Ο Χριστός του Πανσέληνου: Ατενίζοντας την Υπόσταση του Λόγου

Μιλώντας για το φαινόμενο της αντίληψης σε σχέση με τον Χρόνο, ο Χούσσερλ έλεγε ότι «Είναι ένα καθολικό και θεμελιωδώς ουσιώδες γεγονός το ότι κάθε τώρα [παρόν], ενώ βυθίζεται στο παρελθόν, διατηρεί την αυστηρή ταυτότητά του. Φαινομενολογικά μιλώντας, η συνείδηση του τώρα [παρόντος], η οποία συγκροτείται στη βάση της ύλης Α, μετατρέπεται συνεχώς σε μια συνείδηση του παρελθόντος, ενώ ταυτόχρονα δομείται μια πάντα νέα συνείδηση του τώρα [παρόντος]» (Edmumd Husserl, Για τη φαινομενολογία της συνείδησης του εσωτερικού χρόνου, Π.Ε.Κρήτης, Ηράκλειο 2020, σ.179). Δεν θα μπορούσαμε τυπικά να αρνηθούμε την ουσία της παρατήρησης του Χούσσερλ: πραγματικά, όταν αντιλαμβάνομαι κάτι στο παρόν, έχοντας τη συνείδηση του «τώρα», την αμέσως επομένη στιγμή αυτό το παρόν θα έχει μεταβληθεί σε «παρελθόν», ενώ ταυτόχρονα δημιουργείται μια νέα συνείδηση του «τώρα». Έτσι λειτουργεί η αντίληψη.

Τι θα λέγαμε όμως για την περίπτωση όπου το «αποβλεπτικό» αντικείμενο, αυτό το οποίο δηλαδή σκόπευε η συνείδηση λίγο πριν, τώρα που κοιτάζω αλλού, αντί να μεταβληθεί, όπως θα έπρεπε, σε ένα αποβλεπτικό αντικείμενο του παρελθόντος, ξαφνικά μεταβάλλεται σε ακόμη περισσότερο «παρόν»; Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει κατεξοχήν με την εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα, που ζωγράφισε ο Πανσέληνος στο Πρωτάτο Αγίου Όρους- και θεωρείται ομολογουμένως η πιο όμορφη εικόνα του Χριστού. Κοιτώντας την, αυτό που μαγεύει αρχικά είναι η ομορφιά. Το κάλλος δεν ήταν πάντα στόχος της βυζαντινής ζωγραφικής: υπήρχε και η λεγόμενη «αντικλασσική» τάση, παράδειγμα της οποίας είναι ο γνωστός Παντοκράτορας της Μόνης Δαφνίου, παρόλο που τα υπόλοιπα ψηφιδωτά είναι τελείως κλασικά. Ολότελα αντικλασικά είναι και όλα τα ψηφιδωτά της Μόνης Οσίου Λουκά στο Στείρι, που ακολουθεί αρχιτεκτονικά τον ίδιο τύπο ναού με το Δαφνί: οκταγωνικός. Ο Πανσέληνος ζωγραφίζει λίγο αργότερα, τον 13ο αιώνα, στο κέντρο της αυστηρής μοναστικής Πολιτείας του Άθω, όπου η αγιογραφία θα έπρεπε να είναι λιτή, αυστηρή, μετρημένη στις κινήσεις της, ελεγκτική. Και όμως, επιλέγει εκεί ψηλά, στις Καρυές, στον κεντρικό ναό του Άθω, να δώσει μια αγιογραφία αρχοντική, ακτινοβόλα όμορφη, πλούσια στις κινήσεις της, δραματική, πραγματικά «κλασική»- χωρίς ίχνος όμως μανιέρας.

Ο Χριστός Παντοκράτορας, που είναι ζωγραφισμένος στην δεξιά κύρια κολόνα, είναι η γνωστότερη εικόνα τού μεγάλου ζωγράφου, και δικαίως. Αυτό που σε καταπλήσσει είναι πρωτίστως, όπως είπαμε, η ομορφιά. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι η ομορφιά έχει στην πραγματικότητα οντολογική σημασία- ένα γεγονός που δεν θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε π.χ. στην Φαινομενολογία του Χάιντεγκερ. Ο φιλόσοφος του Μέλανος Δρυμού δεν απέδωσε καμία αξία στην ομορφιά όσον αφορά την οντολογία του Ενθάδε-είναι. Ασχολήθηκε με το έργο Τέχνης, θα έλεγα όμως όχι ειδικότερα με το κάλλος. Ο λόγος για αυτό ήταν ότι, κατά την γνώμη μου, η ομορφιά στον δυτικό κόσμο, προπαντός με το κίνημα του μπαρόκ αλλά και άλλα έργα, είχε ξεπέσει στην αναζήτηση του εξεζητημένου, είχε γίνει έρμαιο περαιτέρω της συναισθηματικής υποβολής. Ο Χάιντεγκερ, όσον αφορά την Τέχνη, δούλεψε κυρίως με τα έργα του μοντερνισμού, π.χ. τον αλησμόνητο πίνακα του Βαν Γκογκ με τα χωριατικά ποδήματα, και άφησε την ομορφιά κατά μέρος.

Ούτε και ο Χούσσερλ είπε πολλά πράγματα για την ομορφιά. Τι θα πει «η συνείδηση ‘αποβλέπει’ κάτι το όμορφο;». Μπορεί να έχει νόημα μια τέτοια φράση; Μπορεί η ομορφιά να γίνει «στόχος» της αντίληψης; Η ομορφιά, όπως και να το κάνουμε, είναι ένα ερωτικό γεγονός. Ο Πανσέληνος δούλεψε σε ένα μέρος όπου οι πάντες και τα πάντα μιλούσαν για έναν έρωτα: τον έρωτα του Χριστού. Και απέδωσε έναν Χριστό απίστευτα ωραίο. Είναι «ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς», όπως ψέλνουμε το βράδυ του Επιταφίου.

Κοιτάζοντας τον Χριστό του Πανσέληνου, αυτό που πρωτίστως αναγνωρίζει το μάτι είναι η ευρυθμία αυτής της ομορφιάς. Πρόκειται πραγματικό για έναν μοναδικό ρυθμό της γραμμής. Όπως έχουν καταδείξει οι ειδικοί, σε αυτή την εξαϋλωμένη αντίληψη ζωγραφικής, που είναι η βυζαντινή αγιογραφία, το σώμα, παρά την παχύτητά του (και στον Πανσέληνο το σώμα δεν είναι άσαρκο), και ειδικά το πρόσωπο, είναι δοσμένο με αναλογίες και ρέουσες γραμμές και αντιστοιχίσεις που κάνουν το ερώμενο Πρόσωπο, τον Χριστό, να είναι ένα πλήρως νοερό γεγονός. Ναι, το σώμα του Χριστού, σύμφωνα με το δόγμα της Χαλκηδόνας, είναι πραγματικό σώμα, αλλά «ιεροπρεπές». Και αυτή η ιεροπρέπεια ξεχειλίζει από τούτον τον πάντα ανθρώπινο, τον τέλειο άνθρωπο- αλλά και Θεό- Χριστό. Τα χρώματά Του, ροδαλά, πρασινωπά, προλαμβάνουν τον ιμπρεσιονισμό: η παλέτα του Πανσέληνου είναι ιμπρεσιονιστική. Κι έπειτα, για να συλλάβουμε αυτή την ομορφιά, δεν χρειάζεται ένα «νυν», ένα τώρα, που λέγει ο Χούσσερλ, μιλώντας για το παρόν της αντίληψης και του αποβλεπτικού αντικειμένου, αλλά λίγο περισσότερο χρόνος: το μάτι πρέπει γρήγορα να γλιστρήσει από την μια κρυφή καμπύλη στην άλλη, από τη μια μυστική συμμετρία στην άλλη, να αισθανθεί το πρόσωπο ολόκληρο ως μια νοερή κατασκευή, κι έπειτα μπορούμε να πούμε ότι «είδαμε» τον Χριστό του Πανσέληνου. Πρόκειται για έναν λιγοστό χρόνο, με πολλά όμως ευδιάκριτα «νυν», όπου το μάτι βλέπει τρόπον τινά συγχρόνως αυτό που βλέπει διαδοχικά. Για να αισθανθώ την γοητεία αυτής της συμμετρίας, πρέπει να ανακρατήσω στην ενθύμησή μου, αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο για μια τόσο γρήγορη διαδικασία, ως ένα επίσης απόλυτο «νυν» και την προηγούμενη συμμετρία, και επίσης να προκρατήσω, να αναζητήσω δηλαδή εκ των προτέρων, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να νιώσω την μυστική ανάσα της σάρκας, την φοβερή αναπνοή της ύλης, την επόμενη «απόβλεψη», μέρος της ολικής απόβλεψης του Προσώπου του Χριστού. Έχοντας δει τον ένα οφθαλμό, ανακρατώ, ελπίζω, προσδοκώ, να δω και τον άλλον, και ξαφνικά, βλέποντάς τους και τους δύο μαζί, ίσως πρώτα απ’ όλα, διακρίνω την φοβερή κλίση της Κεφαλής του Κυρίου- μια κλίση που μάταια θα αναζητούσε κανείς στον γνωστό Παντοκράτορα της Μονής Σινά. Τι να σημαίνει αυτή η κίνηση; -διερωτώμαι μέσα στην απόβλεψη, καθώς δηλαδή «στοχεύω» το πρόσωπο της εικόνας του Χριστού. Αντί να στοχέψω εγώ την εικόνα του Προσώπου του Κυρίου, ο Κύριος στοχεύει έμενα και, χωρίς να το θέλω, μου βάζει αινίγματα. Τι να σημαίνει, ξαναλέμε, αυτή η φοβερή κλίση; Ένα είδος εναγκαλισμού του προσκυνητή, του θεατή, μια πρόσκληση να μην αποθαρρυνθεί και να συνεχίσει το ατένισμα, μια κάποια υποδήλωση της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, που, σύμφωνα με την Χαλκηδόνα, «γέρνει» και κατέρχεται από τους ουρανούς στη γη, μια κάποια υποχώρηση έναντι του θεατή, ώστε να αισθανθεί άνετα παρατηρώντας Αυτόν που τον έκτισε; Τι απ’ όλα αυτά; Κι έπειτα, έχοντας δει, πρωτίστως μάλλον την κίνηση της κεφαλής, η ματιά πέφτει πάνω στα μαλλιά, με την ρυθμική κίνηση τους- μια καθαρή γεωμετρία. Και καταλαβαίνει το μάτι ότι αυτή η γεωμετρία συνεχίζεται και παραπέρα: ότι όλο το πρόσωπο είναι μια γεωμετρία.

Αυτή η γεωμετρία είναι ιερή. Αντί να αποσαρκώνει το Πρόσωπο, το βοηθά να γίνει προσιτό, οικείο. Ποιος θα τολμήσει να δει στα μάτια τον Άπειρο; «Αν δεις το Πρόσωπό Μου», είπε ο Θεός στον Μωυσή, «θα πεθάνεις». Ένα δευτερόλεπτο αν διαρκούσε περισσότερο η όραση του Ζώντος Χριστού στον νεαρό τότε άγιο Σιλουανό, αυτός θα πέθαινε- λέγει ο μαθητής του, άγιος Σωφρόνιος. Αυτό που ζωγραφίζεται πάνω στις εικόνες του Χριστού είναι άραγε η Ανθρώπινη φύση, την οποία μπορούμε να δούμε και να ακούσουμε, αλλά δεν σώζει, ή η Θεία Φύση, η οποία εξορισμού είναι ανεικόνιστη; Το ερώτημα αυτό έθεσαν οι εικονομάχοι στους εικονόφιλους Πατέρες επί Εικονομαχίας, τον 8ο-9ο  αιώνα στο Βυζάντιο, και αυτό που απάντησαν οι Πατέρες είναι ότι εικονίζεται η Υπόσταση. Η ανθρώπινη φύση του Χριστού δεν έχει το δικό Της ξεχωριστό Πρόσωπο, καθώς η Υπόσταση του Θεού Λόγου είναι αυτή που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Μα θα μπορούσε να πει κανείς, ήταν ο Χριστός ένα αληθινό ανθρώπινο άτομο, εφόσον δεν ήταν ανθρώπινο Πρόσωπο, αλλά ανθρώπινη φύση προσληφθείσα από τον Θεό Λόγο; Σε αυτό το ερώτημα απαντά κάπου πολύ ωραία ο π. Ιω. Μάγιεντορφ, που λέγει ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού εκφράστηκε με έναν τέτοιο εντελώς ανθρώπινο τρόπο, ώστε πράγματι ο Χριστός αποτελεί και τέλειο άνθρωπο. Ήταν, κατά τον άγιο Θεόδωρο Στουδίτη, ένα αληθινό ανθρώπινο «άτομο».

Το κάλλος- και ο Χριστός του Πανσέληνου είναι μια από τις ομορφότερες εικόνες που έχουν ζωγραφιστεί ποτέ- είναι αυτό που κινεί τον έρωτα. Εδώ μιλάμε για θεοπρεπή έρωτα. Ο Νυμφίος της Σουλαμίτιδας στο Άσμα Ασμάτων είναι ο πιο όμορφος νέος- για αυτό και η Σουλαμίτιδα τον αναζητά παντού. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, τους οποίους συνοψίζει ωραία ο Άγιος Νικόδημος στο «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον» λένε ότι το λεγόμενο «άκτιστο φως» είναι το άφατο κάλλος του Θεού- και η ομορφιά της Δημιουργίας είναι εικόνα του κάλλους του Δημιουργού. Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης δεν μίλησε απλά για την «αγάπη» του Θεού, αλλά για τον «έρωτα» αυτού- ισχύει και το αντίθετο, γιατί ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφει ότι ο Θεός είναι «μανικός εραστής» των ανθρώπων.

Κι έπειτα έρχεται η μεγάλη στιγμή ξανά: βλέπουμε το βλέμμα του Κυρίου. Το βλέμμα Του είναι αυτό του Παντοκράτορα. Αυτά τα μεγάλα, εκστατικά μάτια, κοιτούν ήρεμα τον κόσμο- ή, για την ακρίβεια, αυτόν που τα ατενίζει. Ο Χούσσερλ δεν προέβλεψε ότι τελικά αυτό που είπε «αποβλεπτικό» κοίταγμα τελικά συστέλλεται- τα μάτια αυτά μας κάνουν να συσταλούμε. Δεν θα έλεγα να ντραπούμε: είμαστε αμαρτωλοί, αλλά το Αίμα του Χριστού νικά κάθε αμαρτία. Τι θα πει «συστολή» του βλέμματος; Αυτό δεν το έχει αναλύσει καλά η Φαινομενολογία. Και όμως είναι αλήθεια. Δεν πρόκειται για ένα απλό ανθρώπινο συναίσθημα: για κάποια ντροπή, για κάποια ψυχολογική ενοχή ή κάτι τέτοιο. Καθώς ο Χριστός σε κοιτά ήρεμα, με ένα πράο αν και κάπως μελαγχολικό βλέμμα, καταλαβαίνει κανείς ότι Αυτός με έφερε από το μη είναι στο είναι. Ο Χάιντεγκερ μιλά για την περίφημη «nothingness», που θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε ίσως «μηδενικότητα». Στην βάση αυτής της έννοιας βρίσκεται το ερώτημα, «Γιατί να υπάρχει το Ον και να μην υπάρχει το τίποτε;». Πρόκειται για ένα τρομερό οντολογικό φόβο. Κοιτώντας τα μάτια του Χριστού του Πανσέληνου, το αίνιγμα εξαφανίζεται. Ο Θεός ξεπερνά, όπως λέγει ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, και το Είναι. Το βλέμμα του Χριστού του Πανσέληνου, ήρεμο, πράο, ησύχιο, είναι τρομερά ενεργητικό. «Ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται», είπε ο Χριστός για τον Πατέρα Του. Και ο Υιός έως άρτι εργάζεται: Αυτός είναι που δημιούργησε, που συνέχει και προνοεί για τον κόσμο. Η τρομερή αυτή ενέργεια και εργασία του Υιού ξεχειλίζει το βλέμμα Του.

Κι έπειτα, περνά η λεγόμενη «αντιληπτική απόβλεψη» του Χριστού, σταματούμε να Τον βλέπουμε, και κατά την ορολογία του Χούσσερλ, έρχεται ένα νέο παρόν- κοιτάζουμε δηλαδή κάτι άλλο. Η απόβλεψη της εικόνας του Χριστού περνά στο παρελθόν, και μετά ακόμη περισσότερο στο παρελθόν και μετά ακόμη περισσότερο κ.λπ. Κανονικά, θα έπρεπε να είχε ξεχαστεί, θα πρέπει να ήταν μια απόβλεψη πολύ παλιά, χαμένη κάπου μέσα στα βάθη του χρόνου. Κι όμως, όλως παραδόξως, δεν συμβαίνει αυτό. Όσο περνά ο καιρός, τόσο και περισσότερο αυτό το βλέμμα αρχίζει να δυναμώνει, και πρωτίστως με ελέγχει. Πώς γίνεται να με ελέγχει, αφού είπαμε ότι το βλέμμα του Χριστού είναι πράο, γαλήνιο, ειρηνικό; Εδώ θα αναγκαστώ να μιλήσω προσωπικά: όποιος είδε αυτή την εικόνα, δεν ξεμπερδεύει μαζί της μέχρι να κλείσει τα μάτια του. Ο Χριστός πρώτα απ’ όλα, όπως είπαμε, ελέγχει. Ο Κύριος είπε ότι «ο Υιός δεν κρίνει ουδένα». Ο Χριστός ήρθε για να «σώσει» τον κόσμο, να τον καταστήσει ακέραιο, «σώο», όπως λέγει και η λέξη. Και όμως, πριν ακόμη σκεφθεί κανείς «αμάρτησα», γιατί έκανα αυτήν και αυτήν την αμαρτία, ο πιστός, που πια δεν βλέπει την εικόνα, αισθάνεται όλο και περισσότερο την γύμνια του. Αισθάνεται σαν τον Αδάμ, που αμέσως μετά την αμαρτία, ένιωσε την γυμνότητά του και έτρεξε να ντυθεί. Η φωνή του Χριστού του Πανσέληνου, όσο περισσότερο περνά ο καιρός, τόσο και πιότερο γίνεται δυνατή, και μας ρωτά ξανά: «Αδάμ, πού ει»; Η θεωρία του Χούσσερλ ότι όσο περνά ο καιρός η αντιληπτική απόβλεψη γίνεται όλο και περισσότερο παρελθόν, πέφτει εδώ στο κενό. Σε αυτήν την εικόνα που εδώ και καιρό δεν βλέπουμε, αλλά πια μας στοιχειώνει -όχι με αρρωστημένο τρόπο- μας έρχεται να πούμε «ιδού εγώ, Κύριε, ήμαρτον». Αλλά κρύβομαι. Αυτό που είχα να κάνω ήταν απλά και ταπεινά να πω «κτιστό και φθαρτό ον είμαι Κύριε, αμάρτησα, συγχώρεσέ με», αλλά το αντίθετο, απωθώ την αμαρτία στα κατάβαθα του Είναι μου. Την σπρώχνω όλο και πιο βαθιά. «Με παρέσυρε η Εύα», είναι η φωνή που ακούγεται σχεδόν από όλους μας. Πιστεύω ότι έτσι ησύχασα, επιτέλους. Ανέφερα κάποιον άλλον ένοχο. Αλλά ποτέ δεν μπορώ να φαντασθώ την εικόνα του Χριστού με ένα άλλο βλέμμα, πέρα από πράο και γαλήνιο. Όσο περνά ο καιρός, τόσο αυτή η αίσθηση του πράου και του γαλήνιου βλέμματος, και μαζί του Παντοκράτορος, αυτού που με έφερε από το μη ον στο ον, με κάνει να μην αισθάνομαι καλά με την απάντησή μου: «φταίει κάποιος άλλος».

Τι ζητεί ο Χριστός από μένα; Τι ζητά αυτό το βλέμμα του Παντοκράτορα, Αυτού που εκπορεύει το Είναι, τι ζητά αυτή η ανείπωτη φιλανθρωπία και έρωτας για μένα, που δεν έπραξα δα και τίποτε αξιόλογο στη ζωή μου; Αυτό το βλέμμα, που, όπως είπαμε, όσο περνά ο καιρός δυναμώνει, καταλαβαίνω γρήγορα ή αργά ότι θέλει να κάνει και μένα θεό. Θέλει, όπως λένε οι ασκητές, να με «θεώσει». Αν και Παντοκράτορας, είναι τέτοια η ματιά του, που για λίγο υποχωρεί, σε αφήνει να ατενίζεις την εικόνα χωρίς να σκέφτεσαι ότι ο εικονιζόμενος είναι το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος, και αισθάνεσαι μέσα σου απίστευτη δύναμη.

Για αυτό η εικόνα του Χριστού του Πανσέληνου δεν είναι είδωλο. Το είδωλο, όπως παρατήρησε ο φιλόσοφος Μαριόν, είναι αυτό που κόβει την θέα, που δεν σε αφήνει να δεις τίποτε πίσω από αυτό, ενώ η εικόνα –π.χ. το πρόσωπο του άλλου- είναι αυτό που σε αφήνει να δεις πίσω από αυτό. Το βλέμμα του Παντοκράτορα, ενώ θα έπρεπε, εφόσον μιλάμε για τον Κύριο των κυρίων και τον Βασιλέα των βασιλευόντων, θα έπρεπε να παγώνει το ανθρώπινο βλέμμα. Και όμως, σε αφήνει να ξεφύγεις για λίγο από αυτό, και να περιεργάζεσαι την εικόνα, ενώ ξέρεις ότι είδες το βλέμμα του Παντοκράτορα. Σε αφήνει να πας πίσω, να τον ονειρευτείς σαν μικρό παιδάκι –η εικόνα του Χριστού του Πανσέληνου ως αναπεσόντος λέοντος είναι όντως η ωραιότερη εικόνα με αυτό το θέμα, και θα πρέπει να την θυμηθούμε.

   

Πρόκειται για μια εικόνα όπου το βρέφος Ιησούς έχει γείρει το κεφάλι Του, το κρατά με το ένα Του χέρι, και σκέφτεται από τώρα το πάθος Του. Αυτά και άλλα αναλογίζεται κανείς αν βρεθεί ειδικά στο Πρωτάτο Αγίου Όρους, και αφήσει το βλέμμα του να περιηγηθεί στα αριστουργήματα του Πανσέληνου. Η ιστορία της ζωής του Ιησού, η ιερά Ιστορία, περνά όλη από μπροστά του, και το μάτι, «ξεχνά» για λίγο την αγιογραφία του Παντοκράτορα. Όμως αυτή συνεχίζει να κατεργάζεται μυστικά την ψυχή, και μετά, όταν κανείς αφήσει το Πρωτάτο, απ’ όλες τις εικόνες που είδε, έρχεται αυτή ακριβώς η αγιογραφία να εγκατασταθεί, όπως ήδη είπαμε, μέσα στην ψυχή. Δεν είναι κάτι ψυχολογικό, είναι οντολογικό. Σε όλες τις άλλες εικόνες βλέπουμε τον Ιησού, τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, να ζει την ανθρώπινη ζωή Του – να γεννιέται, να εισέρχεται στον Ναό, να θαυματουργεί, και ακόμη να πάσχει, να Σταυρώνεται και να Ανασταίνεται. Αυτά τα δύο τελευταία είναι υπερφυή γεγονότα. Για παράδειγμα, δεν παρασταίνεται ποτέ η ίδια η στιγμή της Ανάστασης, γιατί Αυτή είναι ανίδεη στο βλέμμα και κανείς δεν ξέρει πώς Ανέστη ο Κύριος- παριστάνεται η λεγόμενη «εις Άδου Κάθοδος», όταν ο Κύριος κατεβαίνει στον Άδη και κηρύττει στους κεκοιμημένους, ανασταίνοντάς τους βέβαια και αυτούς. Αλλά όλα αυτά συμπυκνώνονται και καθίστανται δυνατά και ζωοποιούνται από τούτη την εικόνα, τον Παντοκράτορα, που είναι, όπως θα έλεγε ο γαλλοεβραίος φιλόσοφος Ντεριντά, η ίδια η «Παρουσία». Είναι ο Κύριος, ενώπιόν μας, σαν να μας φωνάζει «Ιδού Εγώ». Είναι αδύνατο να ζήσουμε πραγματικά αυτή τη στιγμή, αυτή την Παρουσία, σε ολόκληρο το μεγαλείο Της και να μην πεθάνουμε. Γι’ αυτό και ο Κύριος προτιμά να μας εμφανίζεται μέσα σε ένα είδος εικόνας- γνόφου, τρόπον τινά, βάζοντάς μας στον δρόμο της μετανοίας.

Έρχεται και ξανάρχεται αυτή η εικόνα του Θείου Κάλλους του Χριστού, και στην αρχή επιτρέπει ο Θεός πιότερο να την ερωτευτούμε και λιγότερο να νιώσουμε την ενοχή. Αλλά όταν εμπεδώσουμε αυτό το Κάλλος, στο μέτρο και στο βαθμό που μπορούμε, ακούμε και πάλι ξανά το «Αδάμ, πού ει;». Και έρχεται η στιγμή που του απαντάμε, ενθαρρυμένοι από το άφατο κάλλος Του, την γερμένη Κεφαλή, και τα μελαγχολικά μάτια Του, «εδώ είμαι, Κύριε». Δεν είναι εύκολη η αποκάλυψη του τόπου που βρίσκεται κανείς. Ο Χάιντεγκερ έλεγε ότι είμαστε «ερριμμένοι» στον κόσμο, αφημένοι, τρόπον τινά, στον ου-τόπο αυτού που λέμε «πραγματικότητα». Αλλά τώρα πια, λέγοντας στον Κύριο συνεσταλμένα και ντροπαλά, «εδώ είμαι, Κύριε», τον παρακαλούμε να κοιτάξει με επιείκεια, καθώς την γύμνια μας κρύβει μια πρόχειρη φυλλωσιά συκής, και δεν θα αντέξουμε την μεγάλη ντροπή. Ο Παντοκράτορας του Πανσέληνου, αν κοιτάξουμε καλά, είναι διακριτικός. Δεν σε αφήνει κάθε φορά που Τον κοιτάς να του δείξεις αυτό που εσύ δεν επιθυμείς. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, παρά την ιλαρή ματιά Του, δεν τον έχουμε ακόμη εμπιστευθεί όσο πρέπει για να του δώσουμε την αμαρτία μας. Πρέπει να περάσει καιρός για να ακούσουμε από το θείο Του στόμα την φωνή «Υμείς φίλοι μου εστέ»: το ξέρουμε βέβαια θεωρητικά ότι είμαστε φίλοι Του, αλλά, όσο και αν φαίνεται παράξενο, πώς να του δώσουμε αμέσως την αμαρτία μας; Είναι ήδη πολύ κουρασμένος, κρατά την αμαρτία όλων των άλλων, και εμείς πρέπει να Του δώσουμε να σηκώσει και την δική μας- η «αξιοπρέπειά» μας δεν το ανέχεται. Είμαστε τώρα πια πρόθυμοι να κόψουμε το αυτί του Μάλχου, όπως έκανε και ο Απόστολος Πέτρος, αυτός ο τόσο αυθόρμητος και δυναμικός απόστολος, την νύχτα της σύλληψης του Ιησού. Αλλά -και όσοι έχουν πάει στο Άγιον Όρος θα το έχουν ζήσει- πρέπει να πετάξουμε πέρα και την «αξιοπρέπειά» μας. Είναι και πάλι ο Απόστολος Πέτρος που είπε σθεναρά στον Ιησού, γεμάτος «αξιοπρέπεια» και λατρεία για τον διδάσκαλό Του, ότι δεν θα Τον αφήσει να του πλύνει τα πόδια. Και μετά τον αυστηρό έλεγχο του Κυρίου –αυστηρό γιατί ο Πέτρος είχε στ’ αλήθεια εμπιστευθεί τον Χριστό- του λέγει να του νίψει και το πρόσωπο και το σώμα του ολόκληρο.

Έχουμε έρθει από το μη ον. Μας κάλεσε από το μηδέν ο Χριστός και εμείς παραδόξως, όντας το τίποτε, ακούσαμε τη φωνή Του και ήρθαμε στην ύπαρξη. Είναι οντολογική η συστολή που νιώθουμε μπροστά Του. Και κάποια φορά, όταν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη μας για Αυτόν, όπως λέγει ο φημισμένος πνευματικός π. Συμεών Κραγιόπουλος, θα του δώσουμε την αμαρτία μας.

Αυτό γίνεται μέσω του ιερέως. Πρέπει στο σημείο αυτό να τονίσουμε την μεγάλη δωρεά που έκανε ο Θεός στον άνθρωπο, να ιδρύσει την Εκκλησία Του. Ποιος θα τολμούσε, αν ο Παντοκράτορας ήταν παρών, να Τον πλησιάσει, και να γνωριστεί μαζί Του; Θα πέθαινε πάραυτα. Το μυστήριο αυτό, να ξέρει ότι αυτός που ήταν μέσα Της, μετά δίπλα Της, στο ίδιο δωμάτιο, δικό Της σπλάχνο, και να μην πεθαίνει, το έζησε μόνο η Παναγία, η αρετή της οποίας ήταν υπερφυής. Και μόλο που η αρετή Της ήταν τέλεια και δεν αμάρτησε ποτέ, την σκέπασε το Άγιο Πνεύμα για να κυοφορήσει τον Χριστό.

Όλοι οι άλλοι δεν θα αντέχαμε το μυστήριο αυτό. Γι’ αυτό ο Χριστός προνόησε, όπως λέγει ο φιλόσοφος Μαριόν, να αναληφθεί και να γεμίσει με Άγιο Πνεύμα τους μαθητές Του, ώστε αυτοί να Τον κηρύξουν Εσταυρωμένο και Αναστάντα. Η παρουσία των Αποστόλων και μετά των διαδόχων τους γύρω μας, είναι ένα δώρο του Θεού, γιατί, όσο θεοφόρος και αν είναι ένας άγιος, τολμάς να τον πλησιάσεις, να αναπτύξεις μαζί του μια σχέση, και κάποια στιγμή να τον εμπιστευθείς- τότε πια, θα του δώσεις και τον πολύτιμο «θησαυρό» σου, την αμαρτία σου, γιατί αυτή νόμιζες ότι ήταν το μεγάλο σου «ατού». Και όταν εμπιστευθείς τον ιερέα, τον αντιπρόσωπο του Χριστού στη γη, θα θελήσεις μόνος σου να πετάξεις τούτο το ατού και να αφήσεις αυτόν, τον ιερέα, σαν μικρό Χριστό, να σηκώσει το βάρος των αμαρτιών σου. Αλλά είναι ο ίδιος ο Χριστός στην πραγματικότητα Αυτός, που, διά του Αγίου Πνεύματος, εργάζεται το μυστήριο.

Μακάριος Αυτός που θα ερωτευτεί τον Νυμφίο Χριστό, με το Άχραντο Κάλλος Του, και θα τρέξει ξοπίσω Του, ψυχή τε και σώματι. Θα φωνάζει δυνατά, πορευόμενος προς το Μαρτύριο, σαν τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, «ο εμός έρως εσταύρωται». Και θα προσεύχεται μπροστά στην εικόνα του Παντοκράτορα όπως ο όσιος γερο-Δημάς, ο κρυφός άγιος που μετέδωσε στον νεαρό, μόλις δεκαεξάχρονο, άγιο Πορφύριο την μεγάλη χάρη και τα χαρίσματα. Κάνοντας μετάνοιες μπροστά στον Χριστό, ο όσιος γερο-Δημάς, διηγείται ο άγιος Πορφύριος, περιέπεσε σε έκσταση και με ακατάληπτες φωνές και κινήσεις έντονες ο νους του κατακλύσθηκε από θείο έρωτα. Μπροστά στην Άχραντη Εικόνα του Χριστού, ως ορθόδοξοι, και εφόσον αυτό που εικονίζεται είναι η Υπόσταση του Θεού-Λόγου, κατά τους μεγάλους εικονόφιλους αγίους, τον Ιωάννη Δαμασκηνό και τον Θεόδωρο Στουδίτη, πρέπει να στεκόμαστε με τόση ευλάβεια, σαν να βλέπουμε αισθητά τον ίδιο τον Παντοκράτορα.

                              *****************

Ήταν κάποιοι στοχασμοί με αφορμή ένα έργο του Πανσέληνου – λίγο μετά ήρθε η Τουρκοκρατία και ο Θεοφάνης ο Κρης στόλισε το Άγιον Όρος με εικόνες πράγματι, «μοναχικές»: αυστηρές, λιτές, κινήσεις συγκρατημένες. Πιστεύω ότι εξέφρασε τον πόνο του Γένους με αυτές. Κι ωστόσο, είναι κι αυτές, αληθινά αριστουργήματα, νέα κορύφωση της Ζωγραφικής, αληθινή δοξολογία του Θεανθρώπου. «Το πνεύμα όπου θέλει πνει», σε κάθε άνθρωπο και κάθε εποχή, αρκεί να είναι κανείς ικανός να ακούσει.