Γέροντας Ανανίας: Καθώς ετοιμαζόταν η Δέσποινα του κόσμου, να αναχωρήσει για την Άνω Σιών, έγινε κάτι πολύ πιο συγκινητικό από εκείνο που συνέβη με τον ερχομό των αποστόλων. Άνοιξαν τα ουράνια!

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/08/gerontas-ananias-o-oros-metastasi-kata-tous-pateras-periechei-kai-tin-anastasi-kai-tin-analipsi-tis-kyrias-imon-theotokou-kai-aeiparthenou-marias/

Και καθώς ετοιμαζόταν η Κυρία και ευπρέπιζε και την νεκρική της κλίνη με μεγάλη χαρά, γιατί θα ήρχετο ο Υιός και Θεός της, να την παραλάβει, όπως είπαμε, στους ουρανούς, έγινε, τότε, κάτι το πολύ εκπληκτικό και μοναδικό. Νεφέλες του ουρανού κατέβηκαν στην Ιερουσαλήμ. Εκεί στο σπιτάκι της. Στο σπιτάκι της Κυρίας. Στο σπιτάκι του ευαγγελιστού Ιωάννου, για την ακρίβεια.

Και κάθε σύννεφο έφερε κι από έναν απόστολο. Θείω Πνεύματι. Το Πνεύμα το Άγιον, που έχει σύμβολο τη νεφέλη, έφερε τους αποστόλους, από τα πέρατα της οικουμένης, στην Ιερουσαλήμ, στην Κυρία του κόσμου, για τη θανή και το ξόδι της. Ήλθαν, ακόμη, κι ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Ιερόθεος, επίσκοποι Αθηνών, ο άγιος Τιμόθεος, επίσκοπος Εφέσου και μαθητής του αποστόλου Παύλου, και όλοι οι απόστολοι, που έλειπαν.

Τους είδε η Παναγία, συγκινήθηκε πολύ, εκείνοι την προσκύνησαν και την ρώτησαν, γιατί τους έφερε ο Χριστός, αυτή την ώρα, εκεί όλους. Κι η Δέσποινα του κόσμου τους είπε: «Σας έφερε στη χαρά μου. Στο γάμο μου. Στην καλύτερη μέρα της ζωής μου. Στη θανή και στην κοίμησή μου. Στην αναχώρηση και στο φευγιό μου».

Κι εκείνοι άρχισαν να κλαίνε. Κλαίγανε πολύ. Ποταμοί τα δάκρυά τους. Αλλά, και συνάμα, καθώς έβλεπαν την Κυρία χαρούμενη, πήραν απ’ τη χαρά της. Συμμερίστηκαν τη χαρά της. Και άφησαν τη δική τους τη λύπη. Γι’ αυτό, όταν κάποιος φεύγει απ’ τους δικούς μας, και είναι καλύτερα γι’ αυτόν, ας σκεπτόμεθα περισσότερο αυτόν, και λιγότερο εμάς. Τότε θα παίρνομε απ’ τη χαρά του και θα λιγοστεύει η λύπη μας.

Και της είπαν, τότε, τα καλύτερα λόγια. Επαίνους πολλούς. Ευφημίες μεγάλες. Της εξέφρασαν την αγάπη και τη στοργή τους. Της είπαν πως θα τους λείψει. Γιατί την είχαν αγαλλίαμα και καύχημα. Και ορατή παρουσία, από την ώρα που έφυγε ο Υιός και Θεός της. Την είχαν μεγάλη παρηγοριά.

«Χαίρε των αποστόλων το ασίγητον στόμα», θα γράψει, αργότερα, ο μέγας Ρωμανός. Και συνάμα, καθώς χαιρόντουσαν, της έδιναν και παραγγελίες, ο καθένας χωριστά, για τον Υιό και Θεό της. Όπως και τώρα ο λαός μας ο ευσεβής, όταν φεύγει κάποιος γνωστός, στέλλουν χαιρετίσματα στους δικούς τους, που έχουν φύγει προ πολλού στον άλλο κόσμο ή προ ολίγου. Στέλλουν χαιρετίσματα! Έτσι κι οι απόστολοι έστειλαν την αγάπη τους, τα σέβη τους, τους χαιρετισμούς τους, τη στοργή τους, στον Χριστό, και το πόσο τους λείπει και πως ζήλευαν την Κυρία Θεοτόκο. Ζήλευαν την Κυρία Θεοτόκο, που θα έφευγε και θα πήγαινε στον ουρανό.

Ήθελαν κι αυτοί να πάνε. Άλλωστε, στη Θεία Ανάληψη τι κάνανε; Είχαν προσκολληθεί στον ουρανό. Ήσαν ατενίζοντες. Κι ήθελαν, ει δυνατόν, να φύγουν εκεί. Ν’ αφήσουν τα σώματα και ν’ ακολουθήσουν τον Χριστό. Έτσι είναι, άμα αγαπάμε. Ταυτιζόμαστε με τον αγαπώμενο. Τον ερωτευόμεθα απόλυτα και θέλομε, πάντοτε, κοντά του να είμαστε, μαζί του να βρισκόμαστε, κι εκείνον να έχομε και σ’ εκείνον ν’ ανήκομε.

Και απάνω σ’ όλα αυτά, και ο μέγας σαγηνευτής των εθνών, ο απόστολος Παύλος. Ο οποίος, σαν έφθασε, έπεσε και προσκύνησε την Κυρία του κόσμου. Και της είπε: «Εγώ δεν εγνώρισα στη γη τον Χριστό. Οι άλλοι Τον εγνώρισαν. Και μου λείπει περισσότερο. Βλέποντας εσένα, έβλεπα Εκείνον. Και σε είχα μέγιστη παρηγοριά. Αλλά, τώρα, να πας, Κυρία μου. Να πας, Δέσποινά μου. Γιατί κι εγώ θέλω να αναλύσω και να ‘μαι συν Χριστώ. Αλλά δεν ήλθε η ώρα μου. Γι’ αυτό κι εγώ τώρα πανηγυρίζω στην ώρα τη δική σου. Πανηγυρίζω την ημέρα της μεταστάσεώς σου. Πανηγυρίζω το δικό σου το Πάσχα».

Και τότε, η Κυρία Θεοτόκος ανέβηκε στο κρεββατάκι της, έλαβε το κανονικό σχήμα, ευλόγησε τους παρισταμένους και τα τέσσερα πέρατα της γης, και παρεκάλεσε τον Υιό και Θεό της, να δίνει ειρήνη και αγάπη στον κόσμο και να τον φυλάει, με τις ευχές της, και να τον φρουρεί.

Κι εκεί, λοιπόν, καθώς ετοιμαζόταν η Δέσποινα του κόσμου, να αναχωρήσει για την Άνω Σιών, έγινε κάτι πολύ πιο συγκινητικό από εκείνο που συνέβη με τον ερχομό των αποστόλων. Άνοιξαν τα ουράνια! Προπορευόντουσαν άγγελοι και ψυχές δικαίων και αγίων. Εγέμισε όλο εκείνο το μέρος, όλη η Ιερουσαλήμ, όλα τα πέριξ, καi, για την ακρίβεια, όλη η γη κι η πλάση.

Και έφθασε ο Υιός και Θεός της. Ο Οποίος, στο ευαγγέλιο, είχε πει στους αποστόλους και σ’ όλους τους δικούς Του, ότι θα έλθει και θα τους παραλάβει. Κι έρχεται κάθε φορά που κοιμάται ένας χριστιανός. Και τον παραλαβαίνει ο Χριστός μας. Πόσο μάλλον τώρα, που θα παρελάμβανε την αγία Του μητέρα. Την έμψυχο κιβωτό.

Και ήλθε, λεν οι πατέρες, και με όλους τους αγγέλους, αλλά και με όλους τους αγίους και με όλους τους αποστόλους, που ‘χαν κοιμηθεί, προ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή είχαν μαρτυρήσει. Κι ήλθαν, ανάμεσα στους δικαίους, ποιοι λέτε; Οι άγιοι Θεοπάτορες. Οι γονείς της Παναγίας μας.

Ήλθαν κι εκείνοι, κι όλοι μαζί, δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, παρέλαβαν την ψυχή της Κυρίας Θεοτόκου. Την πήρε στα χεράκια Του ο Χριστός, αγκαλίτσα, όπως εικονίζεται στην ωραιότατη εικόνα που έχομε στην Εκκλησία. Την εικόνα της Κοιμήσεως. Και καθώς εκείνη στο σπήλαιο της Βηθλεέμ επήρε στην αγκάλη της, τη Θεία και τερπνή, τον φιλάνθρωπο Χριστό μας βρέφος, τώρα Εκείνος, αντιστρέφοντας τα πράγματα και τους όρους, πήρε στη Θεϊκή Του αγκάλη, στη Θεανθρώπινη αγκάλη Του, επήρε την ψυχή της Κυρίας Θεοτόκου. Και ανέβηκαν στον ουρανό.

Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, «Θερινό συναξάρι», τόμος β’, των εκδόσεων Ακτή, Λευκωσία 2009.