Γέροντας Ανανίας: Χρωστάμε πολλά στο Βυζάντιο. Χρωστάμε πολλά στην Κυρία Θεοτόκο, την Υπέρμαχο στρατηγό!

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/08/gerontas-ananias-i-emfanisi-tis-panagias-stous-apostolous-meta-tin-metastasi-tis-kai-i-nea-apistia-tou-apostolou-thoma/

Είναι μεγάλη η σημερινή ημέρα, σεβαστοί μου πατέρες και αγαπημένοι αδελφοί μου. Είναι συγκινητική. Είναι συγκλονιστική. Είναι ουράνια. Είναι Πάσχα. Είναι διάβαση. Γι’ αυτό και οι ορθόδοξοι, αλλά και όλοι οι χριστιανοί και οι αλλόθρησκοι, που ’ν’ οι μουσουλμάνοι κι οι υπόλοιποι, πανηγυρίζουν τη σημερινή μεγάλη ημέρα και τη χαίρονται [την εορτή της Κοιμήσεως]. Και ευφραίνονται.

Θυμάμαι στην Ιερουσαλήμ, που ’χαμε πάει, κατά τον Αύγουστο και κατά το ξόδι της Κυρίας Θεοτόκου, το Πάσχα του καλοκαιριού, γίνεται μια αναπαράσταση, από την Ιερουσαλήμ στη Γεθσημανή. Κι είχαμε πάρει μέρος όλοι σ’ αυτή τη λιτανευτική πορεία.

Σ’ αυτή τη θριαμβευτική πορεία και λιτανεία. Κι ήταν ανάμεσά μας και πολλοί μουσουλμάνοι και διάφοροι άλλοι, με μεγάλη συγκίνηση και αγάπη και στοργή ακολουθούσαν. Η Παναγία είναι μητέρα των ορθοδόξων χριστιανών αλλά και όλων των χριστιανών και όλων των ανθρώπων.

Αφού ο Υιός και Θεός της έλαβε από εκείνην ολόκληρο το ανθρώπινο φύραμα. Την ανθρώπινη ουσία και ανθρώπινη φύση. Κι όσοι δεν την ξέρουν, δεν ξέρουν πως έχουν μανούλα μεγάλη. Κι όσοι την ξέρουν, τη χαίρονται. Και παρακαλούν και γι’ αυτούς που δεν την ξέρουν, να τους φωτίσει και να τους φροντίσει και να τους φέρει σε Θεογνωσία.

Η Κυρία μας, λοιπόν, Θεοτόκος, μετέστη προς ουρανούς. Αλλά και δεν άφησε, ποτέ, μα ποτέ, τη γη και την επίγεια Εκκλησία, όπως το υποσχέθηκε. Μας φροντίζει κατά τον καλύτερο τρόπο. Κι όταν έγινε η χριστιανική ελευθερία και ανεξιθρησκεία επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, η αγία Ελένη, η πανσέβαστη μητέρα του, η Αυγούστα αυτή βασίλισσα, η μεγάλη και περιφανής, ήλθε στους Αγίους Τόπους.

Και έκτισε και ναό στη Γεθσημανή. Στο όνομα της Κυρίας Θεοτόκου. Και αργότερα, ο αυτοκράτωρ Μαυρίκιος όρισε, τον 6ο αιώνα, την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, να εορτάζεται παγκοσμίως. Απ’ όλη την ορθόδοξη Εκκλησία και τη χριστιανοσύνη. Κι όταν ήλθαν οι Φράγκοι τον 12 αιώνα, επέσκεύασαν το ναό αυτό και το μαρτύριο του Μαυρικίου, ο οποίος και αυτός είχε επισκευάσει. Κι εορταζόταν η εορτή της Κοιμήσεως από τον 5ο αιώνα. Από το 460 μ.Χ. Επί Λέοντος του Α΄.

Γιατί ο Μαρκιανός και η Πουλχερία είχαν κι εκείνοι βάλει το χεράκι τους στη Γεθσημανή, και είχαν εξωραΐσει τον υπάρχοντα ναό και πήραν στην Κωνσταντινούπολη τα ιερά ενδύματα. Τα εντάφια σπάργανα της Κυρίας Θεοτόκου. Την εσθήτα, τη Ζώνη και το μαφόριον, το φακιόλι της Κυρίας Θεοτόκου, τη σκέπη της.

Κι είχαν φτειάξει εκεί την εκκλησία των Βλαχερνών. Κι έγινε η Παναγία των Βλαχερνών η νέα Γεθσημανή της Κωνσταντίνου Πόλεως. Κι η Παναγία μας, εκεί στη Βασιλεύουσα, στη νέα επίγεια Ιερουσαλήμ, που εγένετο η Κωνσταντινούπολη, πρυτάνευε, βασίλευε, θαυματουργούσε, προστάτευε και πρόσφερε όλα της τα καλά και τα ελέη της.

Κι όταν βάρβαροι, κατά καιρούς, ήρχοντο και πολιορκούσαν τη Βασιλεύουσα, με σκοπό να την αφανίσουν και να την καταστρέψουν, η Κυρία Θεοτόκος επενέβαινε. Και τους εσκόρπιζε. Και τους εδίωκε. Και κρατούσε ελεύθερη τη Θεοσκέπαστη πόλη και γλίτωνε, όχι μόνο η Κωνσταντινούπολη και τα υπόλοιπα, αλλά και όλη η ανθρωπότης από τη βαρβαρότητα.

Χρωστάμε πολλά στο Βυζάντιο. Χρωστάμε πολλά στην Κυρία Θεοτόκο, την Υπέρμαχο στρατηγό. Η οποία έσωσε την Πόλη αιώνες από βαρβάρους και γλίτωνε η ανθρωπότητα, κάθε φορά, από τη βαρβαρότητα. Και στα 626 μ.Χ., 7 προς 8 Αυγούστου, ενίκησε τους Αβάρους και τους Πέρσες και τους έριξε στη θάλασσα και τους έπνιξε, και τους άλλους τους έδιωξε απ’ τη ξηρά. Κι εκείνοι πήγαν και ανύμνησαν, τη νύχτα εκείνη, τη Δέσποινα του κόσμου, με τον Ακάθιστο Ύμνο.

Αλλά και επί Λέοντος του Γ΄, στα 718, οι Σαρακηνοί, με 1500 καράβια και αμέτρητο στράτευμα, είχαν κυκλώσει από ξηράς και από θαλάσσης, την Κωνσταντίνου Πόλη. Και επέμεναν να την αφανίσουν. Επέμεναν πολύ. Ο Λέων ήλθε σε συμφωνία μαζί τους. Να τους δώσει δώρα, να τους χαρίσει ό,τι θέλουν και να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν.

Εκείνοι, όμως, επέμεναν. Επέμενε και ο Λέων, δεν είχε αρχίσει ακόμη την Εικονομαχία, ήταν ικανός, κατά τα άλλα, αυτοκράτωρ και πολύ σπουδαίος, και πρόσφερε πολλά στην Κωνσταντίνου Πόλη και στην αυτοκρατορία. Να τα λέμε κι αυτά. Και πού ξέρεις ο Θεός, τι έχει να κάνει και πώς θα φερθεί στον καθένα;

Και επέμενε, λοιπόν, και επέμεναν κι οι Βυζαντινοί καί, προπαντός, επέμενε η Κυρία μας Θεοτόκος. Επέμενε εκείνη. Και ανήμερα στη χάρη της, 15 Αυγούστου, σαν σήμερα, στα 718, τους αφάνισε. Αφού την προηγούμενη ημέρα ανάγκασε τον αρχηγό τους, που εχλεύαζε τον Χριστό και την Παναγία, του ‘δωσε τέτοια σύγχυση φρενών, αλλά του έφερε και τέτοιο ζόρι, που τον ανάγκασε να μπει ταπεινά στην Κωνσταντινούπολη μόνος του, να πάει να προσκυνήσει στη χάρη της Παναγίας, να ομολογήσει το όνομα του Χριστού και της Παναγίας, και να βγει ταπεινωμένος.

Ο Κύριος κι η μητέρα Του κάνουν όσα βούλονται. Όσα βούλονται! Και ύστερα, αφού δεν άλλαζε, έριξε πάνω του τους φοβερούς Βουλγάρους από ξηράς και αφανίστηκαν χιλιάδες Σαρακηνοί, έριξε πείνα μεγάλη, που έτρωγαν ό,τι εύρισκαν και δεν εύρισκαν, ακόμα και ανθρώπους, και ύστερα τους έβαλε μία διάθεση να φεύγουν και να τρέχουν.

Μπήκαν στα καράβια, όσοι απόμειναν, βγήκαν στην Άσπρη Θάλασσα, στο Αιγαίον Πέλαγος, κι εκεί έγινε χαλάζι και βροχή και τρικυμία, που επνίγησαν τα υπόλοιπα, πλην ενός, που μετέβη στη Συρία, για να μεταφέρει τη δυσάρεστη γι’ αυτούς είδηση. Έτσι γράφει ο Χρονογράφος Θεοφάνης.

Συνεχίζεται

Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, «Θερινό συναξάρι», τόμος β’, των εκδόσεων Ακτή, Λευκωσία 2009.