Οι Όσιοι Σωφρόνιος και Βαρνάβας οι Αθηναίοι υπακούουν στις παρακλήσεις των χωρικών για να τους βοηθήσουν

 

(Διασκευή, επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Περπατώντας και ψάλλοντας ευφραινόμενοι ψυχικά, οι Όσιοι Σωφρόνιος και Βαρνάβας οι Αθηναίοι, έφτασαν στον ποταμό που ονομαζόταν Έβρος. Το ποτάμι ήταν πλημμυρισμένο από το πολύ νερό που έτρεχε, γιατί εκείνη την εποχή τον μήνα Σεπτέμβριο είχε πολύ νερό. 

Οι ντόπιοι τους είπαν πως ήταν αδύνατο να το περάσουν, μέχρι να κατεβεί η στάθμη του νερού του ποταμού. 

Οι Όσιοι έμειναν το βράδυ στις όχθες του ποταμού και παρακαλούσαν τον Θεό να τους βοηθήσει γιατί δεν έβρισκαν τρόπο να περάσουν στην άλλη όχθη.

Την αυγή, ω των θαυμάτων σου, Χριστέ Βασιλιά! 

Το νερό του ποταμού κατέβηκε και το πέρασαν χωρίς να βραχούν, σχεδόν, τα πόδια τους.

 Όταν το είδαν το θαύμα αυτό όσοι περίμεναν εκεί για να καταβεί η στάθμη του νερού του ποταμού, πέρασαν και οι ίδιοι και το φανέρωσαν στο κοντινό χωριό. 

Οι χωρικοί έτρεξαν και πρόλαβαν τους Οσίους τους οποίους προσκάλεσαν στο μέρος τους για να ευλογήσουν τα χωράφια τους που επί τρία ολόκληρα χρόνια κατέτρωγε τα φυτά τους η ακρίδα.

Αυτοί όμως δεν θέλησαν να γυρίσουν πίσω και να τους βοηθήσουν, θεωρώντας πως δεν ήταν άξιοι γι’ αυτό. 

Έτσι οι ντόπιοι γύρισαν άπρακτοι, αν και τους είχαν ικετέψει για να τους βοηθήσουν. 

Όταν, έφτασαν, όμως, στο ποτάμι το βρήκαν πιο πλημμυρισμένο από πριν και γύρισαν πίσω στους Οσίους και τους παρακάλεσαν με δάκρυα στα μάτια να τους ελεήσουν, λέγοντας τους ότι η ακρίδα έπεσε σαν σύννεφο και καταστρέφει τις σοδειές τους.

Τότε οι Όσιοι, συμπόνεσαν τον πόνο και τα δάκρυά τους και γονάτισαν και προσευχήθηκαν στον Κύριο, λέγοντας: 

«Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μας! Εσύ που έκανες τα πάντα μόνο με τον λόγο σου, και παίρνοντας χώμα από τη γη έπλασες τον άνθρωπο και τον τίμησες με λογική ψυχή και με την εικόνα σου, εσύ που δίνεις τροφή στα κτήνη και τα πουλιά, εσύ που την εποχή της ενσάρκωσης σου και της ζωής σου στη γη χόρτασες πολλές χιλιάδες με λίγους άρτους, εσύ, πανάγαθε Δεσπότη, φρόντισε και αυτούς, οι οποίοι επικαλούνται το πανάγιό σου όνομα, με την παντοδύναμη και μεγαλόδωρη δεξιά σου, και λυπήσου όλους αυτούς κι εμάς. 

Ναι, σε παρακαλούμε, Κύριε Ιησού Χριστέ, όπως είπες, ‘αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε’, δώσε και σε εμάς τους αμαρτωλούς και ανάξιους δούλους σου, οι οποίοι με πίστη σου ζητούμε, Δεσπότη, το μεγάλο σου έλεος και ελευθέρωσε αυτούς από την καταστροφική αυτή ακρίδα η οποία τρώει τα γεννήματα και την τροφή των δούλων σου, με τη χάρη του άναρχου Πατέρα σου και του Αγίου σου Πνεύματος, με τις πρεσβείες της Παναχράντου Μητέρας σου. Αμήν».

Και ω του θαύματος! Η ακρίδα έφυγε σαν ένα σύννεφο και πέφτοντας πνίγηκε μέσα στον ποταμό. 

Έτσι δοξάστηκε ο Θεός μέσω των Οσίων του Σωφρονίου και Βαρνάβα.

Οι Άγιο τιμώνται στις 18 Αυγούστου.

Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Εκκλησίας», μήνας Αύγουστος, τόμος 8ος.