(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Δαμασκηνού του Στουδίτου
Λόγος πανηγυρικός
Εις την Κοίμησιν της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/08/agiou-damaskinou-tou-stouditou-ta-epitafia-egkomia-ton-apostolon/
Τρεις γουν [λοιπόν] ημέρες και νύκτας έκαμαν οι Απόστολοι, όπου εκάθοντο εις τον τάφον ολόγυρα, και επιτηρούσαν τον τόπον από την αγάπην όπου είχαν εις την Παναγίαν.
Θωμάς δε ο Απόστολος ευδοκία Θεού, ως και εις την Ανάστασιν του Κυρίου, έτζι μηδέ τότε ευρέθη εκεί [δεν ήταν εκεί, έλειπε].
Εις δε την τρίτην ημέραν και αυτόν σύννεφον τον ήρπασε, και υπήγέν τον εις τον τάφον της Παναγίας και πηγαινάμενος, απάντησε την Παναγίαν απάνωθεν του τάφου της, όπου υπήγαινε σύσσωμη εις τους ουρανούς, και ως την είδεν έκραξε· Παναγία, Παναγία, πού υπάγεις;
Και η Παναγία λέγει τον· Δέξου αυτό φίλε μου. Εύγαλε γουν η Παναγία, και έδωκέν του την αγίαν της Ζώνην, όπου ήτον εζωσμένη· και την μεν Παναγίαν πλέον δεν την είδε, μόνον υπήγεν εις τους άλλους μαθητάς, και ηύρέν τους όπου εκάθοντο, και εφύλαγαν τον τάφον της Παναγίας.
Τότε εκάθισε και αυτός, και επρόσκλαιε πώς δεν ευρέθη να ιδή και αυτός τον θάνατον της Παναγίας ωσάν τους άλλους Αποστόλους και έλεγεν· Όλοι μας ενός διδασκάλου είμεσθεν Μαθηταί, όλοι μας ένα κήρυγμα κηρύπομεν, όλοι μας ενός αφεντός του Χριστού είμεσθεν δούλοι, διατί εσείς εκαταξιωθήκετε και είδετε τον θάνατον της Παναγίας, και εγώ δεν ευρέθηκα;
Μη να εγώ δεν είμαι Απόστολος; μη να δεν αρέσκῃ τον Θεόν το κήρυγμά μου; αμή [αλλά] παρακαλώ σας συμμαθηταί μου, ανοίξατε τον τάφον, καν νεκράν να ιδώ το κορμί της, καν τώρα εις το τέλος να το ανασπασθώ, και να το αποχαιρετήσω και εγώ.
Υπήκουσαν γουν οι Απόστολοι τον Θωμάν, και άνοιξαν τον τάφον της Παναγίας να ιδούν το κορμί της, και τίποτε δεν ευρέθη, ότι εμεταστάθη· και πώς; το κορμί εκείνο, ευλογημένοι Χριστιανοί, αφθαρτίσθη, και αθανατίσθη, ως και η αγία σαρξ του Κυρίου, ως οι πάντες άνθρωποι μέλλομεν να αφθαρτισθούμεν εις την δευτέραν παρουσίαν του Χριστού.
Απέθανε μεν, και θαύμα δεν είναι, ότι και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος απέθανεν· αφθαρτίσθη δε, ότι και ο Υιός της· ωσάν το κορμί γουν εκείνο, όπου μέλλουσιν οι δίκαιοι να λάβουν εις την καθολικήν ανάστασιν, ώσπερ εκείνο έγεινε προτήτερα της Παναγίας πριν της ημέρας εκείνης.
Εις πίστωσιν δε περισσοτέραν, μίαν ημέραν εφάνη η Παναγία εις το τραπέζι των Αποστόλων τοιουτοτρόπως.
Οι Απόστολοι μετά την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είχασι συνήθειαν, ότι όταν ήθελαν να καθήσουν να φάγωσι ψωμί, έκοπταν ένα κομμάτι τετράγωνον από ψωμί, και έβανάν το, εις την τράπεζάν τους επάνωθεν και ωσάν απότρωγαν, εσηκώνετο ένας από τους Αποστόλους, και επίανε το κομμάτι εκείνο με τα δύο του χέρια, και έλεγε Μέγα το όνομα της αγίας Τριάδος. Κύριε Ιησού Χριστέ βοήθει ημίν.
Τότε έπαιρναν ολίγον από το κομμάτι εκείνο, και έτρωγάν το όλοι όσοι ευρίσκοντο εις την τράπεζαν.
Εις ταις ημέραις γουν εκείναις της κοιμήσεως της Παναγίας εκάθισαν οι Απόστολοι ωσάν εις παρηγορίαν να φάγωσι, και έκοψαν και το ψωμί εκείνο κατά την συνήθειαν· και όταν ηθέλησαν να ειπούν, Κύριε Ιησού Χριστέ βοήθει ημίν, παρευθύς εφάνη η Παναγία απάνωθέν τους λαμπροφορούσα, και είπεν τους· Χαίρετε, ότι μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας.
Και ωσάν την είδαν, έκραξαν· Παναγία Θεοτόκε βοήθει ημίν· τότε εγνώρισαν ότι ζωντανή είναι και σύσσωμη εις τους ουρανούς μετά του Υιού της.
Αυτήν την Εορτήν εορτάζομεν, ευλογημένοι Χριστιανοί, αυτήν πανηγυρίζομεν· διά τούτο ας πανηγυρίζωμεν, ας εορτάζωμεν, όχι ως είναι των εθνών αι συνήθειαις, αλλά ως αρέσκει τον Χριστόν· και την σήμερον εορταζομένην Παναγίαν, όχι με θυσίαις Ελληνικαίς [ειδωλολατρικές], ή με χορούς, όχι με μέθαις και αργολογίαις, όχι με παιγνίδια και τραγούδια, και όσα χαίρεται ο δαίμονας όταν τα κάμνωμεν, όχι με έξοδαις κακαίς [έξοδα απερίσκεπτα] και πολυφαγίαις, αλλά με ευχαριστίαις, με δοξολογίαις, με καθαράν καρδίαν, με όσα χαίρεται και δοξάζεται η Παναγία με τοιαύτα ας εορτάζωμεν διά να έχωμεν και θάρρος προς την Παναγίαν να λέγωμεν:
Κυρία Θεοτόκε βασίλισσα και τιμή και δόξα των Χριστιανών, υψηλοτέρα των ουρανών, και καθαρωτέρα του ηλίου, Παρθένε πανύμνητε και ακήρατε, ελπίς των αμαρτωλών και λιμήν γαληνέ των χειμαζομένων υπό των αμαρτιών, βλέψον εις τον λαόν σου, ίδε εις την κληρονομίαν σου· πρόβατα είμεσθεν της μάνδρας του Υιού σου, αρνία είμεσθεν άκακα και πεπλανημένα.
Λοιπόν φύλαξόν μας, λύτρωσαί μας από του νοητού λύκου, από του διαβόλου τας χείρας· διότι εσένα έχομεν μεσίτιν, προστάτιν, βοηθόν· εις εσένα έχομεν τας ελπίδας μας αμαρτωλοί είμεσθεν, και τρέχομεν εις την βοήθειάν σου.
Μη μας αποδιώξης, μη μας οργισθής· βλέπεις Παρθένε τους πειρασμούς, βλέπεις τα κακά όπου μας επανέβηκαν, διά τούτο ενθυμήσου την συγγένειαν όπου έχομεν· ότι όλοι μας από ένα γένος είμεσθεν, και ημείς, και εσύ Θεοτόκε, και μεσίτευσαι, και παρακάλεσαι τον Υιόν σου, όπου τον εσωμάτωσες, όπου τον εβάστασες, όπου τον εθήλασες, διά να μας σπλαγχνισθή, να μας φιλανθρωπευθή, εδώ μεν να περάσωμεν ζωήν άβλαβην και ακινδύνευτον, εκεί δε να μας αξιώση της αιωνίας του βασιλείας.
Ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν τη ση μεσιτεία, εν Χριστώ τω Θεώ ημών, ω πρέπει δόξα και τιμή και μεγαλοπρέπεια εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Από το βιβλίο, «Λόγοι πανηγυρικοί εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου».