Γέροντας Ανανίας: Ο όρος μετάσταση, κατά τους Πατέρας, περιέχει και την Ανάσταση και την Ανάληψη της Κυρίας ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας!

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Πάσχα του Καλοκαιριού σήμερα [αύριο]. Η Κοίμηση και η Μετάσταση της Παναγίας μας. Κι ενώ στην καρδιά της άνοιξης γιορτάζομε τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, τώρα, στην καρδιά του καλοκαιριού, γιορτάζομε τον θάνατο, την Κοίμηση και τη Μετάσταση της Κυρίας μας Θεοτόκου.

Κι είναι γεγονός χαρμόσυνο. «Τη ενδόξω κοιμήσει σου ουρανοί επαγάλλονται και αγγέλων γέγηθε τα στρατεύματα˙ πάσα η γη δε ευφραίνεται, ωδήν σοι εξόδιον προσφωνούσα τη Μητρί του των όλων δεσπόζοντος», ψάλλομε στους Αίνους της μεγάλης και τρισένδοξης αυτής ημέρας.

Επαγάλλονται οι ουρανοί. Τα στρατεύματα των αγγέλων και των δικαίων. Και ολόκληρη η γη ευφραίνεται. Καθώς η μητέρα του Χριστού και η μητέρα η δική μας εξέρχεται του ματαίου τούτου κόσμου. Και μεταβαίνει στην αιώνια ζωή. Προς τον Υιό και Θεό της. Στην Εκκλησία των πρωτοτόκων. Στην αληθινή και μέλλουσα πατρίδα όλων μας.

Γι’ αυτό και είναι Πάσχα η σημερινή ημέρα. Μέγα Πάσχα. Δεύτερο Πάσχα. Που σημαίνει διάβαση το Πάσχα. Διάβαση. Και πέρασμα. Από τα εδώ, στα εκεί. Από τα επίκηρα και γεηρά [από τα παροδικά στα αθάνατα], στα αιώνια και αθάνατα.

Η Κυρία Θεοτόκος μας πέρασε τις πύλες της αιωνιότητος. Και ψυχικώς και μετά τρεις ημέρες, και με το άχραντον σώμα της, μετέστη προς ουρανούς. Δηλαδή, ανέστη και ανελήφθη. Αυτό σημαίνει ο όρος μετάσταση, κατά τους Πατέρας. Περιέχει και την Ανάσταση και την Ανάληψη της Κυρίας ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας.

Την ειδοποίησε ο Υιός και Θεός της τρεις ημέρες πριν έλθει να την παραλάβει, με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, να ετοιμασθεί, για να έλθει ο Υιός της. Κι Εκείνη, αφού της έδωσε κι ένα φοίνικα, ως ένδειξη, που είναι σύμβολο της αθανασίας και της νίκης, μετέβη, για τελευταία φορά, στο Όρος των Ελαιών.

Πήγαινε συχνά, μετά τη Θεία Ανάληψη του Υιού της, και προσηύχετο στον τόπο που Εκείνος Ανελήφθη. Πήγε και προσευχήθηκε θερμά. Τον ευχαρίστησε ολόψυχα και Τον παρεκάλεσε να έλθει και να την παραλάβει, γιατί τόσα χρόνια της έλειψε τόσο πολύ, που δεν άντεχε άλλο και δεν μπορούσε να βαστάξει.

Και καθώς επέστρεφε απ’ τ’ αγιασμένο βουνό, λένε οι Πατέρες, όλα τα δέντρα, μικρά και μεγάλα, έκλιναν και την προσκύνησαν. Κι εκείνη συγκινήθηκε και συγκλονίστηκε. Κατέβηκε στο σπιτάκι της. Στην Ιερουσαλήμ. Στη Σιών. Την είχε παραδώσει, απ’ το ύψος του Σταυρού Του, ο Υιός και Θεός της, στον ευαγγελιστή Ιωάννη. Κι εκείνος «παρέλαβεν αυτήν εις τα ίδια.» Στο σπίτι του, όπου έμενε. Και υπηρετούσε, ο μέγας ευαγγελιστής, την Κυρία μας Θεοτόκο.

Έφθασε, λοιπόν, στο σπίτι, και, κατά την παράδοση, λέει το Συναξάρι, έγινε σεισμός. Σημείο της Θείας παρουσίας. Ότι ο Υιός της θα ήρχετο. Κι ο Υιός της χαιρότανε, που θα παρελάμβανε στους ουρανούς κοντά Του την αγία Του μητέρα.

Κι εκείνη εσάρωσε, εκαθάρισε, ευπρέπισε τα πάντα και ύστερα ανακοίνωσε στους εκεί και στους πέριξ, στους αγαπημένους της, που την διακονούσαν και της έκαναν παρέα, την αναχώρησή της. Τη μετάστασή της. Την κοίμησή της.

Κι εκείνοι, τότε, ξέσπασαν σε θρήνους. Δεν ήθελαν, με κανένα τρόπο, να αναχωρήσει από κοντά τους η Παναγία. Την είχαν παρηγοριά μεγάλη και χαρά ανείπωτη. Εκείνη, όμως, είχε άλλες χαρές, τώρα πιά. Θα πήγαινε στον ουρανό. Στον Υιό και Θεό της. Έλαμπε ολόκληρη.

Οι θρήνοι και τα υπόλοιπα της έφεραν ένα συννεφάκι λύπης. Αλλά τους παρεκάλεσε ολόθερμα, να μην της χαλάσουν αυτή τη χαρά, αυτό το πανηγύρι και αυτό το Πάσχα. Τους είπε, πως δεν θα τους αφήσει. Δεν θα τους ξεχάσει. Από εκεί που θα είναι, θα εύχεται και θα κάνει ό,τι μπορεί και πνευματικά θα τους επισκέπτεται, ακόμη δε και ορατά, και θα τους προσφέρει τη βοήθειά της, τη δύναμή της και τη χαρά. «Εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε».

Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, «Θερινό συναξάρι», τόμος β’, των εκδόσεων Ακτή, Λευκωσία 2009.