Φόβος και ενοχή. Ποιμαντική και παιδαγωγική προσέγγιση

Ο φόβος και η ενοχή αποτελούν ψυχικές καταστάσεις, που έχουν αποτελέσει αιτία συγγραφής χιλιάδων θεολογικών, φιλοσοφικών και θεολογικών σελίδων. Παράλληλα, αποτελούν σταθερό θέμα της εξομολόγησης, αλλά και άπειρων ψυχοθεραπευτικών συνεδριάσεων. Σε κάθε περίπτωση, οδηγούμαστε στο ίδιο συμπέρασμα: Ο φόβος και η ενοχή αποτελούν σταθερούς «ενοίκους» της ανθρώπινης ψυχής, τους οποίους, ο κάθε άνθρωπος, καλείται να διαχειριστεί, να αντιμετωπίσει, αλλά και να εκμεταλλευτεί.

Φόβος και ενοχή μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, ως δύο διαφορετικά και ανεξάρτητα μεγέθη. Κατά βάθος όμως, συνδέονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Το τραγικό είναι πως και τα δύο είναι αφανή, δηλαδή, χωρίς να συνδέονται εμφανώς με τη συνειδητή ζωή, γίνονται αντιληπτά έμμεσα, διαποτίζοντας όλο το φάσμα των καθημερινών ενεργειών. Με άλλα λόγια, ακόμη και με τις ιδεώδεστερες συνθήκες, ο φόβος και η ενοχή είναι πάντα εκεί. Ακόμη και με πλήρη εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων, πάντα μια φωνή μέσα μας υπενθυμίζει την ανεπάρκειά μας και μας ανακηρύσσει ενόχους στη σύγκριση με το τέλειο και το ιδεώδες, ενώ διαρκώς καραδοκεί ο φόβος της αποτυχίας και η έκδοση της ανάλογης ποινής.

Για την πίστη μας, η φανέρωση των αιτιών αυτών των δύο καταστάσεων αλλά και η περιπέτεια προς την αποτελεσματική αντιμετώπιση τους, ξεκινάει κιόλας από την εξιστόρηση της Γενέσεως της Παλαιάς Διαθήκης.Αμέσως μετά το προπατορικό αμάρτημα, ο άνθρωπος αισθάνεται την ενοχή της γυμνότητάς του και ράβει φύλλα συκής για να την απαλύνει (Γένεσις 3, 7). Όσο για τον φόβο, φανερώνεται στην απάντηση του Αδάμ, όταν τον καλεί ο Κύριος: «Άκουσα τη φωνή σου και φοβήθηκα»(Γένεσις 3,10).

Εκ πρώτης όψεως, φόβος και ενοχή αποτελούν συνέπειες της πτώσης και μάλιστα τιμωρητικές. Υπάρχει όμως κάτι πολύ βαθύτερο: Είναι ο φόβος να αντικρύσουμε γυμνό τον εαυτό μας, αδύναμο, ανεπαρκή, αποτυχημένο και, πάνω από όλα, θνητό. Το πνεύμα των Πατέρων της Εκκλησίας μας όμως,θέλει να βλέπει, ακόμη και πίσωαπό τις κορυφαίες στιγμές της ανθρώπινης αποστασίας, το φιλάνθρωπο πνεύμα του Θεού Πατέρα. Τόσο ο φόβος όσο και η ενοχή αποτελούν«προίκα» του πεσμένου ανθρώπου, ώστε να διατηρήσει την αίσθηση της αποτυχίας, στοιχείο απαραίτητο στην αναζήτηση της επανόρθωσης. Κοντολογίς, ο φόβος αποτελεί φάρμακο κατά της αναισθησίας και η ενοχή φάρμακο κατά της ξεδιαντροπιάς. Χωρίς αυτά τα δύο, η ζωή της φθοράς και του θανάτου θα είχαν θεωρηθεί από τον πεσμένο άνθρωπο και από όλες τις γενεές που ακολουθούν η μία την άλλη, ως κατάσταση φυσιολογική και αναπόφευκτη.

Οι πνευματικές μορφές της παράδοσής μας-παραδείγματος χάρη ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος-περιγράφουν τρία στάδια στη διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου, με τελικό σκοπό την επιστροφή του στην αρχέγονη κατάστασή του:Τον φόβο, την ανταμοιβή και την αγάπη. Αυτά τα τρία προσφέρουν το κλειδί υπέρβασης της φαινομενικής αντίφασης μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

Η Παλαιά Διαθήκη, μέσω του φόβου και της ενοχής, χάραξε τα όρια ανάμεσα στο αρεστό και μη άριστο στονΘεό και προσδιόρισε τους όρους της συνύπαρξης ή της αποστασίας από Αυτόν. Αυτός είναι ο Νόμος, ο απόλυτος, ο αμείλικτος αλλά ο δίκαιος, ο προερχόμενος από έναν αντίστοιχο δίκαιο αλλά και αμείλικτο Γιαχβέ.Ο Νόμος, που προειδοποιεί και ανταμείβει. Ο Νόμος που δεν κάνει διακρίσεις. Όλα τα περιγράφει ο Νόμος, ακόμα και τις εργασίες που επιτρέπονται κατά την ιερή αργία του Σαββάτου. Ένα δεν παρουσιάζει, τουλάχιστον με τόση έμφαση όσο το παρουσίασε η Καινή Διαθήκη• εκείνο από το οποίο κρέμεται ο Νόμος και οιΠροφήτες: την αγάπη.

Στην Καινή Διαθήκη, όπου ο Χριστός μάς αποκαλύπτει σε όλο της το μεγαλείο την επιθυμία του Θεού να ξανασχετιστούμε μαζί του, ο φόβος και η ενοχή παραμένουν. Δεν αφορούν όμως πλέον την παρακοή σε διατάξεις και εντολές, ούτε το ενδεχόμενο της θεϊκής τιμωρίας.Αφορά κάτι απείρως φοβερότερο: Τον αποχωρισμό από έναν Θεό γεμάτο αγάπη, ένανΘεόφίλο, ένανΘεόΠατέρα, έναν Θεό Αδελφό, έναν Θεό Συγγενή, ένα καταφύγιο, ένα θεμέλιο, μια ρίζα, όπως τον περιγράφει ο Ιερός Χρυσόστομος. Έναν Θεό, έτοιμο να αναλάβει τις συνέπειες του ανθρώπινου λάθους και να δώσει νέα ευκαιρία στον άνθρωπο. Τι μεγαλύτερη τιμωρία μπορεί να υπάρξει από την αποξένωση απόέναν τέτοιο Θεό; Στην Καινή Διαθήκη λοιπόν, και ο φόβος και η ενοχή αποκαλύπτονται στις πραγματικές τους διαστάσεις: Φόβος μη χαθεί η σχέση με έναν τέτοιο Θεό. Ενοχή από μια προδοσία, όχι όμως με δικαστή τον Θεό, αλλά τον ίδιο τον εαυτό• μία προδοσία εμπιστοσύνης ενός Θεού, που τα έδωσε όλα για μας και εμείς δεν ανταποκριθήκαμε στο ελάχιστο. Την ενοχή στην Καινή Διαθήκη-και σε προέκταση, στην ορθόδοξη παράδοσή μας-δεν την δημιουργεί η δικαιοσύνη αλλά τη φιλότιμο• αυτό το ευλογημένο δώρο του Θεού, που, και όλα να αμαυρωθούν, αν αυτό μείνει ζωντανό, είναι αρκετό για τη σωτηρία μας.

Μέσα σε αυτήν την αδρή περιγραφή, μπορεί κανείς να εντοπίσει κάποια θεμελιώδη στοιχεία ορθόδοξης πνευματικής πορείας, αλλά και Χριστιανικής παιδαγωγίας. Είτε ποιμαντικά, είτε παιδαγωγικά, η κατά Θεόν πνευματική προκοπή στηρίζεται στην προσωπική σχέση ανθρώπου-Θεού. Είτε από τον πνευματικό, είτε από τον παιδαγωγό, ο νέος ιδιαίτερα άνθρωπος προσδοκά και ελπίζει να διακρίνει τον αντικατοπτρισμό του Θεού Πατέρα στο πρόσωπό του. Έναν αντικατοπτρισμό που διακατέχεται από μία απόλυτη ισορροπία μεταξύ συμμόρφωσης και ελευθερίας. Ναι, υπάρχουν κανόνες, ναι, υπάρχουν διατάξεις, ναι, υπάρχει ανάγκη υπακοής. Πίσω όμως από αυτά κρύβεται ένα πνεύμα θείας φιλανθρωπίας και προσωπικής ευθύνης, το οποίον καλείται να φανερώσει και προς αυτό ναοδηγήσειο πνευματικός-παιδαγωγός, ως υπέρτατο σημείο ποιμαντικής και παιδαγωγίας. Ο φόβος και η ανταμοιβή παραμένουν ενεργές, ως μέθοδοι, όμως,προλείανσης. Δεν αποτελούν όμως τον τελικό προορισμό. Η γνήσια πνευματική ζωή-και κατά συνέπεια η αληθινά παραδοσιακή ορθόδοξη ποιμαντική και παιδαγωγία-πρέπει διαρκώς να τείνουν προς την ενεργοποίηση της ανθρώπινης φιλοτιμίας, ως καθοριστικού παράγοντα αποκατάστασης της σχέσης με το Θεό, όπως Αυτός τη θέλει και όχι όπως εμείς την φανταζόμαστε. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος της πνευματικής ζωής είναι ο εγκλωβισμός στο πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης, πνεύμα που συμπυκνώνεται στο υπαρξιακό άγχος των Φαρισαίων(βλέπε την παραβολή Τελώνου και Φαρισαίου)το οποίον αποτελεί τον έσχατο εχθρό της εν Χριστώ αναγεννήσεως, όπως με κάθε τρόπο-επίπληξη, επίκληση, ακόμη και ιερή αγανάκτηση-προσπαθεί να επισημάνει ο υπέροχος άγιος Παύλος. Ο Απόστολος των Εθνών είναι ο κατ΄ εξοχήν πολέμιος της παλαιοδιαθηκικής ενοχής, της προερχόμενης από τον Νόμο. Αυτός ο ευεργετημένος και συγχωρεμένος διώκτης, αυτός ο ευγνώμων κήρυκας της Χάριτος και της αγάπης, αυτός που αγωνίστηκε να απαλλάξει τον άνθρωπο από το βάρος της ενοχής και τον κάλεσε σε σχέση υιοθεσίας και συγκληρονομίας, αφιέρωσε το σύνολο των σωματικών και ψυχικών του δυνάμεων στην αναγγελία μιας νέας σχέσης μεταξύ Θεού και ανθρώπου και, ουσιαστικά, ενός νέου μοντέλου ποιμαντικής και παιδαγωγίας:

«14Όσοι καθοδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι παιδιά του Θεού. 15Γιατί το Πνεύμα που σας έδωσε ο Θεός δεν εμπνέει φόβο για το Θεό ούτε κάνει τους ανθρώπους δούλους, αλλά παιδιά του Θεού. Αυτό το Πνεύμα μάς δίνει το θάρρος να λέμε το Θεό: «Αββά, Πατέρα μου!» 16Το ίδιο το Πνεύμα του Θεού διαβεβαιώνει το δικό μας πνεύμα πως είμαστε παιδιά του Θεού. 17Αφού, λοιπόν, είμαστε παιδιά, είμαστε και κληρονόμοι. Κληρονόμοι του Θεού, που θα μετάσχουμε μαζί με το Χριστό στη θεϊκή δωρεά. Εφόσον συμμεριζόμαστε τα παθήματα του Χριστού, θα μετάσχουμε μαζί του και στη δόξα του (Ρωμ. 8:14-17).

Ο φόβος και η ενοχή στο παλαιοδιαθηκικό τους πλαίσιο αποτελούν πάντα ένα υπαρκτό κίνδυνο για ποιμένες και ποιμαινόμενους.Κι όμως! Αυτά τα δύο αποτελούν τον πιο διαδεδομένο τρόπο σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό (κατ΄ επιλογήν του ανθρώπου) και ανάμεσα στον πνευματικό και τον ποιμενόμενο, καθώς και ανάμεσα στον παιδαγωγό και τον παιδαγωγούμενο (κατ΄ επιλογήν όλων). Γιατί, άραγε; Διότι, το πλαίσιο αυτό είναι βολικό για όλους.Πώς αυτό;

Ο πνευματικά ατελής και υπαρξιακά ράθυμος άνθρωπος αναπαύεται, έστω και προσωρινά, στην κατάσταση του υπάκουου δούλου. Όταν ο Θεός αναλάβει «δικαστικά» καθήκοντα, το πλαίσιο είναι σαφές και οι εντολές ξεκάθαρες. Ο αθώος και ο ένοχος ανακηρύττονται εύκολα. Υπακούω; Σώζομαι. Παραβιάζω; Χάνομαι.Σκληρό αλλά απλό, άτεγκτο, αλλά λιτό, καταπιεστικό αλλά και κατανοητό. Τι κι αν περάσει ο άνθρωπος αυτός όλη του τη ζωή σαν μισθωτός, σαν μισθίος, όπως ζητάει ο άσωτος από τον πατέρα του; Του αρκεί. Δεν θα ενοχληθεί ποτέ, γιατί ποτέ δεν θα νιώσει τη χαρά της υιοθεσίας, τη χαρά της ελευθερίας, τη χαρά της προσωπικής ευθύνης.

Βολικό είναι όμως, τόσο για τον ποιμένα-παιδαγωγό. Ο κατάλογος των αμαρτημάτων είναι πάντα εκεί. Το μέτρο αντικειμενικό. Η διακινδύνευση της εξατομίκευσης περιττή. Συγχρόνως, σε δεύτερο επίπεδο, είναι βολικοί -δυστυχώς, συχνά και εθιστικοί- οι πειρασμοί της εξουσίας και η ηδονή του ελέγχου επί της ψυχής, η οποία, συνειδητά ή ασυνείδητα, τού έχει παραχωρήσει την ελευθερία της. Η διαχείριση του φόβου και της ενοχής αποτελεί τρομερή δύναμη• δύναμη που οδηγεί σε παρενέργειες οδυνηρές, όπως ο γεροντισμός και η δημιουργία συμπαγών και καθοδηγούμενων ομάδων, όχι μόνο εντός της Εκκλησίας, αλλά και σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Ο φόβος και η ενοχή συσπειρώνουν.Και μάλιστα, σε εποχές σχετικότητας και καταρρεύσεως σταθερών σαν τη δική μας, η συσπείρωση προσφέρει μια κάποια λύση, διαχωρίζοντας τους «καλούς» και τους «κακούς».Δυστυχώς, το κόστος είναι βαρύ: Η ευκολία του αναθεματισμού των… «εκτός», αργά ή γρήγορα, μεταφέρεται και εντός. Ακόμη και μεταξύ των «καθαρών», σύντομα αναδεικνύονται οι πιο … «καθαροί», οπότε ο καθένας μεταβάλλεται εύκολα σε τιμητή των πάντων και δικαστή των πρώην συνοδοιπόρων του.

Αντίθετα, η αναβάθμιση του φόβου και της ενοχής σε επίπεδο αποκατάστασης της σχέσης με τον Θεό βάσει ενός ένθεου φιλότιμου, γαληνεύει με τρόπο ουσιαστικό τις ψυχές, διότι τις γεμίζει με ευγνωμοσύνη για μια άφεση που πραγματοποιήθηκε, όχι μέσω μιας συμμόρφωσης σε διατάξεις, αλλά μέσω μιας δωρεάς και μάλιστα δωρεάς αίματος ενός Θεού απέραντης φιλανθρωπίας. Ο πνευματικά ώριμος άνθρωπος, ο καινοδιαθηκικός άνθρωπος, ο παύλειος άνθρωπος, είναι ο ευγνώμων άνθρωπος, ο υποχρεωμένος στον Θεό άνθρωπος, ο μιμητής του Παύλου και κατ΄ ουσίαν, ο μιμητής του Χριστού (Α΄ Κορινθίους 11,1), ο άνθρωπος που δεν κρίνει, δεν περιχαρακώνεται, δεν παραδίδει την ευθύνη του, δεν χάνει την ταυτότητά του, δεν απεχθάνεται τους αμαρτωλούς, δεν θεοποιεί τον πνευματικό του, δεν προσκολλάται άκριτα στον παιδαγωγό του και, συνεπώς, ο άνθρωπος που προφυλάσσει τον εαυτό του από βίαιες απομυθοποιήσεις, που μοιραία συνοδεύουν κάθε ανθρώπινη σχέση. Ο άνθρωπος αυτός κατανοεί, συγχωρεί «εαυτόν και αλλήλους», σκορπά στον κόσμοέλεος, δεν απεχθάνεται τους ατελείς, και αμαρτωλούς, διότι έχει επίγνωση του ατελούς και αμαρτωλού εαυτού του, που,όμως, ελεήθηκε κατά τρόπο υπέρλογο, υπέροχο και πέραν πάσης ανθρώπινης δικαιοσύνης. Ο άνθρωπος αυτός αναλαμβάνειτην ευθύνη της ατέλειας του, της αμαρτίας του, αλλά δεν συντρίβεται, γι΄ αυτό και δεν βρίσκει ανακούφιση στη συντριβή του άλλου. Ο άνθρωπος αυτός έχει την ανάγκη να μοιράσει το έλεος που δέχθηκε, μεταβαλλόμενος σε σκεύος Χάριτος και φιλανθρωπίας προς έναν κόσμο που κουράστηκε να κατακρίνει και να κατακρίνεται αμείλικτα και εξοντωτικά.

Ο φόβος και η ενοχή είναι γέφυρες, οι οποίες, με τη θυσία του Χριστού, μας έδωσε τη δυνατότητα να οδηγηθούμε προς Εκείνον και προς τους αδελφούς μας. Χωρίς,όμως, επίγνωση Χριστού και εκτός του παύλειου πνεύματος, παραμένουν και πάλι γέφυρες, αλλά προς τη φαρισαϊκή ακηδία και την πώρωση.Τελικά,χωρίς Χριστό, ο φόβος και η ενοχή αποτελούν καρκίνο της ψυχής και μάλιστα καρκίνο μεταδοτικό, ικανό να σαπίσει τις ευγενέστερες πνευματικές προθέσεις και να τοξινώσει και τους πιο πνευματικούς και …παραδοσιακούς οργανισμούς, ανεξαρτήτως των μεγαλόσχημων ορθόδοξων επιγραφών τους.
Και μόνον να είχαμε διαρκώς υπόψη και να μεταδίδαμε σε κατηχουμένους και παιδαγωγουμένους τη στενότατη σχέση ανάμεσα στην Χάρη και την χαρά, θα βρισκόμασταν σε διαρκή επαφή με τον πυρήνα του σχεδίου της Θείας Οικονομίας και θα αφηνόμασταν διαρκώς στο έλεος Εκείνου, που ξέρει μόνο να ελεεί και να συγχωρεί. Αρκεί να καταθέσουμε στα πόδια Του τα άπειρα τραύματά μας, τους φόβους και τις ενοχές μας, ακολουθώντας τα σημάδια τού δικού Του δρόμου που οδηγεί στην αγκαλιά του Θεού -Πατέρα.
Των παιδιών μας η βία και η οργή δεν είναι τίποτα άλλο από ένα παράπονο μιας χαμένης αγκαλιάς που δεν καταφέραμε να τους ανοίξουμε, ίσως διότι και εμείς ακόμη την αναζητούμε. Όταν ξαναβρούμε τα σημάδια προς τη δική Του αγκαλιά, είναι βέβαιο πως θα δούμε να ακολουθούν πίσω μας αγνές νεανικές ψυχές, διψασμένες για αγάπη, καθοδήγηση και νόημα ζωής.