Από τον βίο του λαϊκού Γέροντα, Όσιου Γεωργίου (Λαζάρ) Προσκυνητή

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Έλεγαν οι μαθητές του λαϊκού Γέροντα Γεωργίου Λαζάρ ότι όλοι οι άνθρωποι της πόλεως και των περιχώρων τον γνώριζαν και ωφελούνταν από την αγία ζωή του.

Νέοι και γέροντες, πτωχοί και πλούσιοι, όλοι μαζί τον αποκαλούσαν από κοινού «Ο παππούς Γεώργιος».

Όταν περνούσε από το χωριό ή το δρόμο, μερικοί του ασπάζονταν το ψαλτήρι, άλλοι του έδιναν ελεημοσύνη για να προσεύχεται γι’ αυτούς, τα παιδιά σταματούσαν από τα παιχνίδια τους, τα ζώα του κάμπου στέκονταν για λίγο λόγω της συρροής του κόσμου, ενώ τα σκυλιά ουδέποτε γάβγιζαν μπροστά του.

Πολλοί χριστιανοί τον ξεπροβοδούσαν, πηγαίνοντας με ευλάβεια πίσω του και ακούοντας τους ψαλμούς που έψελνε

*****

Το μεγαλύτερο πνευματικό αγώνισμα του Γέροντα Γεωργίου αναμφίβολα, ήταν η αδιάκοπη προσευχή του και προπαντός αυτή που έκανε τις νύχτες στην εκκλησία.

Σωματικό αγώνισμά του μπορούμε να θεωρήσουμε το γεγονός ότι περπατούσε ξυπόλητος και ασκεπής επί σαράντα χρόνια.

Τρίτο μεγάλο πνευματικό του έργο μπορούμε να πούμε ότι ήταν η νηστεία και η ελεημοσύνη του στους πτωχούς.

Και το τελευταίο ήταν η τελεία ακτημοσύνη και πτωχεία του. Ήταν ο πτωχότερος άνθρωπος της εποχής του.

Σιωπηλός, πράος, μακάριος, πεινασμένος, γυμνός, πτωχός και στολισμένος με μια ανέκφραστη ειρήνη και χαρά στο πρόσωπό του.

Σε όποιο σπίτι έμπαινε, έφερε μαζί του και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, ειρήνη, αρμονία, ευλογία.

Όταν συζητούσες μαζί του, αισθανόσουν μία θεία δύναμη να εκχέεται από τα λόγια και την καρδιά του.

Γι’ αυτό μνημονεύεται στα μέρη εκείνα που έζησε σαν ένας μεγάλος όσιος και λαμπάδα πνευματική.

Απόσπασμα από το βιβλίο, «Γεροντικό Ρουμάνων Πατέρων», έκδοση Ορθόδοξος Κυψέλη.