Σχόλιο στην Κυριακή Ι΄ Ματθαίου
Ο Χριστός, «η ειρήνη ημών», χαρίζει σε μας τα χαρίσματά Του. Κοντά Του νιώθουμε ανάπαυση, ειρήνη, χαρά.
Δεν νιώθουμε, όμως, το ίδιο κοντά στο διάβολο! Εδώ υπάρχει σύγχυση, αναστάτωση, θλίψη. Εδώ προβάλλει ο πόνος, το «κακώς πάσχειν». Κι ο άνθρωπος υποφέρει ψυχή τε και σώματι. Και μαζί του οι γύρω του, όσοι τον αγαπούν.
Ο πατέρας, που το σημερινό Ευαγγέλιο περιγράφει, «γονυπετών» ήλθε στο Χριστό, ζητώντας του να θεραπεύσει τον γιό του «ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει». Προηγουμένως, όμως, απευθύνθηκε στους μαθητές Του που δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν, «διά την απιστίαν αυτών».
Τι παράξενο! Κοντά στον Κύριο και Θεό τους, κι όμως ήταν άπιστοι! Γιατί άραγε; Είχαν τον Υιόν του Θεού, όχι το Πνεύμα το Άγιο που το πήραν, όταν ο «Υιός του ανθρώπου» παραδίδεται σε χέρια ανθρώπων, Τον θανατώνουν και την τρίτη ημέρα αναστένεται.
Το δικό Του Πάθος και η δική Του Ανάσταση φέρνει την Πεντηκοστή, που μεταβάλλει την απιστία σε δύναμη, ώστε να μετακινεί βουνά. Τότε αλλάζουν όλα. Μπορούν να κάνουν ο,τι κι ο Κύριός τους, αφού κι αυτοί μαρτύρησαν όπως Εκείνος.
Τελικά, το μαρτύριο που καλούμαστε να περάσουμε, σηκώνοντας το σταυρό μας «ακολουθώντάς Τον όπου αν υπάγη», δεν είναι ο πόνος, η δυσκολία που προέρχεται από το διάβολο. Είναι το μέσον που φέρνει στην αρρωστημένη μας φύση την ειρήνη, την πνευματική πληρότητα, τη χαρά.
Η πίστη, που εκφράζεται ως πλήρης εμπιστοσύνη στο Θεό που σιωπά και τονίζει την απουσία Του, είναι αυτή που μπορεί να κάνει τ’ αδύνατα δυνατά, τα παράλογα υπέρλογα, γι’ αυτό και υπαρκτά.
Μία τέτοια πίστη θεραπεύει εμάς και τους «μεθ’ ημών» και γίνεται έμπνευση που ζωντανεύει την ύπαρξη.