Αγίου Δαμασκηνού του Στουδίτου: Η Παναγία διδάσκει τους Αποστόλους

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Δαμασκηνού του Στουδίτου
Λόγος πανηγυρικός 

Εις την Κοίμησιν της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/08/agiou-damaskinou-tou-stouditou-oi-apostoloi-kidevoun-tin-theotoko/

Λέγει τους η Παναγία:
Τέκνα μου ηγαπημένα, ακούσατε λόγον σύντομον και διδαχήν μικράν από το στόμα μου, επειδή ζητείτε και αγαπάτε.

Βλέπετε, τέκνα μου, τον κόσμον τούτον, αν πραγματεία είναι [σαν εμπόριο]. Ο δε Θεός είναι ως βασιλεύς. Εσείς δε οι δούλοι του ηγαπημένου μου Υιού είστε ωσάν πραγματευτάδες. Λοιπόν, να σας το ειπώ ωσάν εις παραβολήν.

Ήτον τις βασιλεύς μέγας και ισχυρός, και είχε δύο δούλους και ήκουσεν ότι εις τον δείνα τόπον γίνεται μέγα πανηγύριον, και κάμνουσιν οι άνθρωποι μεγάλην πραγματείαν και μέγα διάφορον [εμπορικα κέρδη] εκεί, και κράζει τους δύο του δούλους, και λέγει τους: Επάρτε βίον περισσόν [χρήματα αρκετά], και σύρτε εις τον δείνα τόπον, όπου γίνεται το πανηγύριον, και κάμνετε πραγματείαν εκεί [να κάνετε εμπορικές συναλλαγές], και εις ένα μήνα πάλιν να έλθετε. Όποιος δε αργήσει περισσότερον, να είναι κομμένον το κεφάλι του.

Επήραν οι δύο δούλοι εκείνοι τα άσπρα [τα λεφτά], και υπήγαν εις το πανηγύρι και ο μεν ένας ως άγνωστος και μωρός οπού ήτον δεν αγόρασε πράγματα, οπού λείπουν τον βασιλέα, και τα έχει χρείαν, να υπάγη και γλήγορα, αμή αγόρασε σπήτια και εργαστήρια και χωράφια, και όσα ο βασιλεύς χρείαν δεν τα είχε, μηδέ διάφορον [κέρδος] τον έδιδαν εκείνα τον βασιλέα.

Και όσον να σπείρη ο δούλος τα χωράφια, και να φτιάση τα εργαστήρια και τα σπήτια όθεν ήτον χαλασμένα, επέρασαν τρεις τέσσαρες μήνες και περισσότεροι. Ο δε άλλος ως φρονιμώτερος οπού ήτον, αγόρασε λίθους πολυτίμους, και υπήγεν εις τον βασιλέα. Και ο βασιλεύς ετίμησέ τον, και εδόξασέ τον, επειδή εφάνη εμπιστεμένος [άνθρωπος κατάλληλος για να τον εμπιστευτεί για ανάλογες πράξεις]. Τον δε άλλον απέστειλεν ορισμόν [διαταγήν], και απεκεφάλισαν τον ως εχθρόν και εναντίον του βασιλέως.

Έτσι είστε και εσείς όλοι σας οι Απόστολοι του Υιού μου.

Έστειλέ σας ο Υιός μου ο ηγαπημένος να υπάτε [να πάτε] εις τον κόσμον ως πραγματευτάδες, και να κερδίσετε τας ψυχάς των πλανημένων ανθρώπων, οπού ήκουσαν το όνομά του. Αλλά είτις είναι από εσάς φίλοι μου και τέκνα μου, οπού φανή φίλος του διδασκάλου του Υιού μου, τον θέλει τιμήσει και αυτός εις την βασιλείαν του. Ει δε είναι ότι δεν ιδήτε να αρέσετε τον διδάσκαλόν σας, μοναχοί σας ηξεύρετε τι θέλετε πάθη.

Διά τούτο, τέκνα μου ηγαπημένα, σπουδάσετε να κηρύξετε, να φωτίσετε, να καθοδηγήσετε τον πεπλανημένον κόσμον, μη να τον κερδήσετε [για να τον κερδίσετε], και τον υπάτε εις την βασιλείαν του Υιού μου. Μη φοβάσθε από τους βασιλείς, οπού δύνονται μόνον το κορμί σας να βλάψουν, και την ψυχήν σας δεν δύνονται να την κάμωσι τίποτε.

Αλλά φοβάσθε από τον Θεόν, οπού δύνεται και το κορμί σας και την ψυχήν σας να ζημιώση, ωσάν [όπως] σας το έλεγεν ο Υιός μου. Έχετε αγάπην και ειρήνην αλλήλους σας, και χαίρεσθε και ευφραίνεσθε, ότι πολύς είναι ο μισθός σας εις την βασιλείαν των ουρανών.

Και εάν εγώ φίλοι μου υπάγω εις την βασιλείαν του Υιού μου, αλλά αείποτε [πάντοτε] θέλω είμαι μετ’ εσάς να σας στηρίζω, και να σας παρηγορώ εις τας θλίψεις.

Αυτά είπεν η Παναγία προς τους Αποστόλους, και άλλα περισσότερα και παρευθύς έκλεισε τους αγίους της οφθαλμούς, και είπε μεγάλη φωνή:
Υιέ μου εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου. Και εκοιμήθη.

Και την μεν αγίαν της ψυχήν εδέχθη ο Υιός της εις τας χείράς του. Και η Παναγία εζήτησε τον Υιόν της να υπάγη εις τον άδην να ιδή τας ψυχάς πώς κολάζονται, και να ιδή τους τόπους, όπου επήγεν ο Υιός της να ευγάλη [να βγάλει] τους προπάτορας, και επήκουσέ την.

Και Άγγελοι φωτεινοί επήραν την αγίαν της ψυχήν, και υπήγαν την όθεν ήθελε μονάχη της η ψυχή.

Και μαρτυρεί το ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός εις ένα του τροπάριον της τετάρτης ωδής σήμερον, και λέγει:
Θάμβος ην θεάσασθαι τον ουρανόν του παμβασιλέως τον έμψυχον, τους κενεώνας υπερχόμενον της γης, ήγουν, θαύμα και έκπληξις ήτον να ιδή τινάς της Παναγίας την ψυχήν πώς επεριπάτει εις τα κατώτατα της γης, ήγουν εις τον άδην.

Και η μεν ψυχή της υπήγεν εις τον άδην, ως το εζήτησε, το δε άγιον και Θεοδόχον της σώμα το συνέστειλαν οι Μαθηταί, και επήράν το εις τους ώμους των να το υπάγουν εις τον τάφον.

Και από την μεν μίαν μεραίαν [μεριά] επίασεν ο Θεολόγος Ιωάννης, από την άλλην ο Πέτρος, από την τρίτην μεραίαν επίασεν ο Ιάκωβος ο αδελφός του Ιωάννου, από δε την άλλην ο Παύλος.

Οι δε επίλοιποι Απόστολοι και Αρχιερείς υπήγαιναν ψάλλοντες και υμνούντες.

Οι Ιουδαίοι γουν, ως φθονεροί οπού είναι εξ αρχής, ακούοντες την υμνωδίαν των αγγέλων, και βλέποντες την πολλήν παρρησίαν, εφθόνησαν και βάνουσι βουλήν να υπάγωσι να ρίξουν το κρεββάτι της Παναγίας κάτω με το άγιόν της κορμί.

Και όλοι τους ώρμησαν να πηγαίνουν εις το μέσον των Αποστόλων, και παρευθύς ετυφλώθησαν, και δεν έβλεπεν ένας τον άλλον. Ένας δε απ’ εκείνους ως τολμηρότερος επήγε να πιάση το κρεββάτι, και Άγγελος Κυρίου έκοψε τα χέρια του αοράτως.

Τότε ωσάν εγνώρισαν οι Ιουδαίοι το θαύμα, εμετανόησαν, και επρόσπεσαν εις τους Αποστόλους να ιατρευθούν.

Οι δε Απόστολοι ως είδαν, ότι μετανοούσιν, επήρασι το κλαδί εκείνο της φοινικίας, και έβαλάν το εις το πρόσωπον των τυλφωθέντων Ιουδαίων, και του αποκεκομμένου το χέρι, και με την βοήθειαν της Παναγίας όλοι τους ιατρεύθησαν.

Από το βιβλίο, «Λόγοι πανηγυρικοί εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου».