Όσιος Ποιμήν, Η αγάπη του για τους ανθρώπους

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Έπεσε σε αμαρτία κάποτε ένας αδελφός, σε Κοινόβιο. Ήταν δε σ’ εκείνους τους τόπους ένας αναχωρητής. Και για πολύ καιρό, δεν πρόβαλε.

Πήγε δε ο Αββάς του Κοινοβίου στον γέροντα και του ανέφερε για τον πεσμένο.

Και εκείνος είπε: «Να τον διώξετε».

Βγήκε λοιπόν ο αδελφός από το Κοινόβιο, εισήλθε σε χαράδρα και έκλαιγε εκεί. Έτυχε δε να περάσουν από εκεί κάποιοι αδελφοί, πηγαίνοντας στον Αββά Ποιμένα και άκουσαν τον αδελφό να κλαίει.

Και πλησιάζοντας τον, τον βρήκαν σε θλιβερό κατάντημα. Και του ζήτησαν να τον πάνε στον γέροντα.

Και δεν ήθελε, λέγοντας: «Εδώ εγώ θα πεθάνω».

Φθάνοντας δε στον Αββά Ποιμένα, του το διηγήθηκαν. Τους παρακάλεσε και τους έστειλε, λέγοντας: «Πείτε του ότι ο Αββάς Ποιμήν σε φωνάζει».

Και ήλθε σ’ αυτόν ο αδελφός.

Βλέποντας τον δε ο γέροντας θλιμμένο, σηκώθηκε και τον ασπάσθηκε. Και μιλώντας του χαρωπά, τον παρακάλεσε να φάει.

Έστειλε δε ο Αββάς Ποιμήν έναν από τους αδελφούς του στον αναχωρητή, λέγοντας: «Από πολλά χρόνια επιθυμούσα να σε δω, ακούγοντας τα σχετικά με σένα. Και από οκνηρία και των δυο μας δεν συναντηθήκαμε. Τώρα λοιπόν, μια και το θέλει ο Θεός και υπάρχει αιτία, κόπιασε έως εδώ, να ιδωθούμε».

Και συνήθιζε να μη βγαίνει από το κελλί του ο [Αναχωρητής]. Και ακούγοντας, έλεγε: «Αν ο Θεός δεν πληροφόρησε στην καρδιά του τον γέροντα [ο Αββάς Ποιμήν], δεν θα μου μηνούσε».

Σηκώθηκε λοιπόν και πήγε σ’ αυτόν. Και αφού ασπάσθηκαν ο ένας τον άλλο με χαρά, κάθισαν.

Του είπε δε ο Αββάς Ποιμήν: «Δυο άνθρωποι ήταν σ’ ένα τόπο και είχαν και οι δυο νεκρούς. Άφησε δε ο ένας τον δικό του νεκρό και πήγε να κλάψει τον νεκρό του άλλου».

Ακούγοντας δε ο γέροντας, κατανύχθηκε απ’ αυτά τα λόγια και θυμήθηκε τι έκανε και είπε: «Ποιμήν, είσαι πολύ ψηλά στον ουρανό, ενώ εγώ είμαι πολύ χαμηλά στη γη».

Τιμάται στις 27 Αυγούστου.

Από το βιβλίο, «Είπε Γέρων… Το Γεροντικόν σε νεοελληνική απόδοση», των εκδόσεων Αστήρ.