Αδιαμφισβήτητη η ιστορικότητα του Θεανθρώπου Χριστού

Σε σελίδα στο Facebook, γνωστή για τον επίμονο, σχεδόν εμμονικό, χλευασμό της πίστης και για την «ανακύκλωση» αποσπασματικών δήθεν επιστημονικών ισχυρισμών, αναρτήθηκε το εξής:

Ένα απόσπασμα ομιλίας του Μπαρτ Ντ. Έρμαν, καθηγητή Κειμενικής Κριτικής και Θρησκευτικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας των ΗΠΑ, ειδικού στην κριτική των κειμένων της Καινής Διαθήκης. Στο συγκεκριμένο βίντεο ο Έρμαν υποστηρίζει ότι ο Χριστός δεν μνημονεύεται από Έλληνες ή Ρωμαίους ιστορικούς ή φιλοσόφους της εποχής, ότι «το όνομά Του δεν απαντά σε καμία επίσημη καταγραφή», ότι τα Ευαγγέλια περιέχουν πολλές ιστορικές ανακρίβειες και αντιφάσεις γι’ αυτό «ο ιστορικός πρέπει να διαλέγει και να απορρίπτει». Το υλικό αυτό διακινήθηκε και διακινείται ακόμη με θριαμβευτικές λεζάντες και εντυπωσιοθηρικά νούμερα προβολών, αντιδράσεων, κοινοποιήσεων, με στόχο να δημιουργηθεί η εντύπωση πως ό,τι επί δύο χιλιετίες ομολογεί η Εκκλησία είναι δήθεν ανιστόρητο.

Πρώτον, ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, είναι ιστορικό πρόσωπο, το οποίο σταυρώθηκε. Αυτό, δεν το λέμε απλώς επειδή το πιστεύουμε, το παραδέχονται ιστορικές πηγές, έξω από την Εκκλησία. Ο Ιώσηπος Φλάβιος (37 – 100 μ.Χ.), Ιουδαίος ιστορικός, μνημονεύει «τον Ιάκωβο, αδελφό Ιησού Του λεγομένου Χριστού». Ο Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος (56 –120 μ.Χ.), Ρωμαίος ιστορικός, γράφει ότι ο «Christus» εκτελέστηκε επί Ποντίου Πιλάτου και ότι «το κίνημα υπέρ Του εξαπλώθηκε μέχρι τη Ρώμη». Ο Πλίνιος ο Νεότερος (61 – 113 μ.Χ.), Ρωμαίος διοικητής, περιγράφει Χριστιανούς που ψάλλουν ύμνο στον Χριστό «ως Θεό». Ο Γάιος Σουητώνιος Τρανκιλλίνος (69 – 122 μ.Χ.), Ρωμαίος βιογράφος, σημειώνει στους «Βίους Καισάρων – Κλαύδιος», αναταραχές μεταξύ Ιουδαίων «υπό Chrestus», πιθανώς έμμεση αναφορά σε διαμάχες γύρω από Τον Χριστό. Ακόμη και το Ταλμούδ, το βασικό κείμενο του ραββινικού Ιουδαϊσμού, περιέχει (εχθρικές) αναφορές σε έναν «Γιεσού» που εκτελέστηκε. Από ελληνικής πλευράς, ο Κέλσος (2ος αιώνας μ.Χ.), πλατωνικός φιλόσοφος, στον «Αληθή Λόγο» του που τον γνωρίζουμε μέσω του Ωριγένη («Κατά Κέλσου»), επιτίθεται στον Χριστό και στους Χριστιανούς αναγνωρίζοντας ως δεδομένα τη σταύρωση και την πρώιμη λατρεία Του. Στο ίδιο πνεύμα, ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (125 – 180 μ.Χ.), Έλληνας σατιρικός συγγραφέας, στο έργο του «Περί της Περεγρίνου τελευτής», μιλά για Χριστιανούς που λατρεύουν «έναν σταυρωμένο σοφιστή». Αυτά δεν γράφτηκαν από εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Αποτελούν ψυχρές και συχνά εχθρικές μαρτυρίες αλλότριων προς την Εκκλησία συγγραφέων, που ταιριάζουν όμως εντυπωσιακά απόλυτα με την αφήγηση των Ευαγγελίων.

Δεύτερον, τα Ευαγγέλια δεν είναι παραμύθια που γράφτηκαν «κάποτε». Είναι κείμενα της πρώτης γενιάς των μαρτύρων. Το κατά Μάρκον γράφεται γύρω στο 65 – 70 μ.Χ., ο Ματθαίος και ο Λουκάς λίγο αργότερα και ο Ιωάννης προς το τέλος του 1ου αιώνα. Τα αυτόγραφα δεν σώζονται, όπως συμβαίνει με κάθε αρχαίο συγγραφέα αλλά έχουμε χιλιάδες χειρόγραφα, μερικά εξαιρετικά πρώιμα. Ο πάπυρος «P52», το αρχαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο με κείμενο απο τήν Καινή Διαθήκη, χρονολογείται περίπου στο 125 – 150 μ.Χ. Οι «διαφορές» των χειρογράφων που συχνά προβάλλονται εντυπωσιοθηρικά είναι στη μεγάλη τους πλειονότητα ορθογραφίες και ήπιες διατυπώσεις, δεν αλλάζουν το περιεχόμενο, ούτε στηρίζεται κάποιο δόγμα σ’ έναν μοναχικό, αμφίβολο στίχο. Αυτό το παραδέχονται και σκεπτικιστές μελετητές της Καινής Διαθήκης. Όσον αφορά την παλαιά εκκλησιαστική παράδοση για τους συγγραφείς, δεν εμφανίζει «εναλλακτικά σενάρια». Ο Παπίας (60 – 130 μ.Χ.), επίσκοπος Ιεραπόλεως, μαρτυρεί ότι ο Μάρκος αποτύπωσε τη μνήμη του Αποστόλου Πέτρου, ο Λουκάς είναι ο προσεκτικός ιστοριογράφος των Πράξεων και συνεργάτης του Παύλου, ο Ιωάννης μιλά με λεπτομέρειες αυτόπτη και ο Άγιος Ειρηναίος (130 – 200 μ.Χ.), επίσκοπος Λουγδούνου, την μνήμη του οποίου εορτάσαμε το περασμένο Σάββατο, επιβεβαιώνει στα τέλη του 2ου αιώνα τις ίδιες ταυτίσεις. Ξέρετε, όλοι οι παραπάνω, δεν γράφουν στο κενό. Γράφουν σε κοινότητες που είχαν ενώπιόν τους, που ζούσαν μέσα σ’ αυτές, σε ανθρώπους ικανούς να διαψεύσουν χονδροειδείς ανακρίβειες.

Τρίτον, η θεωρία περί δήθεν «υστέρου κατασκευάσματος» της θεότητας Του Ιησού Χριστού, καταρρέει μπροστά στις πρώτες πηγές. Ο Απόστολος Παύλος παραδίδει στους Φιλιππησίους έναν ύμνο που προϋπάρχει των επιστολών του, άρα ανάγεται πολύ νωρίς: «Ος εν μορφή Θεού υπάρχων» και «ίνα εν τω ονόματι Ιησούν παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων». Αυτό δεν είναι προϊόν 4ου αιώνα, είναι η πίστη της πρώτης Εκκλησίας. Ο Θωμάς ομολογεί «ο Κύριός μου και ο Θεός μου», οι πρώτοι Χριστιανοί επικαλούνται Τον Χριστό στην προσευχή, βαπτίζουν στο Όνομά Του, τελούν την Ευχαριστία «εις την ανάμνησή Του». Από την πλευρά των ρωμαϊκών πηγών, ο Πλίνιος ο Νεότερος καταγράφει λατρεία «προς Τον Χριστό ως Θεό» ήδη στις αρχές του 2ου αιώνα. Πώς μονοθεϊστές Ιουδαίοι έφτασαν τόσο νωρίς να αποδίδουν στον Ιησού προσκύνηση που ανήκει μόνο στον Θεό; Κάτι συντριπτικό μεσολάβησε!

Κι εδώ φθάνουμε στον Σταυρό και στην Ανάσταση. Η σταύρωση είναι ιστορικά βεβαία, μαρτυρείται εντός κι εκτός Καινής Διαθήκης αλλά και η ταφή δεν είναι «ευσεβής επινόηση». Στην Ιερουσαλήμ βρέθηκαν το 1968 οστά σταυρωμένου Ιουδαίου, με καρφί στη φτέρνα, μέσα σε οικογενειακή οστεοθήκη. Αυτό δείχνει ότι στην ίδια εποχή, οι σταυρωμένοι μπορούσαν να ταφούν με μέριμνα συγγενών ή επιφανών συμπολιτών, άρα το ευαγγελικό σχήμα με τον Ιωσήφ από Αριμαθαία είναι ιστορικά εύλογο. Ο άδειος τάφος δεν κατασκευάστηκε εκ των υστέρων, διαφορετικά οι αντίπαλοι θα παρουσίαζαν σώμα. Δεν παρουσίασαν. Αντίθετα, κυκλοφόρησε από πολύ νωρίς η κατηγορία για τους μαθητές πως «έκλεψαν το σώμα», που άθελά της ομολογεί την κενότητα του μνήματος. Για τις εμφανίσεις, ο Παύλος καταγράφει στην Α’ προς Κορινθίους την παλαιότερη σύνοψη της πίστης: Θάνατος, ταφή, ανάσταση «την τρίτη ημέρα», εμφανίσεις σε Κηφά, στους Δώδεκα, σε πεντακόσιους μαζί, σε Ιάκωβο, σ’ όλους τους Αποστόλους και τέλος στον ίδιο. Αυτή η παράδοση δεν γράφεται αιώνες μετά, ανάγεται στα πρώτα 2–5 χρόνια από τα γεγονότα. Όχι θρύλος, όχι παραμυθάκι αλλά ελέγξιμη παράδοση με ονόματα και μάρτυρες.

Και ερωτώ, εύλογα, θαρρώ:

Τι κέρδισαν οι μαθητές; Δόξα, χρήμα, εξουσία; Όχι! Κέρδισαν φυλακές, διωγμούς, μαρτύρια. Οι άνθρωποι πεθαίνουν για κάτι που νομίζουν αληθινό, όχι για αυτό που ξέρουν πως είναι ψέμα. «Ομαδικές παραισθήσεις»; Οι παραισθήσεις είναι ιδιωτικές, δεν συγχρονίζονται σε ομάδες, δεν αδειάζουν τάφους και δεν γεννούν συνεκτικό κήρυγμα στην καρδιά της Ιερουσαλήμ. «Μυθική αντιγραφή από παγανισμούς και ειδωλολατρία»; Άλλος κόσμος, άλλο περιεχόμενο, άλλο ήθος και οι ιουδαϊκές ρίζες των μαθητών είναι ασύμβατες με τέτοιες δανειοληψίες.

Ίσως, θα πει κάποιος, «ο ιστορικός δεν μπορεί να βεβαιώσει θαύμα». Σωστά, η ιστορική μέθοδος όπως συνήθως ορίζεται περιγράφει το συνηθισμένο, όχι το μοναδικό. Μα το ότι ο ιστορικός δεν έχει εργαλείο να «μετρήσει» την Ανάσταση δεν σημαίνει ότι δεν έγινε, σημαίνει απλώς ότι την υπερβαίνει την μέθοδο. Ακόμη και ο ομιλητής στο εν λόγω βίντεο, ο Μπαρτ Έρμαν, σε άλλη ομιλία του, παραδέχεται πως χωρίς την πίστη των πρώτων Χριστιανών στην Ανάσταση δεν θα υπήρχε Χριστιανισμός. Κι εμείς προσθέτουμε το προφανές: Η απλούστερη και επαρκέστερη εξήγηση όλων των δεδομένων, του άδειου τάφου, των εμφανίσεων, της εκρηκτικής μεταστροφής και της αποστολής των μαθητών, είναι ότι ο Ιησούς πράγματι αναστήθηκε!

Άρα λοιπόν ο Χριστός καταγράφεται στην ιστορία με τρόπο εμφατικό και την μεταμορφώνει οριστικά. Η ιστορία ανήκει σε Εκείνον που έγινε άνθρωπος για χάρη μας και, αλήθεια, ήταν πάντοτε δική Του. Από τότε το Όνομά Του γίνεται σημείο αναφοράς του ανθρωπίνου χρόνου. Γεννημένος στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας επί Ηρώδου του Α’, διδάξας στη Γαλιλαία, σταυρωθείς επί Ποντίου Πιλάτου, λατρεύθηκε από την πρώτη γενιά ως Κύριος και Θεός, όχι επειδή κάποιοι «θεολόγησαν» αργότερα, αλλά γιατί κάποιοι Τον συνάντησαν ζώντα.

Ξέρετε, η Εκκλησία δεν φοβάται τον έντιμο διάλογο, τη θλίβει όμως στο μέγιστο βαθμό η προκατάληψη που ντύνεται επιστήμη. Στους «επαΐοντες» της διαδικτυακής ειρωνείας, δεν θα κάνουμε διαφήμιση, γνωρίζουν ποιοι είναι. Τους θυμίζουμε απλώς ότι η Αλήθεια δεν αλλάζει με «memes» και η ιστορία δεν αποποιείται Τον Χριστό: Eίναι ο τόπος της φανέρωσής Του.

Και κάτι τελευταίο από την καρδιά ενός ταπεινού, νάνου μπροστά στο ακαδημαϊκό εκτόπισμα του Έρμαν, ιερέα:

Όλα τα παραπάνω δεν είναι μόνο επιχειρήματα. Είναι πρόλογος σε μια εμπειρία που ζει κάθε Κυριακή η Εκκλησία. Στη Θεία Λειτουργία η μνήμη γίνεται παρουσία, τελούμε ανάμνηση κι Εκείνος είναι μαζί μας όλες τις ημέρες. Αυτό δεν το ζυγίζει το μικροσκόπιο της ιστορικής μεθόδου, το αναγνωρίζει η καθαρή καρδιά. Κι όμως, ακόμη κι αν σταθούμε μόνο στη σφαίρα των τεκμηρίων, αρκούν για να καταλάβει ο καλόπιστος ότι η πίστη μας δεν είναι εύπιστος μύθος αλλά μαρτυρία γεγονότων που συνέβησαν μέσα στον χρόνο κι άλλαξαν τον κόσμο.

Όποιος θέλει να συζητήσουμε με νηφαλιότητα είναι ευπρόσδεκτος. Υπάρχουν πηγές, υπάρχουν κείμενα, υπάρχει επιστήμη χωρίς παρωπίδες. Όποιος θέλει να χλευάσει θα βρίσκει πάντοτε αφορμή. Ο Ιησούς Χριστός όμως, o Υιός και Λόγος Του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Ενσαρκωμένος Θεός, παραμένει ο Ίδιος χθες και σήμερα και στους αιώνες και ναι, η ιστορία, δεν Τον αναφέρει απλώς: Του ανήκει!
Δόξα Tω Θεώ!