Βιοηθική και θεολογία: αυτονομία, ισοτιμία, δικαιοσύνη, η ιερότητα της ζωής

Προηγούμενη δημοσίευση: https://www.pemptousia.gr/2025/08/i-christianiki-theorisi-tis-iatrikis/

Οι σχέσεις ιατρού και ασθενούς πρέπει να διέπονται από την αρχή της ιερότητας της ζωής[1]. Η αναγκαιότητα του ανθρώπου να αντιμετωπιστεί με σεβασμό ως μια αυτόνομη και ελεύθερη υπόσταση[2]. Επειδή ο άνθρωπος εν αρχή εγεννήθη εκ Πατρός, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την ειδωλοποίηση του θείου, αλλά για την ζωοδότη και φιλάνθρωπη ενέργεια του Θεού προς τον άνθρωπο[3]. Ο Χριστός είναι η ίδια η ζωή και η Εκκλησία το σώμα Του[4].Στη χριστιανική ανθρωπολογία, σώμα και ψυχή κατανοούνται ως μια ενιαία υπόσταση[5]. Η ιερότητα της ζωής αφορά και τα δύο μέρη[6]. Η αποϊεροποίηση του ανθρώπινου σώματος και της ανθρώπινης ζωής αποτελούν την αποκοπή του ανθρώπου από την κοινωνία με τον Ζωοδότη Θεό[7]. Η πνευματική κοινωνία με τον Θεό αποτελεί επιμήκυνση του φυσικού βίου[8]. Η πατερική παράδοση με την ίδια σφοδρότητα υποστηρίζει: τη σπουδαιότητα του σωματικού ανθρώπου, ο οποίος είναι μια αυτοτελής βιολογική υπόσταση, μια υποκειμενικότητα, η μια προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου  και η μια κοινωνικότητα του[9]. Επιπρόσθετα, η σπουδαιότητα της ψυχοσωματικής ενότητας οδηγεί σε μια απαγόρευση της στέρησης της ανθρώπινης ζωής[10]. Θεμέλιο της ιερότητας είναι η αξιοπρέπεια που αποδίδουμε στο ανθρώπινο πρόσωπο[11]. Το ανθρώπινο πρόσωπο χάρις στην αξία που λαμβάνει από τον Θεό με το «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση»[12] και την αγάπη που δέχεται από τον πλησίον του[13]. Το πρόσωπο πρέπει να κατανοείται καθαρά μέσα από ένα ανθρωπολογικό πρίσμα.

 Ένα άλλο σπουδαίο χαρακτηριστικό της ιερότητας είναι ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο ένλογο ον και είναι ελεύθερο ως προς την επιλογή των αποφάσεων του[14]. Η αρχή της ιερότητας οδηγεί σε ένα σύνολο συνεπειών που συνοψίζονται στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας[15].

Οι συνέπειες είναι:

Α. Η αποφυγή της αντικειμενοποίησης και εργαλειοποίησης του ασθενούς: Ο κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας αναγράφει ότι ο ιατρός θα πρέπει να αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ζωή με απόλυτο σεβασμό[16] και να μην εργαλειοποίει εις βάρος της ανθρώπινης ύπαρξης τις ιατρικές πράξεις[17]. Γι’ αυτό, ο άνθρωπος είναι αναντικατάστατος και δεν μπορεί να θεωρηθεί αναλώσιμος[18]. Η ιερότητα της ζωής και η προστασία αφορά όλη την πλάση[19]. Η Χριστιανική ηθική απορρίπτει την αρχή του ωφελιμισμού, η οποία οδηγεί στην διενέργεια ιατρικών πρακτικών που βλάπτουν την ζωή[20].

Β. Η εξασφάλιση συγκατάθεσης του ασθενή: Ο ιατρός θα πρέπει να γνωστοποιεί λεπτομερειακώς κάθε πτυχή του προβλήματος και να κοινοποιεί κάθε ιατρική πρακτική που θα ωφελήσει τον ασθενή[21]. Αλλά παράλληλα, θα πρέπει να σεβαστεί την επιθυμία, την επιλογή και τις ιδιαιτερότητες κάθε ασθενούς και να προστατεύσει τα προσωπικά του δεδομένα[22].

Γ. Η αυθαίρετη κακοποίηση του ανθρώπινου σώματος : Η άμεση ή έμμεση μορφή αυτοκτονίας έχει καταδικαστεί από την Εκκλησία[23]. Επίσης, η Εκκλησία έχει καθιερώσει κανόνες, οι οποίοι αποτρέπουν την τέλεση πράξεων που φθείρουν και καταστρέφουν το ανθρώπινο σώμα (βλ. η εκούσια πράξη του ευνουχισμού[24] ή η αποφυγή της υπερβολικής άσκησης[25]).

Δ. Η αποφυγή πρακτικών που προσβάλλουν την ζωή : Η γνώση της ανθρώπινης φύσης από ιατρικής απόψεως ως προς τις προοπτικές ίασης μιας ασθένειας ή της βελτίωσης της ανθρώπινης ζωής[26]. Πρακτικές, όπως η ευγονική απορρίπτονται.

Ε. Η απαγόρευση της εμπορευματοποίησης των γεγονότων της ζωής και του θανάτου : Ο όρκος του Ιπποκράτη καθορίζει στον ιατρό να αξιοποιεί το λειτούργημα του φιλανθρωπικά[27].

ΣΤ. Η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων : Η Χριστιανική ηθική θέτει εκ νέου τα ερωτήματα ως προς το εύρος της παρέμβασης της ιατρικής στην ανθρώπινη ζωή[28].

Στην σημερινή εποχή, η ιατρική έπαψε να είναι λειτούργημα, αλλά μια εμπορική δραστηριότητα[29]. Ο ιατρός αντιμετωπίζει τον ασθενή ως μια ακόμα επιχειρηματική δραστηριότητα[30]. Έτσι, οι σχέσεις ασθενούς- ιατρού διασαλεύονται και ο πρώτος χάνει την εμπιστοσύνη του προς τον δεύτερο[31].

Η εμπορευματοποίηση της ιατρικής παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματα της αρχής της ισότητας και της δικαιοσύνης που συνδέονται με τις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αλληλεγγύης[32]. Αυτές οι θεμελιώδης αρχές καθορίζουν την ίση πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα όλων των ανθρώπων, μηδενός εξαιρουμένου[33]. Εκ των νόμων και του συντάγματος, η υγεία αποτελεί δημόσιο κοινωνικό αγαθό[34]. Πρακτικά, όμως, αυτό καθίσταται αδύνατο, γιατί οι άνθρωποι υφίστανται σκληρές αδικίες ως προς την πρόσβαση στο αγαθό της υγείας[35]. Μερικές χαρακτηριστικές ομάδες ανθρώπων είναι:

  1. Σε όσους αφαιρείται το δικαίωμα γέννησης
  2. Στους άπορους που δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στα ιδιωτικά νοσοκομεία και στην παροχή καλύτερων ιατρικών υπηρεσιών
  3. Σε εκείνους που δεν μπορούν να έχουν καθόλου πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική κάλυψη
  4. Σε εκείνους που χρειάζονται εξειδικευμένες θεραπείες (π.χ. μεταμόσχευση)
  5. Στους πληθυσμούς όπου η γεωγραφική θέση αυτών των ανθρώπων είναι μακριά από νοσοκομεία (π.χ. ένα ορεινό χωριό ή ένα χωριό σε κάποια περιοχή της Αφρικής)
  6. Στους πληθυσμούς όπου γίνεται προεπιλογή για την παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. (π.χ. οι νέοι αντί για τους ηλικιωμένους)
  1. Η αρχή της μη βλαπτικότητας και της αγαθοποιίας

Η ύπαρξη του όρκου του Ιπποκράτη για την άσκηση της ιατρικής είναι απαραίτητη, γιατί θεσπίζει όρια ως προς την τέλεση της. Αυτά τα όρια θεμελιώνονται και παίρνουν την μορφή νόμων και συνταγματικών άρθρων[36].

Η ύπαρξη μια νέας ηθικής, της Βιοηθικής, κρίνεται αναγκαία, γιατί αξιολογεί τα νέα δεδομένα που εμφανίζονται στην Ιατρική[37]. Επιπλέον, η αλματώδης εξέλιξης της ιατρικής δοκιμάζει τα ηθικά όρια της ανθρωπότητας[38]. Υπάρχει μια υποφαίνουσα αμφισημία στις σχέσεις κοινωνικού και ηθικού κάτω από το πρίσμα της Βιοηθικής όπου άλλοτε διαχωρίζονται και άλλοτε συνδέονται[39]. Η Βιοηθική είναι μια επιστήμη της επιβίωσης και έχει ένα βιοκοινωνικό χαρακτήρα[40].

 Θεωρητικά, αφενός η Ιατρική είναι ένα λειτούργημα που ασκείται υπέρ της εξέλιξης θεραπειών και φαρμάκων προς ωφέλεια της ασθενούσας ανθρώπινης ζωής[41]. Αφετέρου, πρακτικά η ιατρική έχει εμπορευματοποιηθεί[42]. Κάτω από το βάρος της χρηματοοικονομικής χρήσης της ιατρικής, πολλές φορές έχει χρησιμοποιηθεί εναντίον του ανθρώπου[43]. Είναι τόσο σημαντική η προστασία της ανθρώπινης ζωής που ήδη από την αρχαιότητα αναφέρεται στον όρκο[44].

Ο Χριστιανισμός μαζί με την συνεργασία της Βιοηθικής προσπαθούν να θέσουν υπό συζήτηση ζητήματα που αφορούν την απειλή της ζωής[45]. Η προστασία της ζωής για την Εκκλησία είναι η κορυφαία προτεραιότητα της[46]. Το ανθρώπινο σώμα είναι ένας θεοφόρος ναός[47]. Η έννοια του φόνου είναι μια αμφίσημη πράξη στην Ιατρική και όταν ειδικότερα αυτός τελείται υπό το πρίσμα μιας ιατρικής ανακουφιστικής φροντίδας[48].

Η αρχή της μη βλαπτικότητας είναι σχετική λόγω της δυσαρμονίας μεταξύ πρόθεσης και αποτελέσματος[49]. Πολλές φορές, οι θεραπείες για την ίαση ή τον κατευνασμό μιας νόσου μπορεί να έχουν σοβαρές επιπτώσεις[50].

Η αρχή της αγαθοποιΐας κατανοείται με δύο τρόπους[51]:

Α. Το αλτρουιστικό ενδιαφέρον του ιατρού προς τον ασθενή του[52]

Β.  Ο σεβασμός που τρέφει για την ζωή του ασθενή του[53].

Η αγαθοποιΐα μαζί με την μη βλαπτικότητα περιλαμβάνουν τις ιατρικές δράσεις και την συμπεριφορά του ιατρού προς τον ασθενή[54]. Ο ασθενής δεν κατανοείται ως αντικείμενο, αλλά ως μια υπόσταση που χρήζει φροντίδας[55]. Κίνητρο της αγαθοποιΐας είναι η αλτρουιστική αγάπη του ιατρού προς τους ασθενείς του, γιατί έτσι η ιατρική αποτελεί λειτούργημα[56].

Αποτελεί τον σεβασμό του ανθρώπου προς τις επιλογές που λαμβάνει για τον εαυτό του και το τι θεωρεί για εκείνον πρέπον[57]. Εδώ δημιουργούνται ζητήματα ηθικής κρίσεως ως προς τις επιλογές του ασθενούς και τον σεβασμό προς αυτές του ιατρού[58].

Η Χριστιανική Βιοηθική προβάλλει την αρετή της αγαθοεργίας μέσα στις σχέσεις ιατρού – ασθενούς[59]. Η φροντίδα του ασθενούς είναι η ύψιστη πράξη έμπρακτης εφαρμογής του «αγαπάτε αλλήλλους»[60]. Αποκτά μια βαθύτερη διάσταση εκεί δίπλα στην κλίνη του ασθενούς[61]. Γι’ αυτό, στο Λειτουργικό Βιβλίο του «Μεγάλου Ευχολογίου» απαντώνται ευχές υπέρ της προστασίας των ασθενών[62].

Η Χριστιανική παράδοση προσφέρει στην κλασσική Βιοηθική την θρησκευτική μεταφυσική αναζήτηση που προστατεύουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και δίνουν απαντήσεις στα νέα ηθικά διλλήματα που τίθενται υπό συζήτηση[63]. Η σύγχρονη ιατρική τελείται από μια ληστρική χρηματική επιθυμία έναντι της ανθρώπινης ζωής ή πολλές φορές οδηγείται σε μια αμοραλιστική και ωφελιμιστική κατεύθυνση του ισχυρότερου έναντι του αδύνατου[64].  Η Χριστιανική πίστη δεν επιδιώκει να εμποδίσει την επιστημονική πρόοδο, αλλά ν’ αναδείξει την σπουδαιότητα της ανθρώπινης υπόστασης που είναι θείο κατοικήτηριο[65].

Παραπομπές:

[1]. Κοΐος Γ. Ν., Ηθική Θεώρηση των τεχνικών παρεμβάσεων στο ανθρώπινο γονιδιώμα, σσ. 259-260: «Ἡ βιολογικὴ συγκρότηση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία στὴν πατερικὴ γραμματεία ὑποδηλώνεται μὲ τὸ βιβλικὸ ὅρο «δερμάτινοι χιτῶνες», μπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως, ὡστόσο δὲν ἔχει ἀρνητικὸ χαρακτῆρα, γιατί ἀποτελεῖ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ὥστε ὁ τελευταῖος νὰ μὴν ὑποπέσει σὲ ὁριστικὸ ἀφανισμό. Ἡ ἀρχὴ τοῦ σεβασμοῦ στὴν ἱερότητα τῆς ζωῆς ἔχει ὡς ἀρχικὸ στόχο νὰ προστατεύσει αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν πτυχὴ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἡ ὁποία πολλὲς φορὲς ὑποτιμᾶται καὶ ἀπὸ τὶς ἐφαρμογὲς τῆς γενετικῆς τεχνολογίας, ἐν γένει.»

[2]. Τσίγκος Α. Β., Δογματική της Ορθόδοξου Εκκλησίας, Εκδόσεις Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 230 – 231 : «Ο άνθρωπος λαμβάνει το «καθ’ ομοίωσιν» τη στιγμή της δημιουργίας του μαζί με την προίκα του «κατ’ εικόνα». Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος είχε λάβει εξαρχής από τον Θεό τον προσανατολισμό προς την τελείωση. Εικόνα και ομοίωση Θεού συνδέονται μεταξύ τους στενά, σαν δύο όψεις της ίδιας λειτουργίας, ώστε είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί το «κατ’ εικόνα» ως δυνάμει ομοίωση και το «καθ’ ομοίωσιν ως ενέργεια εικόνα. Επιπροσθέτως, ο άνθρωπος είναι προικισμένος με την ελευθερία, το δώρο του αυτεξουσίου, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να ονομάζεται εικόνα Θεού, αλλά και απουσιάζει οποιαδήποτε προοπτική να φθάσει στο καθ’ ομοίωσιν.»

[3]. Κοΐος Γ. Ν., Ηθική Θεώρηση των τεχνικών παρεμβάσεων στο ανθρώπινο γονιδιώμα, σ. 259: «…ἡ ἀρχὴ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἱερότητα τῆς ζωῆς ἀναδεικνύει τὴ σημασία τῆς βιολογικῆς του συγκρότησης ὡς δῶρο τῆς ἄπειρης εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο μετὰ τὴν πτώση.»

[4]. Ματσούκας Α. Ν., Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’, Εκδόσεις Πουρναράς Π.Σ., Θεσσαλονίκη 2010  σσ, 373 – 374 : «Η Εκκλησία του Παραλήτου σημαδεύει πια το κέντρο της κτίσης και της ιστορίας, και το μήνυμα της οικουμενικότητας, ακόμα και της ίδιας της συμπαντικότητας, γίνεται περισσότερο απτό και συγκεκριμένο. Ο ενοποιητικός ρόλος της Εκκλησίας του Παρακλητου στην προκείμενη περίπτωση παίρνει στα μάτια των ανθρώπων τις καθολικές διαστάσεις. Η Εκκλησία, ως εικόνα του τριαδικού Θεού, κηρύττει πια έντονα και ανοιχτά τούτο τον ενοποιητικό ρόλο, όπως ακριβώς τον επισημαίνει το στόμα του Μαξίμου Ομολογητή.»

[5]. Ματσούκας Α. Ν., Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ’, σ. 223 : «Κατά την πατερική θεολογία, λοιπόν, που ακολουθεί κατά πόδας τη βιβλική, σώμα και ψυχή αποτελούν μια λειτουργική ενότητα.»

[6]. αρχ. Χατζηνικολάου. Ν., «Ανθρώπινη ζωή: Με αρχή, δίχως τέλος», http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/nikolaos/discussion.htm : «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικὸς ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ὑπάρξεώς του, ἀπὸ τὴ γονιμοποίησή του. Δὲν ὑπάρχει στιγμὴ ἐμφύτευσης τῆς ψυχῆς στὸ σῶμα. Ἂν ὑπῆρχε θὰ ἦταν ἐμφανής. Ἡ ψυχὴ συγγεννᾶται καὶ συναυξάνει μὲ τὸ σῶμα.»

[7]. Ξεξάκης Γ. Ν., Ορθόδοξος Δογματική ( Τόμος Γ’), Εκδόσεις Έννοια, Αθήνα 2006, σ. 212 : « Το «καθ’ ομοίωσιν» δύναται να θεωρηθή, μετά την παράβασιν, υπό διττήν άποψη· αφ’ ενός μεν ως δυνατότης, έστω εν ασθενεία, πορείας προς την τελειότητα, αφ’ ετέρου δε ως αδυναμία επιτεύξεως της τελειότητος και της σωτηρίας. Λέγοντες επομένως, εν τελική ανάλυσει, απώλεια του «καθ’ ομοίωσιν εννοούμεν την μη δυνατότητα πραγματώσεως και επιτεύξεως του στόχου, της κατ’ ενέργειαν μετοχής και κοινωνίας του Θεού υπό του ανθρώπου και κατ’ ακολουθίαν της σωτηρίας αυτού.»

[8]. αρχ. Χατζηνικολάου. Ν., «Ανθρώπινη ζωή: Με αρχή, δίχως τέλος» : «Ἡ Ἐκκλησία ἀγαπᾶ τὴ ζωὴ καὶ ἐκτιμᾶ τὴ διάρκειά της. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ μῆκος της δὲν θέλει, δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ περικόψει. Θέλει ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ εἶναι ὅσο πιὸ μεγάλη γίνεται. Αὐτὸ δὲν σημαίνει μόνο κανεὶς νὰ ζήσει πιὸ πολύ· σημαίνει καὶ νὰ ἔχει γεννηθεῖ πιὸ νωρίς. Ἡ ζωὴ εἶναι αἰώνια, μὲ ἀρχὴ ἀλλὰ δίχως πέρας. Ἀρχὴ τῆς ὅμως εἶναι ἡ πιὸ ἀρχὴ ποὺ ὑπάρχει· ἡ πρώτη στιγμὴ ποὺ ἀναγνωρίζεται ὁ νέος καὶ ἀνεπανάληπτος ἄνθρωπος. Ἡ σχολαστικὴ προσπάθεια ἐπακριβοῦς προσδιορισμοῦ χρονικῶν σημείων ὑπερβαίνει τὸ φρόνημα τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης. Παρὰ ταῦτα, βασιζόμενη στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ τὴν ἀνθρώπινη ἀρχὴ στὸ σημεῖο τῆς γονιμοποίησης, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλο σημεῖο πρὶν ἀπὸ αὐτήν. Αὐτὸ τὸ φρόνημα ἀντανακλᾶ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ αἰωνιότητα δηλαδὴ ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὴν ἀσφυξία καὶ τὸν πνιγμὸ τοῦ χρόνου. Εἶναι πολὺ στενὸς ὁ χρόνος γιὰ νὰ χωρέσει τὸν ἄνθρωπο.»

[9]. Σκουτέρης Β. Κ., Η πρόοδος στη βιοτεχνολογία και το χριστιανικό φρόνημα, https://www.bioethics.org.gr/BiotechnologyScouteris.pdf , σ. 6 : « Ἡ ἔννοια τοῦ «προσώπου» εἶναι χωρίς ἀμφιβολία προϊόν τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί συνδέεται ἄρρηκτα μέ τή θεολογία ἀπό

τήν ὁποία καί ἀντλεῖ τό περιεχόμενό του. «Πρόσωπο» στήν πατερική σκέψη εἶναι πρωταρχικά καί κυρίως ἔννοια καθαρά θεολογική. Στην προσπάθειά τους οἱ ἕλληνες Πατέρες νά ἑρμηνεύσουν τήν Tριαδική διδασκαλία ταύτισαν τίς ἔννοιες ὑπόσταση καί πρόσωπο καί ἔδωσαν ὀντολογικό περιεχόμενο στόν δεύτερο. Ἔτσι, «τό ἑκάστου πρόσωπον εἰσφέρεται ἐν ἰδιαζούσῃ ὑποστάσει κείμενον». Ἀποτελεῖ τομή στην ἱστορία τοῦ πνεύματος ἡ διαπίστωση, ἡ ὁποία προκύπτει ἀπό την πατερική διδασκαλία, ὅτι τό πρόσωπο δέν ἀποτελεῖ προσδιορισμό και ἐξωτερική περιγραφή τοῦ ὄντος, ἀλλά τή βεβαίωσή του. Tό πρόσωπο ἐπιβεβαιώνει τήν μοναδικότητα καί συγχρόνως δηλώνει τήν ὑπαρξη τοῦ ἄλλου. Aὐτό σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει πρόσωπο ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει κοινωνία. Tό πρόσωπο δέν δηλώνει κάποιο μεμονωμένο ἄτομο, δέν εἶναι δηλ. μιά ἀριθμητική ἔννοια πού μοιραῖα ὁδηγεῖ στή μόνωση καί στήν

αὐτάρκεια, ἀλλά μᾶλλον μιάν μοναδική ὀντότητα τῆς ὁποίας ἡ ὑπαρξη προϋποθέτει τήν ὑπαρξη τοῦ ἄλλου.»

[10]. Αρχιεπίσκοπος και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, «Ιατρική ηθική δεοντολογία» ομιλία

κατά την επιστημονική Ημερίδα με θέμα: «Στοματολογία 2001»,  https://www.bioethics.org.gr/iatrikiithikideontologia.pdf , 2001: «Μέ βάση τή χριστιανική ἠθική θεωρῶ κορυφαία καί ἀδιαπραγμάτευτη τήν ἐσωτερική ἀξία τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὡς πολυσημάντου,

ἀνεπαναλήπτου, ἀνεκτιμήτου καί μοναδικοῦ ὄντος ἐπί τῆς γῆς. Ἡ ἀξία αὐτή προέρχεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ἔμψυχη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἡ τιμηθείσα μάλιστα μέ τή θεία ἐνσάρκωση στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κατά τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἄνθρωπος εἶναι «ἐν σμικρῷ μέγας» (Μ. Βασίλειος) καί «Θεός περιπολῶν ἐν σαρκί» (Μ. Ἀθανάσιος). Ἡ ἀναγνώριση τῆς θεμελιώδους αὐτῆς ἀρχῆς συνεπάγεται ἀβίαστα καί τήν ἀναγνώριση στόν κάθε ἄνθρωπο τοῦ

δικαιώματός του νά ἀπολαμβάνει σεβασμοῦ καί τιμῆς τόσο γιά τή ζωή του, ὅσο καί γιά τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπειά του. Τό δικαίωμα αὐτό εἶναι ἀπόλυτο καί συνιστᾶ ἀσφαλῆ ὁδηγό κάθε πρωτοβουλίας πού ἔχει σαν ἀντικείμενό της τόν ἄνθρωπο καί τήν ὑγεία του. Ἡ ζωή ἑπομένως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀγαθό ἀπαραβίαστο καί ἀπόλυτα σεβαστό, γι’ αὐτό και τό δικαίωμα στή ζωή προηγεῖται τοῦ δικαιώματος στή σωματική ἀκεραιότητα, πράγμα πού πρέπει νά τηρεῖται ἰδίως στίς περιπτώσεις μεταμοσχεύσεων, τά κριτήρια τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται νά εἶναι ἀντικειμενικά καί ἀπολύτως ἀσφαλῆ.»

[11]. Βάντσος Μ., «Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Έννοια, περιεχόµενο και αξιολόγηση από άποψη Χριστιανικής Ηθικής» σε Επιστηµονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. / Τµήµα Ποιµαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας 10 (2005), (σσ. 197-215), σ. 207 : «Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου δεν τεκμηριώνεται θεολογικά μόνο σ’ αυτό που είναι ο άνθρωπος, δηλ. «κατ’ εικόνα» Θεού δημιούργημα και εν Χριστώ υιός του Θεού Πατρός, αλλά και σ’ αυτό που καλείται να γίνει, δηλ. θεός κατά χάριν. Η θέωση δεν είναι ένα επίτευγμα της αρετής και της δικαιοσύνης του ανθρώπου, αλλά δωρεά του Θεού στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος καλείται να αποδεχθεί αυτή τη δωρεά και να συνεργαστεί με τη χάρη του Θεού εγκαταλείποντας το θέλημα του και οικειοποιούμενος το θέλημα του Θεού. Δυνάμει κατά χάριν θεός είναι κάθε άνθρωπος, όχι μόνο επειδή η δωρεά αυτή απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο, αλλά και επειδή κάθε άνθρωπος σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής του, ακόμα και ο πλέον αμαρτωλός μπορεί με ειλικρινή μετάνοια να στραφεί εκ νέου προς τον Θεό και να αξιωθεί της βασιλείας των ουρανών.»

[12]. π. Φιλόθεος Φ., Η ίαση ως υγείας ολοκληρία, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2003, σ. 31 : «Μέρος απ’ αυτή την ιδιαίτερη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό είναι ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν» του Θεού, που δηλώνει επίσης αυτή την ειδική σχέση με τον Θεό, καθώς επίσης και μια ειδική σχέση με τη δημιουργία.»

[13]. π. Αυγούστιδης Α., Συντροφεύοντας τον άνθρωπο που νοσεί, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2015, σ. 45 : «Ο Ιησούς Χριστός κατέστησε σαφές εξ αρχής ότι καμία κανονιστική αρχή, που οριοθετεί τις ανθρώπινες σχέσεις, δεν έχει απόλυτη αξία εκτός αν εκπηγάζει από την αγάπη του Θεού και την αγάπη για τον πλησίον.»

[14]. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιερόθεος, Το πρόσωπο στην ορθόδοξη παράδοση, Εκδόσεις Εκδόσεις Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, Λειβαδιά 1997,  σσ. 108-110

[15]. Σκουτέρης, Κ., « Βιοηθική και το ήθος της Ορθοδοξίας», http://www.bioethics.org.gr /05_frame.html , σ.  11 : «’Η ᾿Ορθοδοξία µέ τό ἀσκητικό τη̋ φρόνηµα καί την ἡσυχαστική παράδοσή τη̋ βλέπει τόν ἄνθρωπο ὄχι στά στεγανά ὅρια τῆ̋ ἐπίγεια̋ ζωῆ̋ του, ἀλλά στήν ἐσχατολογική του δόξα. ῞Οταν ὁ ἄνθρωπος ἀξιολογήση τή βιολογική µέ κριτήριο τήν ἐκκλησιολογική του ὕπαρξη, ἡ ὅλη συµπεριφορά του φωτίζεται καί ἀποκτᾶ νέο νόηµα ἡ κάθε πράξη του. ῾Η ᾿Ορθόδοξη παράδοση σταθερά ἐπαγγέλλεται, ὅτι µεγαλύτερη ἀξία ἀπ᾿ ὅτι εἶναι, ἔχει γιά τόν ἄνθρωπο αὐτό πού µπορεῖ νά γίνη, θεός κατά χάρη. ῎Αν δοῦµε τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου σ᾿ αὐτή τη̋ τή θεολογική καί ἐκκλησιοκεντρική ἔκταση, ἡ θεώρηση τῶν διληµµάτων πού δηµιουργοῦν οἱ βιὀϊατρικές µέθοδοι ἐκλαµβάνει ἄλλο χαρακτῆρα. Τότε µποροῦµε νά καταλάβουµε, ὅτι κάθε νέα µέθοδο̋ τῆ̋ ᾿Ιατρικῆ̋ καί κάθε πρόοδο̋ τῆ̋ Βιολογία̋ εἶναι εὐλογηµένη, ἄν ἀποβλέπη στόν ὅλο ἄνθρωπο, πού ζῆ µέν στόν παρόντα αἰῶνα πορεύεται ὅµω̋ στόν αἰῶνα τόν µένοντα.»

[16]. Κουτσοσίμου Μ., Η πρόκληση του «Θεραπευτικού δεσμού», Εκδόσεις Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων( Ιατρική Σχολή), Ιωάννινα 2007, σ. 22 : «Η κοινωνιολόγος Ashley Montagu (1963) σχολίασε το έργο της άσκησης ιατρικής επιστήμης ως κάτι που δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέχνη ή ως επιστήμη από μόνο του, αλλά ως μια ‘ιδιαίτερη σχέση’  που αναπτύσσεται μεταξύ δύο ανθρώπων, ενός ιατρού κι ενός ασθενή. Και στο πλαίσιο αυτής της ιδιαιτερότητας, η σχέση θεωρείται αναπόσπαστο κομμάτι της θεραπευτικής διαδικασίας, της ερμηνείας συμπτωμάτων και της επιλογής θεραπευτικού σχήματος.»

[17]. Αρχιεπίσκοπος και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, «Ιατρική ηθική δεοντολογία» : «Ὅμως δέν εἶναι ἠθικό τό νά ἐπιχειρεῖ ὁ ἰατρός ἐρειδόμενος ἐπί τῆς ἀμοιβαίας αὐτῆς ἐμπιστοσύνης νά ἐπιβάλει στόν ἀσθενή του τίς ἐπαγγελματικές, φιλοσοφικές, ἠθικές ἤ πολιτικές του ἀντιλήψεις κατά τήν ἄσκηση τοῦ ἔργου του. Ὀφείλει νά προσφέρει ἀδιακρίτως πρός ὅλους τίς ὑπηρεσίες του, ἡ δέ ἄρνησή του νά το πράξει γιά λόγους ἄσχετους πρός τήν ἐπιστημονική του ἐπάρκεια καί τήν περιστασιακή φυσική του ἀδυναμία δέν συνιστᾶ ἁπλῶς ἀντιδεοντολογική συμπεριφορά, ἀλλά ἀνήθικη ἐνέργεια.»

[18]. Κυριακάκη Ν. Ε., Το δίκαιο της υγείας, Εκδόσεις ΕΚΔΔΑ, Αθήνα 2018, σ. 38 : «Σύµφωνα µε το άρθρο 8 ν. 3418/2005 ο ιατρός φροντίζει για την ανάπτυξη σχέσεων αµοιβαίας εµπιστοσύνης και σεβασµού µεταξύ αυτού και του χρήστη-ασθενή, ακούει του ασθενείς του, τους συµπεριφέρεται µε σεβασµό και κατανόηση, σέβεται τις απόψεις, την ιδιωτικότητα και την αξιοπρέπειά τους (άρθρ. 2 παρ. 2 ν. 3418/2005) και λειτουργεί όπως αρµόζει στην επιστήµη του και την αποστολή του λειτουργήµατός του (άρθρ. 2 παρ. 1 ν. 3418/2005). Αυτό ισχύει ειδικότερα, σε σχέση µε άτοµα που υποφέρουν ήδη από έλλειψη κοινωνικής αναγνώρισης, πχ ηλικιωµένα άτοµα, άτοµα που είναι σε κατάσταση κοινωνικής ανασφάλειας, άτοµα που υποφέρουν από φυσική, ψυχική ή νοητική αναπηρία κλπ. Περαιτέρω, ο ιατρός κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών σέβεται τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές, ηθικές και πολιτικές αντιλήψεις του ασθενή και οι απόψεις του σχετικά µε τον τρόπο ζωής του ασθενή, τις πεποιθήσεις και την κοινωνική ή οικονοµική κατάσταση του τελευταίου δεν επιτρέπεται να επηρεάζουν την φροντίδα ή τη θεραπευτική αντιµετώπιση που παρέχεται (άρθρ. 8 παρ. 4 ν. 3418/2005). Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι στην άρνηση αυτή δεν εµφιλοχωρούν καθόλου στοιχεία έστω και υπόνοιας για διακριτική και όχι ίση µεταχείρισης ασθενών. Στο καθήκον αυτό του ιατρού αντιστοιχεί το δικαίωµα του ασθενούς για σεβασµό και αναγνώριση σε αυτόν των θρησκευτικών και ιδεολογικών του πεποιθήσεων (άρθρ. 47 παρ. 7 ν. 2071/1992).»

[19]. Μαντζαρίδης Ι. Γ., Χριστιανική Ηθική II, σ. 516 : «Κατά τη χριστιανική διδασκαλία η αξία του ανθρώπου έγκειται στην «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν»  Θεού δημιουργία του, που θεμελιώνει και την κυριαρχική του θέση μέσα στον κόσμο. Ο άνθρωπος δεν είναι δούλος αλλά άρχοντας του κόσμου. Και η αρχοντιά είναι θείο γνώρισμα. Ο αληθινός σεβασμός του ανθρώπου εκδηλώνεται με την αναγνώριση της απόλυτης αξίας του μέσα στον κόσμο. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος ενώπιον του Θεού για τον τρόπο με τον οποίο ζει και συμπεριφέρεται. Σε αυτήν άλλωστε τη βάση τοποθετείται και η φροντίδα για τα ζώα, τα φυτά και το άψυχο περιβάλλον.»

[20]. Σταυρόπουλος Μ. Α., Βιοηθική και ιατρική πράξη, https://helios-eie.ekt.gr/EIE/bitstream/10442/439/1/M01.026.12.pdf, σσ. 249 – 250 : «Ή ‘Εκκλησία άπαντα οτι «Οί ηθικές αναστολές, όμως, είναι τέτοιες πού ξεπερνούν κάθε “όφελος” γιά τήν ανθρωπότητα». Ή ανακοίνωση της Ί . Συνόδου υπενθύμιζε στην αρχή οτι ή σχετική συζήτηση «επανέφερε την ανάγκη νά τονισθεί οτι τό ηθικό κριτήριο είναι ανυπέρβλητα ανώτερο από το οποίο επιστημονικό επίτευγμα». Τούτο, βέβαια, δεν αναιρεί καί τήν απαίτηση «ή ορθή ηθική κρίση νά χρειάζεται καί σωστή επιστημονική υποδομή».»

[21]. Μητροπολίτης Φωκίδας Αθηναγόρας, Η σχέση του ιατρού και του ασθενούς, Έκδοση Ιερά Μητρόπολη Φωκίδας, Άμφισσα 2009, σ. 18 : « Ο ιατρός δεν πρέπει να αποκρύπτει την αλήθεια στον ασθενή και στους οικείους του. Εκτός εάν ο ίδιος ο ασθενής δεν το επιθυμεί. Χρειάζεται, όμως πατερική και ιατρική διάκριση, προκειμένου να προλαμβάνονται παρενέργειες, όπως π.χ. η κατάθλιψη του ασθενούς. Συνεπώς, το μείζον ερώτημα δεν είναι εάν θα πρέπει να πούμε την αλήθεια στον ασθενή, αλλά ΠΩΣ θα την πούμε.»

[22]. Βλ.π., σ. 18 : « Χρειάζεται επίσης σεβασμός του ιατρικού απορρήτου. Εκτός αυτού, οι ασθενείς πρέπει να έχουν πρόσβαση στους ατομικούς φακέλους. Όλα αυτά δείχνουν σεβασμό στο πρόσωπο τους.»

[23]. Μαντζαρίδης Ι. Γ., Χριστιανική Ηθική II, σ. 654 : «Απαράδεκτη από χριστιανική άποψη είναι η ευθανασία α) ως σκόπιμη παρέμβαση για την απαλλαγή του ανθρώπου από ανίατη ασθένεια ή ανυπόφορους σωματικούς ή ψυχικούς πόνους και β) ως διακοπή προσφοράς των μέσων επιβίωσης για τον ίδιο σκοπό. Η πρώτη μορφή ευθανασίας, που χαρακτηρίζεται και ως ενεργητική ευθανασία, αποτελεί μορφή αυτοκτονίας ή υποβοηθούμενη αυτοκτονία, όταν γίνεται με τη θέληση του ασθενούς, ή φόνου, όταν γίνεται με τη θέληση του ασθενούς, ή φόνου, όταν γίνεται χωρίς τη θέληση του. Η δεύτερη μορφή, που χαρακτηρίζεται και ως παθητική ευθανασία, δεν μπορεί να μη διαφοροποιείται από την πρώτη. Τέλος υπάρχει και η έμμεση ευθανασία, που επέρχεται ως επιδιωκόμενη παρενέργεια από τη χρήση των φαρμάκων για την καταπολέμηση τους.»

[24]. Α’ Κανών Α’ Οικουμενικής Συνόδου : «Εἴ τις ἐν νόσῳ ὑπὸ ἰατρῶν ἐχειρουργήθη, ἢ ὑπὸ βαρβάρων ἐξετμήθη, οὗτος μενέτω ἐν τῷ κλήρῳ. Εἰ δέ τις ὑγιαίνων ἑαυτὸν ἐξέτεμε, τοῦτον καὶ ἐν τῷ κλήρῳ ἐξεταζόμενον, πεπαῦσθαι προσήκει· καὶ ἐκ τοῦ δεῦρο, μηδένα τῶν τοιούτων χρῆναι προάγεσθαι. Ὥσπερ δὲ τοῦτο πρόδηλον, ὅτι περὶ τῶν ἐπιτηδευόντων τὸ πρᾶγμα, καὶ τολμώντων ἑαυτοὺς ἐκτέμνειν εἴρηται· οὕτως, εἴ τινες ὑπὸ βαρβάρων, ἢ δεσποτῶν εὐνουχίσθησαν, εὑρίσκοιντο δὲ ἄλλως ἄξιοι, τοὺς τοιούτους εἰς κλῆρον προσίεται ὁ κανών.»

[25]. Μαντζαρίδης Ι. Γ., Η Γένεση του μοναχισμού , https://www.pemptousia.gr/2021/02/i-genesi-tou-monachismou/ , 2021 : «Ακραίες ασκητικές τάσεις παρουσίασαν κατά το δεύτερο ιδίως αιώνα οι Γνωστικοί με τη μεταφυσική τους δυαρχία και την πλήρη περιφρόνηση του κόσμου. Για τους Γνωστικούς ο κόσμος, όπως και καθετί που συνδέεται με αυτόν, δεν έχει θετική αξία. Ο Θεός των Εβραίων είναι για τους Γνωστικούς ο κατώτερος Θεός, που είναι και δημιουργός του κόσμου. Ο αγαθός Θεός δεν συνδέεται με τη δημιουργία του κόσμου. Γι’ αυτό και η ενανθρώπηση του αγαθού Θεού στο πρόσωπο του Ιησού θεωρείται ως φαινομενική. Οι Γνωστικοί, δηλαδή εκείνοι που διαθέτουν το σπινθήρα του αγαθού, λυτρώνονται από τα έργα του δημιουργού Θεού με την περιφρόνηση της δημιουργίας. Έτσι καλλιεργήθηκαν ακραίες ασκητικές τάσεις, που έφθαναν ως την απόλυτη απόρριψη του γάμου, ενώ ταυτόχρονα και πάνω στην ίδια βάση οικοδομήθηκε ένας άκρατος φιλελευθερισμός, που έφθανε ως την περιφρόνηση κάθε ηθικής αρχής (αντινομισμός). Κατά την ίδια περίοδο, και χωρίς τις αριστοκρατικές διακρίσεις των Γνωστικών, ο Μαρκίων σχημάτισε θρησκευτικές κοινότητες με οπαδούς από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Οι κοινότητες αυτές δεν είχαν μόνο έντονες ασκητικές τάσεις, αλλά και σχετικό μοναστικό χαρακτήρα. Τέλος ο Μοντανισμός, που διαδόθηκε και αυτός στα λαϊκότερα στρώματα της Φρυγίας και αργότερα της Βόρειας Αφρικής, εκτός από τον έντονο ασκητισμό του παρουσίασε και φανερή τάση φυγής από τον κόσμο. Όπως είναι γνωστό, ο Μοντανός ήθελε να συγκεντρώσει όλους τους οπαδούς του στην Πέπουζα της Φρυγίας.»

[26]. Μητροπολίτης Φωκίδας Αθηναγόρας, Η σχέση του ιατρού και του ασθενούς, σ. 17 : « Η αλόγιστη και μη αναγκαία ιατρική και φαρμακευτική παρέμβαση. Αυτή είναι που εγείρει αμφιβολίες για την αγνότητα των προθέσεων του ιατρού και γενικά προκαλεί ανησυχία για κάποιες αμφισβητούμενες ιατρικές πρακτικές.»

[27]. Βλ.αν., σ. 17 : «Η εμπορευματοποίηση της υγείας. Δεν είναι μόνο το γνωστό « φακελλάκι », που συνιστά όνειδος για τη σχέση ιατρού – ασθενούς, αλλά και η εμφάνιση μεγάλων ιδιωτικών νοσηλευτικών μονάδων που, όσο κι αν αναπληρώνουν κάποτε τις ανάγκες της δημόσιας δωρεάν υγείας, λειτουργούν πρωτίστως με κίνητρο το κέρδος. Ο ασθενής είναι πλέον «πελάτης».

[28]. Βλ.π., σ. 18 : «Η έκτρωση και η ευθανασία είναι δύο θέματα για τα οποία η Εκκλησία μας έχει πάρει σαφή θέση. Τα χαρακτηρίζει δολοφονικές πράξεις. Στις περιπτώσεις αυτές αγνοείται η εκκλησιαστική θέση για την αρχή και το τέλος της ζωής του ανθρώπου και ιδιαιτέρως του ασθενούς.»

[29]. Αρχιεπίσκοπος και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, «Ηθική και Πνευματική Θεώρηση της

Οικονομικοποιημένης Υγείας» ομιλία  προς ιατρούς, 1998, https://www.bioethics.org.gr/oikonomikopoihmeniygeia.pdf : «Η μεταμόρφωσή της όμως σε επιχείρηση δεν αποτελεί μια ακόμη αλλαγή μορφής, αλλά μια πρωτόγνωρη αλλοίωση της ταυτότητος, πραγματική μετάλλαξη. Η σημερινή ιατρική όλο και απομακρύνει το ενδιαφέρον της από την υγεία, τους ασθενείς, τους ιατρούς, τις ασθένειες ή πολύ περισσότερο τα φιλάνθρωπα αισθήματα συμπόνοιας. Η σύγχρονη γλώσσα της περνάει πιο εύκολα και πιο συχνά από όρους όπως προμηθευτές, προϊόντα, καταναλωτές, κέρδη και επενδύσεις, συμβόλαια και υπηρεσίες. Η ιατρική στις μέρες μας έχει γίνει μια επιχείρηση με την πλέον αυστηρή έννοια της λέξης· μια κλινική επιχείρηση εμπορικού προσανατολισμού όπου το αγοραστικό μέρισμα και το κέρδος αποτελούν την ουσία.»

[30]. Μηλίγκου Θ. Μ., «Για μια ανθρώπινη ιατρική» στο Συνέδριο Εκκλησία και ασθένεια (σσ. 360 – 363), Θήβα 2003, σ. 360 : « Χωρίς να γενικεύουμε το φαινόμενο, η σχέση ιατρού – ασθενούς έχει μετατραπεί σε σχέση ιατρού – πελάτη, σε μια εμπορική δηλαδή συναλλαγή παροχής υπηρεσιών, αντί μιας συναλλαγής του αρρώστου προς τη συνείδηση του ιατρού.»

[31]. Συλλογικό Έργο, Σχέση Ιατρού – Ασθενή, Εκδόσεις Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, Αθήνα 2015, σ. 8 : «Οι παραπάνω αλλαγές στην κοινωνική οργάνωση συνολικά, αλλά και ιδιαίτερα στην ιατρική επιστήμη, επηρέασαν και τον ίδιο τον ιατρό, του οποίου άλλαξαν βαθμιαία όχι μόνο τον τόπο άσκησης της εργασίας του (από την ύπαιθρο και την κατ’ οίκον εξέταση του ασθενή, προς την πόλη και το νοσοκομείο ή το ιατρείο) αλλά και τη στάση και τη συμπεριφορά του απέναντι στον ασθενή. Η σχέση ιατρού-ασθενή, αποκομμένη από δομικά στοιχεία που τη συνέθεταν, δηλαδή την οικογένεια και τον οικογενειακό ιατρό, βαθμιαία μετατράπηκε σε απρόσωπη και μηχανοποιημένη, σαν να υπαγορεύεται από υποχρεωτικούς κανόνες (του εμπορίου ή της αγοράς) και όχι από εσωτερικές ανάγκες, χωρίς την απαραίτητη συμπόνια και ενσυναίσθηση.»

[32]. Αρχιεπίσκοπος και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, , «Ηθική και Πνευματική Θεώρηση της

Οικονομικοποιημένης Υγείας» : «Ἐκτός ὅμως ἀπό τά ἀνωτέρω μεγαλύτερη σημασία ἔχει ἡ ἀνάγκη προστασίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ἀνίερες ἐπεμβάσεις στήν προσωπική σφαίρα τῶν ἐσώτατων στοιχείων τῆς προσωπικότητός του καί διαφύλαξης τῆς ἀκεραιότητός του ἀπό καταχρήσεις πού ἐνδέχεται νά γίνουν ἐν ὀνόματι, κατά πρόσχημα μέν τῆς ἐπιστήμης, κατ’ οὐσίαν ὅμως συμφερόντων, ἐπιδιώξεων καί ἐνεργειῶν πού θά ἀποβλέπουν στήν ἐπικυριαρχία ἐπί τῆς ἐλευθερίας του καί τοῦ ἀπαραβίαστου τοῦ προσώπου του.»

[33] Βάντσος Μ., «Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Έννοια, περιεχόµενο και αξιολόγηση από άποψη Χριστιανικής Ηθικής», σσ. 208 – 209 : «Οι διακηρύξεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι νομικά κείμενα, που αναφέρονται στις σχέσεις πολίτη και κράτους και ως τέτοια έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, επιδιώκουν δηλ. την εξωτερική συμμόρφωση προς αυτά που ορίζουν. Η έννομη τάξη χρησιμοποίει ως κριτήριο την αξιοπρέπεια για να κατοχυρώσει δικαιώματα που προστατεύουν τον άνθρωπο από κάθε μορφής αυθαιρεσία και για να δημιουργήσει έτσι τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για ειρηνική και αρμονική συμβίωση των ανθρώπων στην κοινωνία.»

[34] Κυριακάκη Ν. Ε., Το δίκαιο της υγείας, σ. 5 : «Πρωταρχική πηγή του δικαίου της υγείας είναι το Σύνταγµα, το οποίο πέρα από το άρθρο 21 παρ. 3 Σ, περιέχει σειρά άλλων θεµελιωδών διατάξεων και αρχών που διέπουν όλο το φάσµα των υγειονοµικών υπηρεσιών, αγαθών και φροντίδων, όπως ο σεβασµός και η προστασία της ανθρώπινης αξίας (2 παρ 1 Σ), η αρχή της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων (άρθρ. 4 παρ. 1 και 5 παρ. 2 Σ), το δικαίωµα στην πληροφόρηση άρθρο 5Α παρ. 1 Σ., απαγόρευση των βασανιστηρίων (άρθρ. 7 παρ. 2 Σ.), η προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (άρθρ. 9 Σ), το δικαίωµα προστασίας προσωπικών δεδοµένων (άρθρ. 9Α Σ), η ελευθερία της έρευνας (άρθρ. 16 παρ. 1 Σ.) και το δικαίωµα στην παροχή έννοµης προστασίας (άρθρ. 20 παρ. 1 Σ.). Πολυάριθµοί διαρκώς µεταβαλλόµενοι ειδικοί νόµοι µε αντικείµενο το αγαθό και τις υπηρεσίες της υγείας έχουν θεσπιστεί διαχρονικά από την ελληνική πολιτεία, συνεισφέροντας στη συγκρότηση ενός εθνικού δικαίου της υγείας τόσο σε επίπεδο µονάδων υγείας, όσο και ιατρικού δικαίου, φαρµακευτικού δικαίου και βιοδικαίου. Οι νόµοι αυτοί συχνά δίνουν εξουσιοδότηση στον κανονιστικό νοµοθέτη για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ειδικού περιεχοµένου που συµπληρώνουν τους νόµους. Σε αυτήν την κατηγορία πηγών συγκαταλέγονται και οι κανόνες δεοντολογίας που συνήθως περιβάλλονται τον τύπο του τυπικού νόµου ή του προεδρικού διατάγµατος (πχ κώδικας ιατρικής δεοντολογίας ν. 3418/2005, κώδικας νοσηλευτικής δεοντολογίας πδ 216/2001, κώδικας οδοντιατρικής δεοντολογίας άρθρο 73 ν. 1026/1980, κώδικας ελληνικής φαρµακευτικής δεοντολογίας πδ 340/1992), ή αποτελούν κείµενα που συντάσσουν επαγγελµατικοί σύλλογοι (αρχές δεοντολογίας κοινωνικών λειτουργών, κώδικας δεοντολογίας συλλόγου ελλήνων ψυχολόγων).»

[35] Αρχιεπίσκοπος και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, «Ηθική και Πνευματική Θεώρηση της

Οικονομικοποιημένης Υγείας» : «Το σύστημα όμως είναι και άδικο και απάνθρωπο. Στην προσπάθειά τους οι εταιρείες να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους και να αποφύγουν τους ανασφάλιστους ασθενείς αύξησαν τα κοινωνικά, ηθικά, αλλά και οικονομικά, προβλήματα….Ο ιστορικός μετασχηματισμός που επέβαλε η βιομηχανία της υγείας συνίσταται στο ότι και οι κλινικές πλέον υπόκεινται στον έλεγχο των ασφαλιστικών οργανισμών χωρίς ταυτόχρονα να θεραπεύουν τα κενοφανή οικονομικά, πολιτιστικά, κοινωνικά και ηθικά προβλήματα που δημιουργούν.»

[36]. Ευτυχιάδης Χρ. Α., «Η πνευματική διάσταση της Εκκλησίας», σ. 186 : «Ο κλάδος της ιατρικής δεοντολογίας σκιαγραφεί την άριστη ιατρική προσωπικότητα, τα εφόδια και τα προσόντα του ιατρού και προσδιορίζει τη δέουσα συμπεριφορά του ιατρού προς τον ασθενή, προς το περιβάλλον του και τους συναδέλφους. Βοηθεί τη νομική επιστήμη, προάγει την ιατρική νομοθεσία και συντελεί στην κωδικοποίηση της ευθύνης των ιατρικών πράξεων. Συγχρόνως και παραλλήλως με τη βιοηθική, η ιατρική δεοντολογία καθορίζει τα επιτρεπόμενα όρια των βιοϊατρικών ερευνών και προφυλάσσει την ιατρική επιστήμη από εκτροπή σε αντιδεοντολογικές εφαρμογές.»

[37]. Κεσελόπουλος Γ. Α., Εκ του θανάτου εις την ζωήν, σ. 69 : «Η ύπαρξη της βιοηθικής έρχεται να επισημαίνει την αναγκαιότητα κάποιων κανόνων ηθικής και στο χώρο της ιατρικής και να τονίσει πως ό,τι είναι ιατρικά και επιστημονικά εντυπωσιακό, δεν είναι πάντοτε και ηθικά αποδεκτό.»

[38]. Οπ.π., σ. 72 : «Άλλωστε οι επιφυλάξεις που κατά καιρούς εκφράζονται, δεν αφορούν την ιατρική ή την επιστημονική γνώση στο σύνολο της. Αναφέρονται συνήθως σε ορισμένες μεθόδους ή στόχους και αμφισβητούν παρακινδυνευμένες και επισφαλείς διαδικασίες έρευνας και ακόμη πιο πολύ ορισμένα επικίνδυνα και καταστροφικά αποτελέσματα τους.»

[39]. π. Λάπιν Α., «Δογματικοί και ιστορικοί λόγοι για τις διαφορετικές προσεγγίσεις ζητημάτων βιοηθικής από την Ορθοδοξία, τον Ρωμαιοκαθολικισμό και εξωθρησκευτικές ομάδες» στο Συνέδριο Εκκλησία και ασθένεια (σσ. 201-226), Θήβα 2003, σ. 216 : « Έτσι, ξέρουμε συχνά το «πως» και με ποια μέσα (τέχνη) θα λύσουμε τα προβλήματα, αλλά η απάντηση στην ερώτηση «γιατί» και «ποια είναι η ηθική συνέπεια» αυτού που κάνουμε, παραμένει εκκρεμής.»

[40]. Μητροπολίτης Ναύπακτου και αγ. Βλασίου  Ιερόθεος,  Βιοηθική και βιοθεολογία, σ. 80 : «Επίσης τονίζεται ότι το έργο της βιοηθικής αποβλέπει στο να εντοπίση και να βρη τις δικλείδες επιβίωσης του ανθρώπου ως βιολογικού είδους, την κοινωνική συνύπαρξη, την οικολογική και περιβαλλοντολογική προστασία και τις νομικές διατυπώσεις που θα διασφαλίζουν τις ισορροπίες μεταξύ κυρίως, οικονομικών συμφερόντων.»

[41]. Κεσελόπουλος Γ. Α., Εκ του θανάτου εις την ζωήν, σ. 63 : «Η ιατρική είναι η επιστήμη που έχει χρέος να φροντίζει για την αποκατάσταση ή τη βελτίωση της υγείας του ανθρώπου και κατ’ επέκταση για την παράταση της ζωής….. Κάθε φορά που ο ιατρός βρίσκεται αντιμέτωπος με την περίπτωση κάποιου αρρώστου, κατατείνει με όσα μέσα και δυνάμεις διαθέτει να διακονήσει – ορισμένες φορές και να συμβιβάσει – αυτούς τους δύο στόχους. Αφιερώνει όλες του τις γνώσεις και την επιστημονική του θωράκιση προκειμένου να αποτρέψει τον κίνδυνο του θανάτου, αλλά παράλληλα προσπαθεί να βρει και κάποια ιατροφαρμακευτική αγωγή ή οποιονδήποτε άλλον τρόπο, για να καταπραΰνει τον πόνο και να εξασφαλίσει στον ασθενή μια καλύτερη ποιότητα ζωής.»

[42]. Θώδης Η., « Συνεχίζει η ιατρική να είναι λειτούργημα» στο Συνέδριο Εκκλησία και ασθένεια (σσ. 265-277), Θήβα 2003, σ. 269 : « Με την ανάπτυξη της κοινωνίας στη δεκαετία του 1960 και του 1970, που ζητούσε απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, όλες τις αρχές και εξουσίες αμφισβητήθηκαν και η ιδέα της αυταπάρνησης και του αλτρουισμού θεωρήθηκε αφελής. Πολλοί θεώρησαν την επαγγελματική του ηθική ως ένα κυνικό σχέδιο για την εξυπηρέτηση του ιδίου συμφέροντος των ιατρών.»

[43]. Κεσελόπουλος Γ. Α., Εκ του θανάτου εις την ζωήν, σ.14 : «Εξάλλου η μαζική χρήση της βιοτεχνολογίας και ιδιαίτερα η εφαρμογή των μεθόδων της κλωνικής αναπαραγωγής από κάποια υπερδύναμη ή οποιαδήποτε κρατική εξουσία σε βάρος κάποιας αδύναμης μειοψηφίας πληθυσμού μπορεί να αποβεί η χειρότερη μορφή ολοκληρωτισμού. Δεν είναι μακριά τα παραδείγματα του προηγούμενου αιώνα, όπου ομάδες συνανθρώπων μας θεωρήθηκαν ως κατώτεροι και δοκιμάσθηκαν, γιατί τα ανατομικά τους χαρακτηριστικά ήταν διαφορετικά από εκείνα της «ανώτερης» αρίας φυλής. Με τέτοια βιολογική πρόφαση εξοντώθηκαν εκατομμύρια αθώων στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, αφού προηγουμένως χρησιμοποιήθηκαν ως πειραματόζωα στα εργαστήρια ευγονικής και υποβλήθηκαν σε αφάνταστα βασανιστήρια.»

[44]. Βλ. αν., σ. 63 : «Ήδη από την εποχή του Ιπποκράτη ήταν επιφορτισμένη με δύο βασικά καθήκοντα : να επιβραδύνει το θάνατο και να καταπραΰνει τον πόνο.»

[45]. Μητροπολίτης Ναύπακτου και αγ. Βλασίου Ιερόθεος,  Βιοηθική και βιοθεολογία, σσ. 80 – 81 : «Ο συγγραφεύς τονίζει : « Προβλήματα όπως ο σεβασμός του αυτεξούσιου, τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου, η συμφυΐα ψυχής και σώματος, η πνευματική και η νομοτελειακή έκφραση της ψυχής, η ιερότητα του σώματος, της κτίσης, των νόμων και των μορφών της βιολογικής ζωής, η ισορροπία ανάμεσα στην αλήθεια και τη φιλανθρωπία, αν απαντηθούν θα φωτίσουν τα διλήμματα που γεννούν οι μεταμοσχεύσεις, η εξωσωματική, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, η γονιδιακή θεραπεία, η κλωνοποίηση, η έρευνα του ανθρώπινου γονιδιώματος, κ.α.»»

[46]. Zozul’ ak J., «Σωματική και πνευματική ασθένεια του ανθρώπου»  στο Συνέδριο Εκκλησία και ασθένεια (σσ. 194-198), Θήβα 2003, σ. 197 : « Η Εκκλησία προσπαθεί να διακονήσει τον άνθρωπο οδηγώντας τον σε κοινωνία με τον Χριστό, δηλαδή στην θέωση, και στηρίζει το έργο της στο Μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.  Σύμφωνα με  τους Πατέρες της Εκκλησίας «το περιεχόμενο και η οδός της θεώσεως είναι η ένωση με τον Χριστό, επειδή ακριβώς η ένωση με Αρχέτυπο είναι εκείνη που οδηγεί τον άνθρωπο στην ολοκλήρωση του». Εξαρτάται όμως από κάθε άνθρωπο κατά πόσον θα πραγματοποιήσει την ενότητα του με τον θεάνθρωπο Χριστό, επειδή όσο μετέχει ο άνθρωπος στο θεωμένο σώμα και αίμα του Κυρίου, τόσο πραγματώνει την ενότητα του με τον Χριστό. Όλοι μαζί πρέπει να προκόπτουμε πνευματικά, να στηρίζουμε ο ένας τον άλλο και να αγιαζόμαστε, ώστε να μην είμαστε απλώς οι πιστεύοντες στον Χριστό, αλλά κυρίως οι μετέχοντες ενεργά στη Θεία Ευχαριστία. Από εδώ αρχίζει η θεράπευση της φύσης μας με την προϋπόθεση ότι συνδυάζουμε την άσκηση ψυχής και σώματος.»

[47]. Κοΐος Γ. Ν., Ηθική Θεώρηση των τεχνικών παρεμβάσεων στο ανθρώπινο γονιδιώμα, σ. 245: «Ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲ θεωρεῖται κάτω ἀπὸ ποσοτικὰ ἢ εὐδαιμονιστικὰ κριτήρια. Ἀποτελεῖ ξεχωριστὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ὕπαρξη, ἀνώτερος καὶ πολυτιμότερος ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα δημιουργήματα. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς συλλήψεως τοῦ θεωρεῖται προορισμένος νὰ γίνει κατὰ χάριν θεός.»

[48]. Κεσελόπουλος Γ. Α., Εκ του θανάτου εις την ζωήν, σσ. 103-104 : «Πολλές φορές το ίδιο το αντικειμενικό γεγονός μπορεί να σημαίνει δύο διαμετρικώς αντίθετα πράγματα σε δύο διαφορετικές περιστάσεις. Γιατί δεν είναι οι εξωτερικοί τύποι που προσδιορίζουν την αλήθεια των πραγμάτων, όσο τα εσωτερικά κίνητρα που οδηγούν σε μια πράξη. Όπως για παράδειγμα, η αφαίρεση της ζωής μπορεί να συνιστά πράξη κορυφαίας αγάπης, όταν εκδηλώνεται ως αυτοθυσία, αλλά και πράξη πλήρους αυτοπεριορισμού και έσχατης απογνώσεως, όταν εκφράζεται ως αυτοκτονία ή και ευθανασία.»

[49]. π. Φιλόθεος Φ., Βάδιζε υγιαίνων, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2003, σ. 48 : «Η αποτελεσματικότητα οιασδήποτε θεραπευτικής αγωγής, που εφαρμόζει ο ιατρός σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί να εξαρτάται από την ακρίβεια της διαγνώσεως και τη βεβαιότητα της προγνώσεως.»

[50]. π. Φιλόθεος Φ., Βάδιζε υγιαίνων σσ. 121 – 122 : « Η περιστασιακή αναποτελεσματικότητα και ακατάλληλη χρήση φαρμάκων και χειρουργικών επεμβάσεων και οι επικίνδυνες παρενέργειες τους ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται σωστά, έχει συμβάλλει στην επιφυλακτικότητα των ασθενών, όσον αφορά στη γνώση και στην πείρα του ιατρού και στη διάβρωση της σχέσεως ιατρού και ασθενούς.»

[51]. Θώδης Η., « Συνεχίζει η ιατρική να είναι λειτούργημα», σ. 267 : « Ο επαγγελματισμός πρέπει να εντυπωθεί στους νέους ιατρούς από την αρχή της σταδιοδρομίας τους και πρέπει να περιληφθεί στην προπτυχιακή και μεταπτυχιακή εκπαίδευση, τονίζοντας τις ηθικές αξίες και τη σύνδεση μεταξύ επαγγελματισμού και των υπηρεσιών προς την κοινωνία, ένα ιδανικό που πρέπει να ακολουθείται με συνέπεια σ’ όλη τη ζωή.»

[52]. Κοΐος Γ. Ν., Ηθική Θεώρηση των τεχνικών παρεμβάσεων στο ανθρώπινο γονιδιώμα, σ. 247

[53]. Βλ. π. σ. 259: «Ἡ ἀνιδιοτελὴς ἀγάπη ἐξάλλου εἶναι ἀδύνατον νὰ προκαλέσει ὁποιαδήποτε βλάβη στὸ συνάνθρωπο· ἀντίθετα κινεῖται μέσα στὸ πνεῦμα τῆς αὐτοθυσίας. Ὁ ἄνθρωπος μὲ πνεῦμα αὐτοθυσίας προτιμᾶ ὁ ἴδιος νὰ πάθει κακὸ προκειμένου νὰ ὠφεληθεῖ ὁ πλησίον.»

[54]. π. Φιλόθεος Φ., Βάδιζε υγιαίνων., σ. 72 : « Η σχέση ιατρού και ασθενούς αποτελεί βασικό παράγοντα της θεραπείας γιατί η συναισθηματική ανταπόκριση του ασθενούς προς τον ιατρό παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της θεραπείας. Ο Ιπποκράτης ζητά από τον ιατρό να κάνη ακριβή πρόγνωση και να επεξηγή κατά κάποιο τρόπο τα της νόσου ώστε να εμπνέη εμπιστοσύνη στον άρρωστο.»

[55]. Βλ.π., σ. 73 : « Αντικείμενο της ιατρικής φροντίδος δεν πρέπει να είναι η αρρώστια αλλά ο άνθρωπος ο οποίος πρέπει να αντιμετωπισθή ως όλον και όχι ως ένα όργανο στο οποίο φαίνεται να εμφανίζεται η διαταραχή.»

[56]. Γερουλάνος Μ., «Η ιατρική από πνευματικής επισκοπήσεως» στο Συνέδριο Εκκλησία και ασθένεια (σσ. 260-261), Θήβα 2003, σ. 260 : « Ο ιατρός δεν είναι μισθωτός εργάτης. Ενώ ο οποιοσδήποτε μισθωτός – εργάτης παρέχει εργασίαν υπό άλλων παραγόντων καθοριζόμενην, την οποίαν επιτελεί εν μέρει ίσως υπό ιδίαν ευθύνην παρεχόμενην σωματικήν, αλλ’ ιδίως πνευματικήν συνδρομήν εις τον συνάνθρωπον, όπως ούτος δι’ ιδίων μέσων, συνταυτίζων την ιδίαν ευθύνην μετά της του ιατρού, απόκτηση εκ νέου το πολυτιμότατον δια την ύπαρξιν αυτού αγαθόν, την υγείαν….»

[57]. π. Θερμός Β., «Ιατροκεντρική εκφύλιση της σχέσεως ιατρού – ασθενούς» στο Συνέδριο Εκκλησία και ασθένεια (σσ. 279-288), Θήβα 2003, σ. 282 : « Δεν είναι υποχρεωμένος ο ασθενής να ενστερνισθεί το σύμπαν του ιατρού, αλλά ο ιατρός να μεταβεί και να αγκαλιάσει το σύμπαν του αρρώστου. «Η αρρώστια του ασθενή ( illness ) είναι διαφορετική από την αρρώστια που διαγιγνώσκει ο ιατρός ( disease ). »

[58]. π. Φιλόθεος Φ., Βάδιζε υγιαίνων., σσ. 159 – 160 : « Η σωματική αρρώστια φαίνεται να μας διδάσκη ένα αρνητικό μάθημα, ότι δηλαδή ο άνθρωπος έρχεται μέσα από την αρρώστια στο θάνατο ζώντας σύμφωνα με τη δική του ατομική φύση. Είναι η λειτουργία που έχει τις περισσότερες δυνατότητες για ζωή που αρρωσταίνει και προκαλεί την έκπτωση από την υγεία. Έχουμε δει ότι γι’ αυτή την εξέλιξη δεν μπορούμε να αιτιώμεθα το περιβάλλον. Το άτομο επιλέγει το δικό του τρόπο να σχετισθή με το περιβάλλον, όπως επιλέγει συγκεκριμένες εικόνες από τις πολλές δυνατότητες που προσφέρουν οι μελανοκηλίδες Rorschach. Οι προσωπικές προκαταλήψεις είναι το οργανικό αντίστοιχο αυτού που ο Kierkegaard περιέγραψε ως « ασθένεια μέχρι θανάτου», η επιθυμία να δημιουργήση κανείς τη δική του ζωή σύμφωνα με τη δική του ιεράρχηση των αξιών.»

[59]. Κοΐος Γ. Ν., Ηθική Θεώρηση των τεχνικών παρεμβάσεων στο ανθρώπινο γονιδιώμα, σ. 243: «Ἡ ἀγαθοεργία ἀποτελεῖ βασικὴ χριστιανικὴ ἀρετή. Εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἀπόδειξη τῆς μεγαλύτερης τῶν ἀρετῶν, τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον.»

[60]. Βλ. π., σ. 245: «Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἀρετὴ ποὺ ἐξομοιώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό, ὅταν ἐξυπηρετεῖ ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σωματικὲς ἀνάγκες καὶ τὸ πνευματικὸ συμφέρον του πλησίον.νικ»

[61]. Οπ.π., σ. 243: «Μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπεράνει ὅτι ἡ ἀρετὴ τῆς εὐεργεσίας πρὸς τὸ συνάνθρωπο ἔχει ἀκόμα μεγαλύτερη ἀξία, ὅταν πρόκειται νὰ βρεῖ ἐφαρμογὴ στὴν κλίνη τοῦ ἀσθενοῦς.»

[62]. Βλ. αν., σ. 243: «Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὶς λειτουργικὲς εὐχές, τὶς ὁποῖες ἀναπέμπει ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὴ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ὑγεία τῶν μελῶν της.»

[63]. Μητροπολίτης Ναύπακτου και αγ. Βλασίου Ιερόθεος, Βιοηθική και βιοθεολογία, σ.  72 : « «Η Ορθόδοξη ηθική ζητά να τεθεί η ιατρική τεχνολογία, μαζί με όλες τις δυνατές κοσμικές σαγήνες της, μέσα στα παραδοσιακά Ορθόδοξα πλαίσια της προσευχής, της μετάνοιας και της θέωσης. Η Ορθόδοξη ηθική δεν δίνει συχνά άμεσες απαντήσεις στα κοσμικά ηθικά ζητήματα που φαίνεται να την πολιορκούν. Αυτό δεν πρέπει να παραγνωριστεί. Τα ενδιαφέροντα της Ορθόδοξης ηθικής διαφέρουν ριζικά από αυτά της κοσμικής ηθικής. Η Ορθόδοξη ηθική αναζητά την αγιότητα ακόμη και στο θάνατο και όχι απλώς το καλό και το σωστό. Η Ορθοδοξία, πάνω απ’ όλα, δεν μας ζητά να είμαστε καλοί με τα μέτρα αυτού του κόσμου. Μας καλεί να γίνουμε άγιοι, σύμφωνα με κάποια μέτρα που βρίσκονται πέρα απ’ αυτό τον κόσμο. Δεν καθορίζει εύκολα τα όρια ανάμεσα στην υποχρέωση και στον υπερβάλλοντα ζήλο. Μας καλεί απλώς να μη γίνουμε τίποτε λιγότερο από άγιοι.»

[64]. Ευτυχιάδης Χρ. Α., «Η πνευματική διάσταση της Εκκλησίας», σσ. 185 – 186 : «Η έλλειψη ηθικής προοπτικής στην ιατρική έρευνα (αμοραλισμός) συνοδεύεται με αποτελέσματα αρνητικά,, δηλαδή άλογα και αφύσικα επιτεύγματα να θεωρούνται ως κατορθώματα επιστημονικά, που είναι αντίθετα προς τις αρχές της ιατρικής.»

[65]. Κεσελόπουλος Γ. Α., Εκ του θανάτου εις την ζωήν, σ. 73 : « Η Εκκλησία σέβεται την ιατρική επιστήμη και επικροτεί κάθε προσπάθεια για τη θεραπεία ασθενειών και παράταση της ζωής, που έχει καίρια σημασία για την πνευματική τελείωση του ανθρώπου.»

(Συνεχίζεται)