Η Χριστιανική ηθική θεώρηση της ανακουφιστικής φροντίδας

Ο άνθρωπος ήταν ο τελευταίος που γεννήθηκε από τα χέρια του Θεού κατά την έκτη μέρα της Δημιουργίας[1], αφού είχε κτισθεί  εκείνος ο αρμονικός χώρος που θα τον φιλοξενούσε[2]. Γιατί, ο ίδιος ο Κτίστης είναι το τελειότερο παράδειγμα αρμονίας. Η δημιουργία του ανθρώπου υπήρξε προϊόν της ελεύθερης βουλητικής θελήσεως του Πατρός[3] . Πλάσθηκε κατά την βιβλική αφήγηση από χώμα. Υπήρξε εικών εικόνος[4]  όπως ομολογεί μεταγενέστερα ο Άγιος Συμεών ο Θεολόγος και καθ’ ομοίωση του Θεού[5] . Του διέθεσε όλα εκείνα τα λογικά χαρίσματα με τα οποία θα καθίστανται ένλογος, άρα ικανός να καταστεί διαχειριστής και προστάτης του Παραδείσου[6].

Αλλά, εκείνος δεν μπόρεσε να υπερβεί την κτιστότητα και υπέκυψε στην φθορά της αμαρτίας[7]. Θέλησε να γίνει θεός στη θέση του Θεού και έτσι παράκουσε προκλητικά τον Δημιουργό[8]. Γι’ αυτό και ο Θεός τον τιμώρησε παραδειγματικά με την αποπομπή του από τον παράδεισο[9]. Έτσι από βασιλιάς αυτού του κόσμου έγινε παρίας και νομάς μέσα σ’ ένα περιβάλλον ανομίας και θανάτου.

Οι περιπέτειες του ανθρώπου μέσα στην Παλαιά Διαθήκη αναδεικνύουν αυτήν την έλλειψη ελπίδας και χαράς μέσα στην δυσαρμονία[10]. Μια πλειάδα τραγικών γεγονότων ξεκινούν. Έτσι, ο άνθρωπος βιώνει ένα διαρκές δράμα με την μεταπτωτική του πορεία, γιατί με την έκπτωση του από τον παράδεισο, έχασε την αθανασία[11].

Πλέον, βιώνει τις επιπτώσεις της αμαρτίας στη ζωή του και συνυπάρχει μ’ ένα σώμα που διαθέτει ένα βιολογικό τέλος[12]. Αυτό το σώμα ζει με το συνεχής φόβο της ασθένειας και των επιπτώσεων που θα έρθουν στην καθημερινότητα του[13].

 Η Εκκλησία ως πνευματική τροφός καλείται δια της πνευματικής καθοδηγήσεως και της ποιμαντικής διαποιμάνσεως να στηρίξει και να ανακουφίσει τον πάσχοντα από τους φοβερούς πόνους της ασθένειας[14].

Υποσημειώσεις:

[1]. Καλαντζάκης Ε. Σ., Εν αρχή εποίησεν ο Θεός, Εκδόσεις Πουρναράς Π.Σ., Θεσσαλονίκη 2011, σ. 232 : « Η δημιουργία του ανθρώπου αποτελεί τη δεύτερη δημιουργική πράξη του Θεού κατά την έκτη ημέρα, την τελευταία δε και κορυφαία στο συνολικό έργο της Δημιουργία.»

[2]. Καλαντζάκης Ε. Σ., Εν αρχή εποίησεν ο Θεός, σσ. 365-366 : Ανάλογη με την προσωπική επέμβαση του Θεού για τη δημιουργία του ανθρώπου είναι και η πατρική μέριμνα του για την εξασφάλιση ενός ιδεώδους τόπου διαμονής και εργασίας του. Και στις δύο περιπτώσεις δείχνει την αγάπη του προς το διακεκριμένο δημιούργημα του, τον άνθρωπο. Στη δεύτερη μάλιστα είναι έκδηλο το ενδιαφέρον του να του παράσχει άνετη, ήρεμη και ασφαλή ζωή σ’ ένα χώρο, ο οποίος θα του διασφάλιζε αρμονικές σχέσεις μαζί του και με το φυσικό περιβάλλον. Γι’ αυτό φυτεύει τον παράδεισο και τον εξοπλίζει κατά τρόπο τέτοιο, που να ικανοποίει τις φυσικές, πνευματικές και αισθητικές απαιτήσεις του ανθρώπου.»

[3]. Μαντζαρίδης Ι. Γ., Χριστιανική Ηθική ΙΙ, Εκδόσεις Πουρναράς Π.Σ., Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 238-239: «Η αγάπη υπάρχει πριν τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος αναδύεται από την αγάπη του Θεού, τρέφεται με αυτήν και ολοκληρώνεται σε αυτήν. Όλοι αγαπούν, γιατί προέρχονται από την αγάπη και αυτήν έχουν μέσα τους ως «σπερματικόν λόγον».»

[4]. Καλαντζάκης Ε. Σ., Εν αρχή εποίησεν ο Θεός, σ. 262: «Κατά την δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας το «κατ’ εικόνα» προσδιορίζει η «λεγόμενη αρχέγονος δικαιοσύνη» του ανθρώπου. Αυτή, ως έκφραση, εκδήλωση και αποτέλεσμα του «κατ’ εικόνα», περιλαμβάνει την κυριαρχία του ανθρώπου στην κτίση, τη δυνατότητα της αθανασίας και αναμαρτησίας, την ευθύτητα και κακία, την απάθεια και αφθαρσία, την έλλειψη πόνου και θλίψεων, την αληθινή θεογνωσία, την κατοχή πολλών άλλων γνώσεων.»

[5]. Οπ.π., σσ. 262-263: « «Το καθ’ ομοίωσιν» Θεού πραγματώνεται από τον άνθρωπο όχι θεωρητικά, αλλά πρακτικά δια της ορθής χρήσεως των πνευματικών δυνάμεων και ηθικών αξιών, με τις οποίες τον προίκισε ο Θεός δημιουργώντας τον. Ορθή δε χρήση των δυνάμεων και αξιών αυτών, σημαίνει ουσιαστική μίμηση του Θεού, ο οποίος τις κατέχει στην τελειότητα και την πληρότητα τους.  Η μίμηση του Θεού είναι η μόνη οδός, που οδηγεί ασφαλώς τον πεπτωκότα άνθρωπο στην ομοίωση με το θείο πρότυπο του. »

[6]. Βλ.αν., σ. 394 : «Το έργο του πρώτου ανθρώπου στον παράδεισο, όπως του το καθορίζει ο Δημιουργός του μετά την εγκατάσταση του σ’ αυτόν, έχει δύο πτυχές· την εργασία και τη φύλαξη. Η πρώτη αφορά στην καθημερινή του απασχόληση, η οποία καθίσταται αναγκαία για τη φυσική του συντήρηση και η δεύτερη στη συνεχή προσπάθεια για την περιποίηση της κατοικίας του και την προστασία και διαφύλαξη του περιβάλλοντος της.»

[7]. Ματσούκας Α. Ν., Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ’ , Εκδόσεις Κυριακίδης ΙΚΕ, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 217: « Επομένως η καλή αλλοίωση ή κακή – μηδενιστική αλλοίωση οφείλεται κατά βάση στην τρεπτότητα των όντων. Αυτή η καθεαυτή τούτη η τρεπτότητα δεν είναι το κακό, επειδή είναι η αιτία όχι μόνο της μηδενιστικής αλλοίωσης, αλλά και της τελειωτικής. Τα λογικά όντα, κατά τη βασική περιοχή, όπου ηγεμονεύουν η λογική και το αυτεξούσιο, είναι εθελότρεπτα, ενώ τα άλογα τρέπονται κατά νομοτέλεια. Επομένως ως προς την καλή ή κακή αλλοίωση έχουμε δύο βασικούς παράγοντες : α) την τρεπτότητα των όντων και β) το αυτεξούσιο. »

[8]. Οπ.π., σ. 203:»Ο άνθρωπος δεν βαδίζει το δρόμο που οδηγεί στο δέντρο της ζωής , στη συνδημιουργία , στην ισοθεΐα μέσω της υπακοής· επιλέγει την άμεση ισοθεΐα μέσω της παρακοής. »

[9]. Καλαντζάκης Ε. Σ., Εν αρχή εποίησεν ο Θεός, σ. 634 : « Η ετυμηγορία του θανάτου κατά του προγονικού ζεύγους συνίσταται στην αποπομπή του από τον παράδεισο, για να υποστεί την τιμωρία του, και κατά συνέπεια τον αποκλεισμό του από την βρώση των καρπών του δέντρου της ζωής.»

[10]. Ματσούκας Α. Ν., Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ’, σ. 203: «Όμως η παρακοή σημειώνει ανταρσία και εξορισμό από τον παράδεισο της όντως ζωής. »

[11]. Καλαντζάκης Ε. Σ., Εν αρχή εποίησεν ο Θεός, σσ. 638 – 639 : « Εφόσον ο πρωτόπλαστος, αμαρτάνοντας, δέχθηκε στη φύση του σπέρμα του θανάτου, φυσικό ήταν ν’ αποκλεισθεί η πρόσβαση του προς το δέντρο της ζωής. Εάν συνέβαινε το αντίθετο και, όντας ήδη αμαρτωλός, έτρωγε από τον καρπό αυτού του δέντρου, τότε η αθανασία, που θ’ αποκτούσε, θα του επέτρεπε μεν να ζήσει αιώνια («ζήσεται εις τον αιώνα»), αλλ’ όμως θ’ απέβαινε επιζήμια γι’ αυτόν και ολέθρια για τον κόσμο. Διότι η κατάσταση με τον καλύτερο και επωφελέστερο για τον εαυτό του και τους άλλους τρόπο τις ικανότητες και τις δυνατότητες που του παρείχε η αιωνιότητα.»

[12]. Ματσούκας Α. Ν., Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ’, σ. 227 : «Αλλά, πέρα από την διαφοροποίηση αυτή, υφίσταται και ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα της θεολογίας σε ό,τι αφορά το θάνατο από τη μια τον θεωρεί, όπως άλλωστε βιώνεται ως τραγικό γεγονός και από την άλλη κατά παραχώρηση του Θεού είναι μια ευεργεσία για να μη διαιωνίζεται το κακό.»

[13]. Βλ. αν., σ. 230 : «Η δραματική έξοδος του ανθρώπου από τον τρόπο ζωής του παραδείσου σημαίνει μια άλλη μοναδική πια πορεία μέσα στην κτίση και την ιστορία. Όμοιος κατά πάντα με τα συστατικά της μάνας γης και της γήινης ζωής σε ότι αφορά τη σωματική του φύση, ή την σωματότητα, κατά την έκφραση του Διονυσίου Αεροπαγίτη, οφείλει ν’ αποτρέψει τη διάσπαση και τον κατακερματισμό του σε στοιχεία γήινα και ουράνια. Στη συνεχή πορεία του ο άνθρωπος απαραίτητα βρίσκεται στο περιρρέον κλίμα των θείων ενεργείων.»

[14]. Βλ. π., σ. 214 : «Κατά τη θεία οικονομία, όμως η φιλανθρωπία του Θεού, πάντοτε ίδια, εγγυάται την προσέγγιση του ανθρώπου προς τη θεία τελειότητα, μια σχέση που έτσι και αλλιώς υπήρχε και θα υπάρχει πάντοτε, ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες αποτυχίες και ανταρσίες.»

 

(Συνεχίζεται)