούτος ο οφθαλμός του Παντοκράτορα. Και είναι δύσκολο να αποχωριστεί κανείς τις αμαρτίες του. Τις έχει αγαπήσει ο εαυτός, τις έχει κάνει «ατού» του, το μέγα του πλεονέκτημα. Και μαζί μ’ αυτές έρχεται και η ενοχή- είναι ψέμα ότι η αμαρτία δεν γεννά ενοχή. Είμαστε ένοχοι και μόνο που βρεθήκαμε στον κόσμο- λέγει ο Χάιντεγκερ. Αυτό το βάρος της ενοχής δεν μπορούμε να το σηκώσουμε. Είναι αδύνατον. Και είναι το δεύτερο, το τελευταίο δώρο που μας ζητά ο οφθαλμός του Παντοκράτορα: να τον αφήσουμε να σηκώσει την ενοχή μας. Αυτό απαιτεί τεράστια εμπιστοσύνη. Δεν δίνει ο καθείς στον οποιονδήποτε την ενοχή του. Αυτή μένει φωλιασμένη μέσα καλά για δεκαετίες, και την παίρνει ο άνθρωπος μαζί του, στον κάτω κόσμο, εκτός κι αν εμπιστευθεί κάποιον τόσο πολύ, αισθανθεί βαθιά μέσα του ότι κάποιος το αξίζει τόσο πολύ, κάποιος τον έχει αγαπήσει και ερωτευθεί – κατά το του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, «ο Θεός εστίν εραστής των ανθρώπων»-, που μπορεί να του την δώσει. Και αυτός είναι ο Χριστός.
Μόλις δοθεί και η ενοχή, ο Κύριος μπορεί να πει πάλι «τετέλεσται». Μπορεί να πει στον Πατέρα ότι «έφερα εις πέρας το έργο για το οποίο με απέστειλες στη γη». Η σύναξη είναι πια συγκεντρωμένη γύρω από αυτό το φοβερό έργο που επιτέλεσε ο Θεός: κοινωνούν οι πιστοί «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιων». Και η εικόνα μένει εκεί: κοιτώντας την προς το τέλος της Λειτουργίας, αφού αξιωθεί και κοινωνήσει κανείς, μπορεί να καταλάβει το ενιαίο του βλέμματος του Χριστού. Είναι ο Ένας Κύριος Αυτός που μας κοιτάζει. Αυτό το ένα βλέμμα είναι για το οποίο οι λόγιοι της Ορθοδοξίας εφηύραν τον όρο «αλληλοπεριχώρησις» των φύσεων. Εν πάση περιπτώσει, είναι η μια Υπόσταση του Χριστού που μας κοιτάζει.
«Το μικρό το εικόνισμα όλα αυτά τα φθάνει»: λέγει ένας στίχος κάποιου χριστουγεννιάτικου ποιήματος. Πάνω στο τέμπλο, στέκει μόλις λειτουργημένη η εικόνα της Γέννησης. Να και η Θεομήτωρ, που γέννησε χωρίς ωδίνες, να σε μια γωνιά και ο Ιωσήφ, να πειράζεται ακόμη από τον διάβολο, να οι ξωμάχοι που κοιτούν το θαύμα, να και οι άγγελοι που τραγουδούν, να και οι Μάγοι πάνω στα άλογά τους. Όλοι έχουν γίνει πια ένα σώμα, αυτό που θα φάγει και θα πιει και θα ευφρανθεί, «ότι ετέχθη ημίν σήμερον Σωτήρ».