(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Μία άλλη φορά πάλι, καθώς περπατούσε [ο Όσιος Φαντίνος, όταν ήταν ακόμη νεαρός μοναχός] έχοντας στο στόμα του τα λόγια του Κυρίου, συνήντησε αγριογούρουνα, τα οποία έτρωγαν πάμπολλα αχλάδια κάτω από τα δένδρα.
Ο καιρός ήταν χειμωνιάτικος και πάρα πολύ τσουχτερός. Βασανιζόταν, λοιπόν, από την παγωνιά, και σφιγγόταν -διότι ήταν γυμνός, επειδή το ένδυμα που το σκέπαζε είχε εντελώς λειώσει, αφού κράτησε μετά δυσκολίας ένα χρόνο.
Επίσης έλειωνε από την πείνα -διότι τρεφόταν με ρίζες από χόρτα που τις ξερίζωνε με την άκρη του ραβδιού του ή με βλαστάρια δένδρων ή και με όσα η έρημος μπορούσε να παράγει.
Μόλις, λοιπόν, όλα τα αγριογούρουνα είδαν ότι ο Άγιος είχε ορμήσει προς τα αχλάδια -διότι πράγματι εκείνος, αφού δόξασε τον Θεό, με ορμή έσπευδε προς το φαγητό-, σπαρταρώντας σύγκορμα και τρίζοντας τα δόντια του τον κύκλωσαν και τον έσπρωξαν στην μέση.
Αυτός όμως μένοντας ήρεμος είπε τα εξής στα θηρία:
– Εάν μεν ο Θεός, προνοώντας κάτι μεγαλύτερο, σας έδωσε εξουσία εναντίον μου, ας είναι ανεμπόδιστη η θέλησή σας. Εάν όμως παροτρυνθήκατε από δική σας βαναυσότητα και από προσβολή των δαιμόνων, να βουβαθείτε. Διότι εσείς είσθε χωρίς λογικό και συναίσθηση, εμένα όμως ο Θεός, που με πλαστούργησε, με έκανε κατ’ εικόνα Αυτού και ομοίωση.
Και με τον λόγο του αμέσως εσίγησαν και υποχώρησαν προς το άλλο μέρος, και στο εξής δεν έβγαλαν ούτε ένα γρύξιμο.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Βίος και Πολιτεία του Οσίου Φαντίνου του Νέου», των εκδόσεων της Ι. Μ. Ευαγγελισμού Θεοτόκου Ορμύλιας.