Η λέξη «συγγνώμη» είναι μικρή, μα συχνά μας φαίνεται πιο βαριά κι από ένα ολόκληρο βιβλίο. Είναι σαν κόμπος που στέκεται στον λαιμό, σαν γέφυρα που δεν τολμούμε να διαβούμε. Κι όμως, πίσω από αυτή την απλή συστάδα συλλαβών κρύβεται η δύναμη να ξαναβρούμε την ειρήνη μας, να ξαναπιάσουμε το χέρι του άλλου, να ξαναγίνουμε πρόσωπα που συνυπάρχουν και όχι αντίπαλοι που απομακρύνονται.
Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να την πούμε, ακόμη κι όταν αναγνωρίζουμε το λάθος μας; Ο εγωισμός μάς αντιστέκεται. Δεν θέλουμε να φανούμε αδύναμοι, να παραδεχτούμε ότι πληγώσαμε, ότι σφάλαμε. Ο άνθρωπος διψά για το αλάνθαστο και το τέλειο, και θέλει να το αντικρίζει πρώτα στον εαυτό του∙ μα η φύση τον προδίδει. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπενθυμίζει πως τίποτε δεν ταιριάζει τόσο στον άνθρωπο όσο το να ζητά συγγνώμη, κι όμως αυτή η λέξη καίει τα χείλη μας σαν φλόγα.
Η δυσκολία μεγαλώνει γιατί πολλοί δεν έχουμε μάθει να τη λέμε. Σε αρκετά σπίτια η συγγνώμη ήταν σπάνια∙ το λάθος συνδεόταν με επίπληξη και ντροπή, όχι με αποδοχή και επανόρθωση. Έτσι, όταν φτάνει η στιγμή, στεκόμαστε ξένοι απέναντί της. Κι όμως, η Εκκλησία, μέσα από το μυστήριο της Εξομολόγησης, μας διδάσκει ότι η συγγνώμη δεν είναι ταπείνωση που συντρίβει, αλλά κλείδα που ανοίγει την πόρτα της χαράς.
Υπάρχει βέβαια και η συγγνώμη που μένει άρρητη, γιατί συχνά δεν πιστεύουμε ότι φταίμε ολοκληρωτικά. Η πραγματικότητα είναι σύνθετη, με ευθύνες που μοιράζονται. Έτσι, η συγγνώμη μοιάζει σαν παράδοση των όπλων, σαν να χαρίζουμε στον άλλον μια νίκη που δεν του αξίζει. Κι όμως, στο Γεροντικό διαβάζουμε μοναχούς που έσπευδαν να πουν «συγχώρησόν με, αδελφέ», ακόμη κι όταν δεν θεωρούσαν πως είχαν ευθύνη. Δεν το έκαναν από αδικαιολόγητη υποχώρηση, αλλά από αγάπη για την ειρήνη και από θάρρος να βάλουν τον αδελφό πιο πάνω από το δίκιο τους.
Στον σύγχρονο άνθρωπο, που έχει μεγαλώσει μέσα σε έναν πολιτισμό υπεράσπισης των δικαιωμάτων, αυτή η στάση μοιάζει παράξενη, ακόμη και τρελή. Κι όμως, μια συγγνώμη μπορεί να μας ελαφρύνει ακόμη κι όταν δεν είμαστε βέβαιοι για την ενοχή μας. Συχνά η σύγκρουση βαραίνει πιο πολύ από το ίδιο το φταίξιμο, και ένα απλό «συγγνώμη» αρκεί για να σπάσει τον πάγο που παγώνει τις ψυχές. Με μια τέτοια συγγνώμη λες στον άλλον πως η σχέση μετράει πιο πολύ από το δίκιο. Μια συγγνώμη μπορεί να αφορά όχι τόσο την πράξη όσο το συναίσθημα: «συγγνώμη που σε στενοχώρησα». Είναι σαν να απλώνεις ένα χέρι, χωρίς να προδίδεις τη δική σου αλήθεια. Δεν υιοθετείς το ψέμα, απλώς βάζεις την αμφιβολία υπέρ του άλλου και όχι υπέρ σου, για χάρη της σχέσης.
Μέσα στη συγγνώμη κρύβεται η χριστιανική χαρά. Για τον Χριστό δεν είναι ήττα, δεν είναι παραίτηση από το δίκιο. Είναι νίκη της αγάπης πάνω στη φιλονικία, είναι η επιλογή της ειρήνης αντί της έριδας. Ο Χρυσόστομος έλεγε ότι τίποτε δεν μας κάνει πιο όμοιους με τον Θεό όσο το να συγχωρούμε. Έτσι και η συγγνώμη, ιδίως όταν μας φαίνεται «άδικη», έχει για ρίζα τη συγχώρεση και γίνεται καρποφόρο δέντρο ταπείνωσης, που δίνει πλούσιους καρπούς σε όποιον τολμήσει να πει αυτή την πιο δύσκολη, αλλά και πιο λυτρωτική λέξη.
Η συγγνώμη είναι πράγματι δύσκολη. Μα μέσα στη δυσκολία της κρύβεται μια υπόσχεση: ότι μόλις ειπωθεί, το βάρος πέφτει, ο κόμπος λύνεται, η καρδιά ξαλαφρώνει. Και αυτή η εσωτερική ελευθερία, που γεννά χαρά, είναι το αληθινό της δώρο.