Προηγούμενη δημοσίευση: https://www.pemptousia.gr/2025/08/i-christianiki-ithiki-theorisi-tis-anakoufistikis-frontidas/
Η Ιατρική στον Δυτικό Πολιτισμό είχε μια παθητική στάση απέναντι στην καταπολέμηση του πόνου[1]. Αυτό οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη βαθιά φιλοσοφική παράδοση, η οποία ξεκινά από την Αρχαία Ελλάδα[2]. Στις μέρες μας ο άνθρωπος καλείται να ζήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα με τις επιπτώσεις της ασθένειας [3].
Η παρουσία του πόνου μέσα στη ροή του κόσμου γεννιέται μέσα από ένα σύνολο αιτιών[4]. Η πρώτη αρχή του πόνου είναι η διασάλευση της περιβαλλοντικής αρμονίας μέσα από τις διάφορες πράξεις καταστροφής του[5]. Αυτή η κατάσταση οδηγεί στο ψευδές αίσθημα μια συνεχούς ευδαιμονίας, όπου η υλική απόλαυση καλύπτει και συμπληρώνει την πνευματική τελείωση του ανθρώπου[6]. Παρατηρείται, λοιπόν, ότι στις μέρες μας οι ασθένειες πηγάζουν μέσα από το πλέον επιτελικό κομμάτι της ζωής μας την ανθρώπινη επαφή και συμπεριφορά[7]. Οι σύγχρονες συνθήκες διαβίωσης διαβρώνουν καθ’ ολοκληρία τον αρχέγονο κορμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς[8]. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις των ιατρικών θεμάτων που αναδεικνύονται μέσα από την πολυπλοκότητα του υλομορφισμού των νέων αυτών συνθηκών, διαμορφώνονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η ανθρώπινη ελευθερία να περιοριστεί ή να εκμηδενιστεί και ο άνθρωπος να μηχανοποιηθεί[9]. Έχοντας ως αποτέλεσμα, αυτές οι προτεινόμενες θεραπευτικές προσεγγίσεις να αναπτύσσονται μέσα σ’ ένα υλιστικό προσανατολισμό που αναδεικνύει μονομερώς το μονοϋπόστατο της ανθρώπινης ύπαρξης[10]. Ο υλικοκεντρισμός της Ιατρικής υποβαθμίζει τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου, καθώς αντιμετωπίζεται ψυχρά και υπολογιστικά[11]. Συνεπώς, συμπεραίνουμε εκ των άνωθεν τη σταδιακή κατάργηση της προοπτικής της κατά χάριν θεώσεως[12].
Γι’ αυτό, η επιστήμη της Ιατρικής καλείται να αντιμετωπίσει αυτήν την προοπτική[13]. Έτσι, κεντρικό πρόσωπο στις ιατρικές πράξεις καθίσταται ο ασθενής[14] που λαμβάνει την απαραίτητη φροντίδα από τον ιατρό για την ίαση ή τον κατευνασμό της ασθένειας[15]. Ο κλάδος της Βιοηθικής στηρίζει την προοπτική αντιμετώπισης του πόνου πάνω σε τέσσερις αρχές: (α) την αυτονομία[16], (β)την αξιοπρέπεια[17], (γ)την αγαθοποιΐα και (δ)τη μη βλάβη[18]. Στην ιατρική δεοντολογία, σημαίνουσα θέση έχει η αυτονομία του προσώπου[19]. Δηλαδή, η επιλογή του ανθρώπου απέναντι στην ιατρική φροντίδα που καλύπτει την ηθική του αξιοπρέπεια[20]. Η αυτονομία του προσώπου είναι σημαντική για την καταπολέμηση του πόνου και των επιπτώσεων ενός νοσήματος[21]. Καθήκον του ιατρού είναι η ενημέρωση του νοσούντος για τις απαραίτητες πράξεις, οι οποίες πρέπει να πραγματωθούν[22].
Εδώ, επισύρεται το επιχείρημα του ολισθηρού δρόμου[23], το οποίο ουσιαστικά ανοίγει σαν βεντάλια τις προεκτάσεις των αποφάσεων του ασθενή και των λύσεων που δίδει ο ιατρός. Για παράδειγμα, ο ασθενής έχει κάκωση στο γόνατο και οι λύσεις είναι: χειρουργική αποκατάσταση, φυσικοθεραπείες, φαρμακευτική κάλυψη και χρήση ορθοπεδικού βοηθήματος. Αν, ο ασθενής αποφασίσει να επιλέξει μόνο τις δύο τελευταίες επιλογές μπορεί το πρόβλημα να υποχωρήσει για λίγο, αλλά να επανέλθει εκ νέου και να υποτροπιάσει. Αν επιλέξει να πραγματώσει όλα τα απαιτούμενα, είτε να μην πετύχει η εγχείρηση είτε να μην έχει το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Επομένως, είναι μια πολύ λεπτή γραμμή που χωρίζει το σωστό από το λάθος. Η αντιμετώπιση του πόνου πολλές φορές οδηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά σε μια άλογη κατάσταση, γιατί το ερέθισμα είναι τόσο οξύ που οδηγεί σε λανθασμένη κρίση[24]. Η οξύτητα των ερεθισμάτων του νοσήματος οδηγούν τους ανθρώπους να χάνουν την αξιοπρέπεια τους[25]. Η ιατρική πρακτική οφείλει να στοχεύει στην ανάκτηση της αξιοπρέπειας από τον ασθενούντα[26] και στην εφαρμογή πρακτικών που θα σέβονται την αξιοπρέπεια του[27].
Αντίθετα, η επιστημονική μεθοδολογία στη Χριστιανική Θεώρηση της Βιοηθικής απαιτείται να στηρίζεται στην εμπειρική θεολογία[28]. Η συμπλήρωση των αρχών της εμπειρικής θεολογίας με τις στενές ιατρικές έννοιες μπορούν να οδηγήσουν σε μια ασφαλή θεώρηση των γεγονότων[29] και να ανοίξουν νέες προοπτικές αξιολόγησης[30]. Οι βασικές αρχές της Χριστιανικής Βιοηθικής πρέπει να ξετυλίγονται πάνω στις άρχουσες θέσεις της Ορθοδοξίας: την πνευματική καθοδήγηση, την παρηγορία, την ποιμαντική συμβουλευτική και την φιλανθρωπία[31].
Σύμφωνα με αυτήν οδό, θα υπάρχει η φανέρωση της θεοπτίας, η οποία με τη σειρά της θα οδηγήσει σε μια εμπειρική άσκηση της χριστιανικής διακονίας στα πλαίσια της οικονομίας[32]. Οι άρχουσες βιοηθικές αρχές πρέπει να μεταποιούνται σε λόγο ελευθερίας και αγάπης, όπως αυτές εκδηλώνονται μέσα στην εν Χριστώ ζωή[33]. Αξίζει να τονισθεί η ύπαρξη του ύψιστου κινδύνου να αποκλίνει επικίνδυνα η άσκηση ποιμαντικών μέτρων μέσα στα βαθιά νερά της εκκοσμίκευσης[34].
Υποσημειώσεις:
[1]. Κοΐος Γ. Ν., Ηθική Θεώρηση των τεχνικών παρεμβάσεων στο ανθρώπινο γονιδιώμα, Εκδόσεις Κέντρο Βιοϊατρικής Έρευνας, Αθήνα 2003, σ. 253: «Στὴ Δύση εἶναι σύνηθες τὸ φαινόμενο νὰ ἀποφαίνονται ἐπὶ θεολογικῶν ἢ βιοηθικῶν θεμάτων ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ διαθέτουν σημαντικὴ κατάρτιση ὡς πρὸς τὸ ἀκαδημαϊκὸ μέρος τῆς θεολογίας, ὡστόσο δὲν ἀποδέχονται καὶ ἀποσιωποῦν τὸν ἄμεσο καὶ ἐμπειρικὸ χαρακτῆρα της.»
[2]. Συλλογικό Έργο, Εισαγωγή στη βιοηθική, Εκδόσεις Σύγχρονη Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 176 : «Στην κλασσική Ελληνική και στη Χριστιανική παράδοση η αξιοπρέπεια του ανθρώπινου όντος βασιζόταν τελικά στο ότι ανήκε εν μέρει σε έναν άυλο κόσμο, ο οποίος ήταν διαφορετικός από τον κόσμο των υλικών σωμάτων και των αισθητηριακών αντιλήψεων.»
[3]. Συλλογικό Έργο, Βιοηθικοί Προβληματισμοί ΙΙ, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα 2016, σ. 87 : «Το πρόσωπο αποτελεί βασική κατηγορία του ηθικού και νομικού λόγου. Σημαίνει το ον με ηθική υπόσταση, εξαιτίας της οποίας είναι φορέας υποχρεώσεων και δικαιωμάτων. Υπόβαθρο αυτού του χαρακτηρισμού είναι ορισμένες ικανότητες που διαθέτει. Το πρόσωπο έχει αίσθηση εαυτού, εννόηση του παρελθόντος και του μέλλοντος, είναι φορέας αξιών και αρχών, προβαίνει σε επιλογές για τις οποίες μπορεί να λογοδοτεί, διαμορφώνει σχέδια για την πορεία του βίου του. Το πρόσωπο είναι εκείνο το ον το οποίο δύναται να έχει αυτές τις ικανότητες, όσο κι αν στην πράξη μπορεί να τις διαθέτει εν μέρει, ή και να τις έχει απολέσει περιστασιακά ή ακόμα και δια παντός (όπως είναι περιπτώσεις ατόμων σε μόνιμη κωματώδη κατάσταση).»
[4]. Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης, Ο άγιος πόνος, Εκδόσεις Κέντρο Βιοϊατρικής Έρευνας, Αθήνα 2005, σσ. 49-50: «Εἶναι, εἴπαμε, ἀρκετὲς οἱ εὐθύνες γιὰ τὴν ἀσθένεια μας, ποὺ μπορεῖ νὰ προέρχεται ἀπὸ γαστρίμαργη πολυφαγία, νοσηρὸ ἀλκοολισμό, ὑπερβολικὸ κάπνισμα, μαλθακότητα καὶ ἀκινησία ἢ ὑπερδραστηριότητα καὶ φιλόδοξη ἐργασιομανία. Μπορεῖ ἀκόμη νὰ μᾶς ἐπηρεάζουν καὶ οἱ ἁμαρτίες τῶν ἄλλων μὲ τὴν καταστροφὴ τῆς φύσεως, τὴ μόλυνση τοῦ περιβάλλοντος καὶ τὴν ἀκόλαστη ζωή.»
[5]. αρχ. Χατζηνικολάου Ν., Ελεύθεροι από το γονιδίωμα, Εκδόσεις Σταμούλη, Αθήνα 2005, σ. 28: «Ἡ σημερινὴ βιοϊατρικὴ ἐπιστήμη συχνὰ ἐπιχειρεῖ ἀλλοίωση τῶν παραπάνω ἀμετάθετων παραμέτρων τῆς κτίσης. Ἡ Φυσικὴ ἔπαιξε μὲ τὶς φυσικὲς ἀντοχές, ἀλλὰ δὲν ἀλλοίωσε τὴ φύση· οὔτε ἡ τεχνολογία. Ἡ ἀσέβεια τοὺς πρὸς αὐτήν, ἂν ὑποθέσουμε πὼς ὑπάρχει κάτι τέτοιο, ἦταν ὅτι τὴν ἐμόλυναν καὶ τὴν κακομεταχειρίσθηκαν. Τὰ πυρηνικὰ ἀπόβλητα ἦταν τὸ πρόβλημα, ὄχι ἡ ἀπελευθέρωση τῶν πυρηνικῶν δυνάμεων· τὰ προϊόντα καύσης καὶ τὰ μὴ ἀποσυντιθέμενα ὑποκατάστατα, ὄχι οἱ τεχνολογικὲς ἐφευρέσεις. Ἡ σύγχρονη ὅμως γενετικὴ καὶ ἰατρικὴ τεχνολογία ἀπειλοῦν νὰ ἀσελγήσουν ἐπὶ τῆς φύσης· νὰ ἀλλοιώσουν τοὺς μυστικοὺς νόμους της καὶ ριζικὰ νὰ μεταβάλουν τὶς μορφὲς καὶ ἐκφράσεις της· νὰ παρέμβουν στὶς μὴ γνωστὲς κληρονομικὲς διαδικασίες καὶ νὰ προκαλέσουν ἀποτελέσματα μεταφερόμενα στοὺς ἀπογόνους, μὴ ἀντιστρεπτὰ καὶ μὴ ἐλεγχόμενα. Ἴσως καὶ νὰ τὸ ἔκαναν κιόλας.»
[6]. αρχ. Χατζηνικολάου Ν., Ελεύθεροι από το γονιδίωμα, σσ. 29-30
[7]. Βλ.π., σ. 30 : «Ἡ ἐκρηκτικὴ πρόοδος τῶν βιοϊατρικῶν ἐπιστημῶν καίρια ἐπηρέασε καὶ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Εἶναι παράδοξο ὅτι, ἐνῷ στὶς μέρες μας δίδεται ἔμφαση στὸ κοινωνικὸ ὄφελος καὶ πολὺς λόγος γίνεται γιὰ τὴν ἰσορροπία τῶν ἀνθρώπινων σχέσεων, αὐτὲς ἀπειλοῦνται ὅσο ποτέ. Βάση τῆς σύγχρονης προόδου εἶναι τὸ συμφέρον, ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἡ προβολὴ τῆς προσωπικῆς ἐπιτυχίας ἢ στὴν καλύτερη περίπτωση μιὰ παθολογικὴ φιλοζωία. Αὐτὰ ὅμως ὅλα ἀποτελοῦν ἀντίρροπους παράγοντες στὶς κοινωνικὲς σχέσεις…»
[8]. Βλ.αν., σ. 31: «Ἐνῷ ὁ ἀγῶνας καὶ τὰ ἐπιτεύγματα τῶν βιοϊατρικῶν ἐπιστημῶν σκοπὸ ἔχουν νὰ προστατεύουν καὶ νὰ παρατείνουν τὴ ζωή, ποτὲ ἡ ἴδια ἡ βιολογικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὑποβιβάσθηκε τόσο ὅσο στὶς μέρες μας. Φθάσαμε νὰ ὀνομάζουμε τὸν προκλητὸ ἢ ἐπιλεγμένο θάνατο συνανθρώπων μας «καλὸ θάνατο» ( «εὐθανασία» ) ἢ ἀκόμη καὶ «θεραπεία» ( «θεραπευτικὲς ἐκτρώσεις» ). Προκειμένου νὰ δώσουμε ζωὴ ἐκεῖ ποὺ ἐμεῖς θέλουμε, παίρνουμε τὴν ἐλευθερία τῶν ἀδύνατων ἀτόμων (ἐγκεφαλικὰ νεκρῶν ) καὶ τὴ σιωπή τους τὴ βαφτίζουμε συγκατάθεση ( «εἰκαζόμενη συναίνεση» στὴ νομοθεσία τῶν μεταμοσχεύσεων). Ἐνῷ τόσος λόγος γίνεται γιὰ τὴν ἰδιωτικότητα τοῦ ἀνθρώπου, φτιάχνουμε νόμους σύμφωνα μὲ τοὺς ὁποίους ὄχι μόνον τὰ σώματα μᾶς ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ βούληση μᾶς ἀποτελεῖ κτῆμα καὶ περιουσία τοῦ ἀνώνυμου νομοθέτη. Ἔτσι οἱ κοινωνικὲς σχέσεις ἀποτελοῦν νομικὴ ρύθμιση καὶ ὄχι προσωπικὴ ἐπιλογή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐπιδίωξη τοὺς μοιάζει περισσότερο μὲ ὑπόσχεση ἢ ὄνειρο παρὰ μὲ πραγματικότητα.»
[9]. Οπ.π., σσ. 32-33
[10]. Βλ.π., σ. 34: «Ὁ ὑπερτονισμὸς τοῦ σώματος καὶ τῆς βιολογικῆς ὑπόστασης τοῦ ἀνθρώπου καλλιεργεῖ τὴν αἴσθηση ὅτι αὐτὸ ποὺ τελικὰ εἴμαστε εἶναι κυρίως γονίδια καὶ κύτταρα καὶ αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ γίνουμε εἶναι ἀποτέλεσμα γονιδιακῶν ἐπεμβάσεων. Ὁ ἄνθρωπος καταντάει πρωτίστως φυσικὴ ὀντότητα καὶ συνεπῶς δὲν ἀλλάζει αὐτεξουσίως ἀλλὰ τεχνητῶς. Αὐτὸ ἀπὸ μόνο τοῦ ἀναστατώνει τὴν ψυχοσωματικὴ ἰσορροπία.»
[11]. Βλ.αν., σ. 35: « Τὴ μοναδικότητα τοῦ προσώπου μας ἔρχονται νὰ ἀμφισβητήσουν οἱ σύγχρονες γενετικὲς ἀνακαλύψεις καὶ ἰατρικὲς πρακτικές. Ἡ ὑποκατάσταση τῆς κατάστασης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ ἄψυχες ἀριθμητικὲς παραμέτρους, ἡ ἀντικατάσταση τῆς ἰατρικῆς θαλπωρῆς ἀπὸ τὴ διάγνωση τῆς ἰατρικῆς ὁμάδας καὶ τοῦ ἰατρείου ἀπὸ τὸ κερδοσκοπικὸ θεραπευτήριο τί ἄλλο κάνουν ἀπὸ τὸ νὰ ἀποπροσωποιοῦν τὴν ὑγεία καὶ νὰ ἰσοπεδώνουν τὸν ἀσθενῆ;»
[12]. Οπ.π., σ. 36 : «Ἡ σύγχρονη βιοϊατρικὴ ἔρευνα δὲν εἶναι ἁπλᾶ ἐπικεντρωμένη στὴν ὑγεία – αὐτὸ εἶναι πολὺ φυσικὸ καὶ δικαιολογημένο-, ἀλλὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὴ βελτίωση ἢ καὶ παράταση τῆς ἐπιγειότητος ἀγνοῶντας ἐντελῶς τὴ φύση καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς ψυχῆς· τὴν ἀπογυμνώνει ἀπὸ τὸ μεταφυσικό της νόημά της, τὴ στιγμὴ ποὺ δίνει μεταφυσικὴ ἔπαρση στὰ ἐντελῶς ἀνθρώπινα ἐπιτεύγματα τῆς· ἀποξενώνει τὴ ζωὴ ἀπὸ τὴν πλέον βέβαιη πραγματικότητα, τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου, καὶ ἔτσι συμπιέζει τὸν ἄνθρωπο μέσα στὴν ἀσφυξία τοῦ χρόνου, τὸν πνίγει μὲ τὴν θηλειὰ τοῦ παροδικοῦ καὶ τοῦ ὑποκαθιστᾶ τὴν ἀλήθεια τῆς πραγματικότητος τοῦ μὲ τὸ ψέμα τῶν ἐπιστημονικῶν φαντασιώσεων.»
[13]. Συλλογικό Έργο, Εισαγωγή στη βιοηθική, σ. 184 : «Η επιστήμη και η τεχνολογία μπορούν να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής ανακουφίζοντας όλων των ειδών τις δυσκολίες – ιδίως θεραπεύοντας και προλαμβάνοντας τις ασθένειες και υπερβαίνοντας τις ελλείψεις στη διατροφή.»
[14]. Συλλογικό Έργο, Βιοηθικοί Προβληματισμοί ΙΙ, σ.85 : «Κομβική ιδέα στην ηθική θεώρηση και τον χαρακτηρισμό των ηθικών μας σχέσεων αποτελεί το πρόσωπο. Δηλώνει εκείνο το ον που έχει ηθική αξία και αξίζει σεβασμό. Η έννοια του προσώπου είναι συνυφασμένη με εκείνη της προσωπικότητας. Εάν το πρόσωπο θεωρηθεί πως σηματοδοτεί την αφηρημένη σύλληψη του πράττοντος υποκειμένου το οποίο, ως φορέας ηθικού αυτοπροσδιορισμού, φέρει υποχρεώσεις και δικαιώματα, η προσωπικότητα παραπέμπει στη συγκεκριμένη οντότητα κάθε ανθρώπινου υποκειμένου το οποίο έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Από ηθική (και νομική) σκοπιά, κάθε πράττον υποκείμενο έχει προσωπικότητα, η ελεύθερη ανάπτυξη της οποίας πρέπει να προστατεύται.»
[15]. Πρωτοπαπαδάκης Δ. Ε., «Ο σωματικός πόνος ως οριακή συνθήκη για την βιοηθική» στον Αφιερωματικό Τόμο στον Καθηγητή και Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ Απόστολου Β. Νικολαΐδη (σσ. 450 – 463 ), Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2020, σ. 451 : «Κύρια αποστολή του ιατρού, συνεπώς, είναι πρωτίστως να αποτρέψει τον θάνατο και να παρατείνει την ζωή, και μόνον δευτερευόντως να καταπραΰνει τον πόνο και να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής του ασθενούς.»
[16]. Συλλογικό Έργο, Βιοηθικοί Προβληματισμοί ΙΙ, σσ. 99-100 : « Η αυτονομία δεν σηματοδοτεί απλώς την αρνητική ελευθερία, ως ελευθερία από εξωτερικούς ή εσωτερικούς καταναγκασμούς πάνω στη βούληση μας, αλλά προσδιορίζεται επιπλέον ως θετική ελευθερία, δηλαδή ως κανονιστική αυτό-νομοθεσία,»
[17]. Οπ.π., σ. 105 : «Η αξιοπρέπεια αποτελεί ειδοποιό ηθικό γνώρισμα του ανθρώπου και τη μόνη αξία που είναι άνευ όρων (απόλυτη), εγγενής και αυτοτελής ( δεν θεμελιώνεται σε κανένα εξωτερικό θεμέλιο). Κάθε ανθρώπινο ον είναι άξιο σεβασμού λόγω του ίδιου του ηθικού του στάτους. Το δε ηθικό στάτους των ανθρώπων είναι ενιαίο και αδιαίρετο. Το διαθέτουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι ως υποκείμενα ικανά για ηθική πράξη.»
[18]. Βλ.αν., σ. 107 : «Ο σεβασμός της ανθρώπινης προσωπικότητας συγκροτεί τον πυρήνα των ηθικών υποχρεώσεων μας και αφετερία κάθε προβληματισμού για τη δικαιολόγηση επιμέρους ηθικών κρίσεων και πρακτικών σε συγκεκριμένα πεδία και σφαίρες δραστηριότητας. Εδράζεται στην απαράγραπτη «εγγενή αξία» του ανθρώπου ως ηθικού όντος, προϋποθέτει την αυτονομία του και περιλαμβάνει την ισότητα όλων των ανθρώπινων όντων. Η ηθική υποχρέωση της μεταχείρισης του ανθρώπου ως «αυτοσκοπού», ως όντος με αξιοπρέπεια , έπεται κατ’ ανάγκην. Αυτό σημαίνει ότι ποτέ ένας άνθρωπος δεν πρέπει να τυγχάνει μεταχείρισης που τον μετατρέπει σε απλό μέσο ή εργαλείο για την εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Τα ανθρώπινα όντα, ως πρόσωπα, αξίζουν σεβασμό στη μοναδικότητα και διακριτότήτα τους. Η φυσική και ψυχολογική ακεραιότητα τους πρέπει, ως εκ τούτου, να προστατεύει με κάθε τρόπο.»
[19]. Συλλογικό Έργο, Εισαγωγή στη βιοηθική, σ. 185 : «Η «έμφυτη» παράδοση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δίνει περισσότερο έμφαση στις αυτόνομες αποφάσεις συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης των τεχνικών μέσων για την ανακούφιση των ανθρώπινων όντων από τον πόνο κατά τη διαδικασία της αναπαραγωγής και του θανάτου.»
[20]. Βλ.αν., σ. 188 : «Τα ίσα δικαιώματα και η αυτονομία όλων των ανθρώπινων όντων πρέπει να υποστηριχθούν, είτε θεωρούνται θνητά είτε αθάνατα όντα. Η προστασία αυτών των ισχυρισμών απαιτεί ένα συνταγματικό κράτος και τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή.»
[21]. Πρωτοπαπαδάκης Δ. Ε., «Ο σωματικός πόνος ως οριακή συνθήκη για την βιοηθική», σ. 451 : «Μια κοινή, ίσως η πλέον διαδεδομένη αντίληψη για τον πόνο είναι πως αυτός αποτελεί αναπόφευκτο περιοδικό παρακολούθημα της ανθρώπινης κατάστασης, του οποίου η παρουσία μπορεί να είναι μεν επαχθής, ωστόσο μόνον υπό εξαιρετικά ακραίες συνθήκες δύναται να είναι καθοριστική.»
[22]. Συλλογικό Έργο, Βιοηθικοί Προβληματισμοί ΙΙ, σσ. 106-107 : «Η διατύπωση των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων του ανθρώπου, ως απαραγράπτων ηθικών ορίων στη μεταχείριση προσώπων, έπεται από τους παραπάνω ηθικούς προβληματισμούς και δεσμεύει κάθε μορφής επιστημονική έρευνα που εμπλέκει ανθρώπινα υποκείμενα και κάθε μορφής ιατρική/κλινική επέμβαση πάνω τους. Η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποκλείει εξ ορισμού κάθε μορφή εξαπάτησης ή εξαναγκασμού των ανθρώπινων υποκειμένων. Πράξεις οι οποίες επιτελούνται στη βάση υποκειμενικών αρχών που απαιτούν εξαπάτηση άλλων ή τον εξαναγκασμό τους, έτσι ώστε αυτοί να μην μπορούν να εκφράσουν τη συναίνεση ή την διαφωνία τους (καθώς όσοι εξαναγκάζονται ή εξαπατώνται ακριβώς στερούνται της δυνατότητας να συναινούν ή να διαφωνούν) είναι ηθικά απαράδεκτες.»
[23]. Βάντσος Μ., «Το επιχείρημα του ολισθηρού δρόμου στη Βιοηθική» στον Χαριστήριο τόμο προς τιμήν του Αρχιεπισκόπου Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομου Β’ για τα τριάντα χρόνια αρχιερατικής του διακονίας (σσ. 75-94), Λευκωσία 2008, σ. 90 : «Σε αντίθεση με πολλά άλλα ηθικά επιχειρήματα που βασίζονται σε δυσνόητες έννοιες και σε λεπτολόγες διακρίσεις, το επιχείρημα του ολισθηρού δρόμου, είναι ένα εύληπτο επιχείρημα που βασίζεται στην περιγραφή των προβλεπόμενων συνεπειών από την αποδοχή μιας πράξης, γεγονός που δικαιολογεί τη μεγάλη επίδραση που ασκεί σε ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης.»
[24]. Συλλογικό Έργο, Βιοηθικοί Προβληματισμοί ΙΙ, σ. 95 : «Το πρόσωπο είναι ταυτοχρόνως δρων υποκείμενο και υποκείμενο εμπειριών. Είναι φορέας πράξεων όσο και αποδέκτης πράξεων άλλων. Οι δύο αυτές διαστάσεις αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς αφενός αποδίδουν πως τα ανθρώπινα όντα πρέπει να αντιμετωπίζονται και αφετέρου πως πρέπει να πράττουν.»
[25]. Πρωτοπαπαδάκης Δ. Ε., «Ο σωματικός πόνος ως οριακή συνθήκη για την βιοηθική», σ. 461 : «Ο πόνος, τώρα, ιδίως ο οξύς, ο αφόρητος πόνος, πλήττει καίρια την αυτονομία του πάσχοντος και, όπως ισχυρίσθηκα παραπάνω, κατά συνέπεια εκμηδενίζει την αξιοπρέπειά του. Υπό την επήρεια του οξέως πόνου ο πάσχων δεν λαμβάνει ο ίδιος αποφάσεις για τον εαυτό του – στην θέση της βούλησής του εκείνος που λαμβάνει την όποια απόφαση είναι ο πόνος που βιώνει ο άνθρωπος που υποφέρει.»
[26]. Συλλογικό Έργο, Βιοηθικοί Προβληματισμοί ΙΙ, σ. 105 : «Η αξιοπρέπεια είναι η άλλη όψη της (ηθικής) αυτονομίας, ως το μη επιδεκτικό σταθμίσεων ηθικό χαρακτηριστικό του πράττοντος υποκειμένου.»
[27]. Βλ. π., σ. 106 : «Καθώς η αξιοπρέπεια είναι απόλυτη και μη συγκρίσιμη ή σταθμίσιμη με οτιδήποτε άλλο, κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να κρίνεται ή να αντιμετωπίζεται ως κατώτερο ή ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο.»
[28]. Επίσκοπος Χριστουπόλεως Μακάριος, Εισαγωγή στη Βιοηθική, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2016, σ. 125: «Ἡ Βιοηθικὴ γιὰ τὸν ὀρθόδοξο Θεολόγο εἶναι μιὰ ἐπιστήμη ποὺ θεωρεῖται καὶ ἐξετάζεται ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἁγιογραφικῆς καὶ πατερικῆς διδασκαλίας ἀλλὰ καὶ διὰ μέσου τοῦ προσωπικοῦ καὶ ἐμπειρικοῦ βιώματος. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μελετᾶ τὰ βιοηθικὰ προβλήματα μὲ ἀκαδημαϊκὸ τρόπο ἀλλὰ ἐμπειρικά.»
[29]. Κοΐος Γ. Ν., Ηθική Θεώρηση των τεχνικών παρεμβάσεων στο ανθρώπινο γονιδιώμα, σ. 253: «Μόνον ἔτσι θὰ μπορέσει νὰ ἀποβεῖ «ἀληθὴς καὶ ὀρθὴ ἐπιστήμη» ἀντιστάμενη στὰ ἀκαδημαϊκὰ πρότυπα τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης τὰ ὁποῖα ἀντικειμενοποιοῦν καὶ ἀποπροσωποιοῦν ἀκόμη καὶ τὴ θεολογία μετατρέποντας τὴν σὲ ἕνα ἀκόμη σύνηθες πεδίο τοῦ ἐπιστητοῦ.»
[30]. Επίσκοπος Χριστουπόλεως Μακάριος, Εισαγωγή στη Βιοηθική, σ. 126: «Ἡ συνεισφορά της, λοιπόν, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐθύνη της εἶναι νὰ προσφέρει βάσεις καὶ ἀξιώματα γιὰ τὴν μελέτη τῶν θεμάτων μὲ μιὰ ἄλλη λογικὴ καὶ μὲ ἕνα ἄλλο ἐσχατολογικὸ προσανατολισμό.»
[31]. Κοΐος Γ. Ν., Ηθική Θεώρηση των τεχνικών παρεμβάσεων στο ανθρώπινο γονιδιώμα, σ. 254: «Οἱ ἀρχὲς τῆς ὀρθόδοξης βιοηθικῆς πρέπει νὰ ἔχουν συμβουλευτικό, καθοδηγητικό, προσωπικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ χαρακτῆρα.»
[32]. Βλ. π., σ. 254 : «Πρέπει νὰ συνδυάζουν τὴ φανέρωση ὀρθόδοξης θεολογίας χωρὶς νὰ ἀφαιροῦν κάτι ἀπὸ τὴν ἀλήθεια της, ἐνῷ παράλληλα θὰ ἀφήνουν χῶρο γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς οἰκονομίας κατὰ τὴν ποιμαντικὴ διακονία.»
[33]. Οπ.π., σ. 254: «Χρέος τῆς ὀρθόδοξης βιοηθικῆς θὰ εἶναι νὰ μετατρέψει τὸ νομικὸ καὶ ἀπρόσωπο πνεῦμα τῶν ἀρχῶν τῆς βιοηθικῆς σὲ πνεῦμα ἐλευθερίας καὶ ἀγάπης τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς. Οἱ ἀρχές της δὲν θὰ ὁρίζουν δικαιώματα οὔτε θὰ ἐπιβάλλουν κυρώσεις, ἀλλὰ θὰ σημαίνουν τὸν βαθμὸ ἀπομάκρυνσης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, δίνοντας του συγχρόνως τὴν εὐκαιρία γιὰ ἐπιστροφὴ καὶ μετάνοια.»
[34]. Βλ. αν., σ. 254: «Πρέπει ὡστόσο νὰ ἐπισημανθεῖ ἕνας κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἐλλοχεύει κατὰ τὴν ἄσκηση τῆς ποιμαντικῆς διακονίας σὲ σχέση μὲ τὰ βιοηθικὰ προβλήματα. Καθημερινὰ ἡ Ἐκκλησία θὰ βρίσκεται μπροστὰ σὲ πλῆθος πολύπλοκων καὶ ἐπειγόντων ἐρωτημάτων. Στὴν προσπάθεια τῆς νὰ ἀνταποκριθεῖ στὰ αἰτήματα τῶν καιρῶν πιθανὸν νὰ παγιδευτεῖ σὲ μιὰ ὑπερβολικὴ ἄσκηση τῆς οἰκονομίας. Ἡ καθ’ ὑπερβολὴν αὐτὴ ἄσκηση τῆς οἰκονομίας μπορεῖ νὰ γίνει στὴν ἀρχὴ ἀποδεκτὴ μὲ εὐχαρίστηση ἀπὸ μιὰ συνεχῶς μεταβαλλόμενη στὶς ἠθικές της ἀρχὲς κοινωνία, ὅπως ἡ σημερινή. Στὴν οὐσία της ὅμως πρόκειται γιὰ μιὰ μορφὴ ἐκκοσμίκευσης, ἡ ὁποία θὰ θέσει σὲ κίνδυνο τὴν πραγματικὴ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας.»
(Συνεχίζεται)