(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Δαμασκηνού του Στουδίτου
Λόγος πανηγυρικός
Εις την Κοίμησιν της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας
Η Θεοτόκος αρχή και τέλος της σωτηρίας των ανθρώπων
Αλλά ημείς οι ευσεβείς Χριστιανοί, αν και άλλο άξιον της εορτής έργον δεν έχωμεν, αλλά καν [τουλάχιστον] ας υμνήσωμεν μετά των Αγγέλων, ας δοξάσωμεν μετά των Αποστόλων της αγίας ημέρας την δύναμιν.
Τι δε είναι η εορτή μας;
Τέλος [αποκορύφωμα] είναι πανηγύρεων και των εορτών όλων, ευλογημένοι Χριστιανοί· ότι ωσάν ο Ευαγγελισμός ήτον αρχή, έτσι η σημερινή εορτή [της Κοιμήσεως] είναι τέλος· επειδή η Κυρία Θεοτόκος και αρχή και τέλος είναι της σωτηρίας των ανθρώπων.
Και όσον μεν ήτον σωματικώς επί της γης, αρχήν είχεν του μυστηρίου το κεφάλαιον, όταν δε εμεταστάθη εκ της γης, ετελειώθη η άρρητος βουλή του Θεού, και πέρας [τέλος] έλαβε το απ’ αιώνος βούλημα του Θεού.
Πολλοί των ανθρώπων την σήμερον ημέραν την έχουσι λύπης ημέραν και δακρύων αφορμήν, ότι μετέβη από της γης η Κυρία Θεοτόκος εγώ δε και μάλιστα ευφροσύνης ημέραν την έχω [την θεωρώ ως χαρμόσυνυ ημέρα].
Ότι [διότι], όσον μεν ήτον εις την γην, μόνον η Γεθσημανή το χωρίον την είχεν· όταν δε εμεταστάθη, όλος ο κόσμος την απόκτησε βοηθόν και επιτηρητήν· ότι από της γης μετέβη εις τον ουρανόν, από την φθοράν εις αφθαρσίαν, από την λύπην εις χαράν, από τα φθαρτά εις τα άφθαρτα, από όλα τα θλιβερά εις χαροποιά και ευφρόσυνα.
Διά τούτο χαίρω, διά τούτο ευφραίνομαι, ευλογημένοι χριστιανοί, και προθυμούμαι να διηγηθώ της ημέρας την υπόθεσιν, ίνα ιδήτε και η αυθεντία σας [η αφεντιά σας, αξιότιμοι αναγνώστες], ότι δεν είναι λύπης αιτία η σημερινή, αλλά μάλλον χαράς και αγαλλιάσεως.
Πλην μην οκνείτε [τεμπελιάζετε] και νυστάζετε, ότι δεν είναι του κόσμου υπόθεσις οι λόγοι μου, αλλά της σωτηρίας των ακουόντων ανθρώπων είναι αιτία· άρχομαι [ξεκινώ] δε απεδώ και ακούσατε καλώς.
Η Κυρία Θεοτόκος πενήντα εννέα ήτον χρονών όταν έμελλε να αποθάνη· και πώς; μάθετέ το· Η Παναγία όταν υπήγεν εις το ιερόν ήτον τριών χρονών, και έκαμε και εις το ιερόν δώδεκα χρόνους, και έως οπού να γεννήση τον Χριστόν επέρασεν άλλος ένας χρόνος, έκαμε και με τον Χριστόν τριάντα δύο χρόνια, έζησε κι μετά ταύτα ένδεκα, οπού είναι όλοι χρόνοι πενήντα εννέα.
Όταν γουν [λοιπόν] έφθασε τοσούτων χρονών η Παναγία, πρωτήτερα από τρεις ημέρας της κοιμήσεώς της, υπήγεν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με κλαδί φοινικίας εις το χέρι, και λέγει της: Να ηξεύρης, Κυρία Θεοτόκε, ότι μετά τρεις ημέρας μέλλεις να μετατεθής από την γην εις τους ουρανούς· δια τούτο ευτρέπισε την εαυτήν σου, ετοίμασε τα επιτάφιά σου, και απάντεχε [ανέμενε] την κοίμησίν σου, ότι έρχεται ο Υιός σου να παραλάβη την αγίαν σου ψυχήν.
Ωσάν γουν ήκουσεν η Παναγία, παρευθύς [αμέσως] εσηκώθη, και ανέβη εις το όρος των Ελαιών, εκεί όπου ανελήφθη ο Υιός της, τα δε δένδρα του βουνού εκείνου όλα (θαύμα παράδοξον!) έπεσαν και επροσκύνησαν την.
Αυτή δε εσήκωσε τας χείρας της εις τον Θεόν, και προσηύχετο έτσι· Υιέ μου μονογενές λαό ηγαπημένε, οπού κατεδέχθης να έλθης επί της γης, να σαρκωθής από τα αίματά μου, εσύ με παράλαβε και εις την βασιλείαν σου· σώνει με [με θλίβει] ο χωρισμός σου· σώνει με η στέρησίς σου Υιέ μου ωσάν ώρισες, ούτω και ποίησον. Όπου είμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός· αυτό λέγω και εγώ, εκεί οπού είσαι εσύ Υιέ μου ηγαπημένε, εκεί με αξίωσαι να έλθω, ότι η καρδία μου είναι θλιμμένη δια την αγάπην σου.
Τοιαύτα λόγια είπεν η Παναγία, και εκατέβη από το όρος εκείνο και υπήγεν εις το σπίτι της εις την χώραν οπού την ωνόμαζαν Γεθσημανή και είχεν η Παναγία δύο φουστάνια και το μεν ένα το εφόρει αυτή το δε άλλο ήσαν εκεί πτωχαίς γειτόνισσαις και εχάρισέ το.
Από το βιβλίο, «Λόγοι πανηγυρικοί εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου».