Το ζήτημα της αιωνιότητας και της σχέσης της με τον χρόνο αποτελεί μία από τις βαθύτερες περιοχές συνάντησης θεολογίας, φιλοσοφίας και φυσικής. Η χριστιανική θεώρηση μιλά για όντα που ζουν «αιώνια» και για μια ύπαρξη πέρα από τον χρόνο. Για πολλούς, μια τέτοια ιδέα φαντάζει μύθος, ξένη προς την επιστημονική γνώση. Ωστόσο, η προσεκτική μελέτη της σύγχρονης φυσικής δείχνει ότι τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα από όσο φαίνονται.
Η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν άλλαξε ριζικά την κατανόησή μας για τον χρόνο. Δεν είναι απόλυτος ούτε κοινός για όλους τους παρατηρητές, αλλά εξαρτάται από τη βαρύτητα και την κίνηση. Σε περιοχές ισχυρής βαρύτητας, κοντά σε μαύρες τρύπες, ο χρόνος μπορεί να επιβραδύνεται ή ακόμα και να «παγώνει» από την οπτική γωνία ενός εξωτερικού παρατηρητή. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μέσα στον φυσικό κόσμο, υπάρχουν καταστάσεις όπου η εμπειρία του χρόνου μπορεί να αλλοιωθεί τόσο ριζικά ώστε να αγγίζει την έννοια μιας «σχετικής αχρονίας». Η θεολογία μιλά για μια ύπαρξη έξω από τον χρόνο· η φυσική, αν και δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο, μας δείχνει ότι η απόλυτη γραμμικότητα του χρόνου δεν είναι παρά ένα ανθρώπινο βίωμα, όχι απαραίτητα μια καθολική αλήθεια.
Η κβαντική μηχανική έφερε ένα ακόμη πιο παράδοξο στοιχείο. Στον μικρόκοσμο, τα σωματίδια δεν έχουν σαφείς ιδιότητες πριν από τη μέτρηση. Υπάρχουν σε καταστάσεις υπέρθεσης, σαν να «συνυπάρχουν» πολλαπλές πιθανότητες έως τη στιγμή της παρατήρησης. Ο ρόλος του παρατηρητή αποκτά έτσι πρωτοφανή βαρύτητα. Ορισμένοι φυσικοί, όπως ο John Wheeler, έχουν φτάσει στο σημείο να υποστηρίξουν ότι το σύμπαν δεν είναι απλώς κάτι που παρατηρούμε, αλλά κάτι στο οποίο συμμετέχουμε, συνδιαμορφώνοντας την πραγματικότητα. Η ιδέα ότι η συνείδηση έχει θεμελιώδη ρόλο στη συγκρότηση του κόσμου ίσως ανοίγει έναν διάλογο με θεολογικές αντιλήψεις που τοποθετούν το πνεύμα ή την ψυχή στο επίκεντρο της ύπαρξης.
Παράλληλα, οι εξελίξεις στη θεωρία της πληροφορίας αλλάζουν τη θεμελιώδη κατανόηση της φθοράς. Οι έρευνες του Stephen Hawking για τις μαύρες τρύπες οδήγησαν στο λεγόμενο «παράδοξο της πληροφορίας». Αρχικά θεωρούσαμε ότι η πληροφορία που περιγράφει την ύλη χάνεται αν αυτή περάσει στον ορίζοντα γεγονότων μιας μαύρης τρύπας. Ωστόσο, η σύγχρονη φυσική τείνει να καταλήξει στο αντίθετο: η πληροφορία δεν χάνεται ποτέ, αλλά κωδικοποιείται με τρόπο που δεν έχουμε ακόμα κατανοήσει πλήρως. Αν η συνείδηση, ή έστω κάποια πτυχή της, έχει πληροφοριακή υπόσταση, τότε ακόμα και η επιστήμη αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο κάτι από εμάς να διατηρείται θεμελιωδώς, ακόμη και όταν η βιολογική μας μορφή παύει να υπάρχει. Η θεολογική αντίληψη της «αθάνατης ψυχής» δεν επιβεβαιώνεται, αλλά η φυσική αφήνει ανοιχτό ένα πεδίο που, αν μη τι άλλο, δεν την αναιρεί.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να τονιστεί κάτι που συχνά παραλείπεται: αν και λογική ή επιστημονική απόδειξη για τη χριστιανική θέση περί αιωνιότητας δεν υπάρχει, η παράδοση της Εκκλησίας διασώζει μαρτυρίες αγίων και μυστικών εμπειριών που καταγράφονται εδώ και αιώνες. Πολλοί από αυτούς περιέγραφαν καταστάσεις «άχρονης παρουσίας», οράματα πέρα από τον φυσικό χρόνο και χαρίσματα που, για τη θεολογία, αποτελούν σημάδια μιας άλλης διάστασης ύπαρξης. Αυτές οι εμπειρίες δεν μπορούν να επαληθευτούν επιστημονικά, ωστόσο παρουσιάζουν ενδιαφέρον καθώς, σε ορισμένα σημεία, μοιάζουν να αγγίζουν σήμερα ερωτήματα που και η φυσική αρχίζει να θέτει. Η αναλογία δεν σημαίνει ταύτιση, αλλά δείχνει ότι όσα θεωρούνταν επί αιώνες καθαρά μεταφυσικά ίσως να μην είναι τόσο ξένα με ορισμένες σύγχρονες κοσμολογικές υποθέσεις. Έτσι, η θεολογική εμπειρία και η επιστημονική έρευνα φαίνεται να συγκλίνουν σε ένα σημείο: ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι πολύ πιο πολυεπίπεδη απ’ όσο επιτρέπει ο απλοϊκός υλισμός.
Την ίδια στιγμή, η σύγχρονη κοσμολογία εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο ότι ο χρόνος, όπως τον αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι θεμελιώδες συστατικό της πραγματικότητας, αλλά ένα παράγωγο φαινόμενο. Στη θεωρία των κβαντικών βαρύτητων βρόχων, ο χρόνος μπορεί να αναδύεται από βαθύτερες δομές που δεν έχουν καμία σχέση με το καθημερινό μας βίωμα. Το κοσμολογικό μοντέλο Hartle–Hawking προτείνει ένα σύμπαν χωρίς σαφή αρχή, χωρίς χρονικό «πριν», στο οποίο οι ίδιες οι έννοιες της αρχής και του τέλους παύουν να έχουν νόημα. Επιπλέον, το μοντέλο του block universe, που προκύπτει από τη σχετικότητα, αντιμετωπίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ως ταυτόχρονα υπαρκτά. Ολόκληρη η ιστορία του σύμπαντος, από την αρχή έως το τέλος, μπορεί να «υπάρχει» σε ένα επίπεδο όπου δεν υπάρχει ροή, αλλά αιώνια παρουσία. Η ιδέα αυτή, αν και δεν ταυτίζεται με τη χριστιανική θεολογία, θυμίζει εντυπωσιακά την αντίληψη μιας θεϊκής πραγματικότητας στην οποία όλα είναι παρόντα «εν τω νυν».
Η χριστιανική έννοια της αιωνιότητας, αν κατανοηθεί σωστά, δεν μιλά για άπειρο χρόνο, αλλά για έναν τρόπο ύπαρξης έξω από τον χρόνο. Δεν περιγράφει τη ζωή ως μια ατέλειωτη διαδοχή στιγμών, αλλά ως υπέρβαση της χρονικότητας. Η φυσική, αν και δεν μπορεί να επιβεβαιώσει τη θεολογική διδασκαλία, δείχνει ότι η πραγματικότητα είναι πιο ανοιχτή απ’ όσο επιτρέπει ένας αμιγώς υλιστικός ντετερμινισμός. Ο χρόνος δεν είναι απόλυτος, η πληροφορία δεν χάνεται, η συνείδηση ίσως έχει θεμελιώδη ρόλο. Όλα αυτά δημιουργούν ένα πεδίο διαλόγου, όχι ταύτισης, ανάμεσα στη θεολογία και τη σύγχρονη επιστήμη.
Είναι, τελικά, μεγάλο σφάλμα να απορρίψει κανείς την βεβαιότητα των χριστιανών για την αιωνιότητα και μάλιστα να το κάνει με απόλυτη βεβαιότητα. Η επιστήμη δεν αποδεικνύει ούτε ότι υπάρχει ούτε ότι δεν υπάρχει αιωνιότητα. Η θεολογία δεν μπορεί να τη θεμελιώσει επιστημονικά, αλλά τη νοηματοδοτεί υπαρξιακά και μέσα από εμπειρίες Πατέρων που η ζωή τους απέδειξε ότι τους αξίζει πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη. Αν κάτι μας διδάσκουν η σχετικότητα, η κβαντική φυσική και η κοσμολογία, είναι ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο μυστηριώδης απ’ όσο αντιλαμβάνεται η κοινή μας εμπειρία. Ίσως το ερώτημα της αιωνιότητας να μην είναι επιστημονικό, αλλά φιλοσοφικό και υπαρξιακό, να αφορά το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναζητούμε το νόημα της ύπαρξης. Και ίσως γι’ αυτό, να μην πρέπει να κλείνουν τον στοχασμό τους οι μη χριστιανοί με απόλυτες αρνήσεις, αλλά τουλάχιστον να είναι επιφυλακτικοί και να αφήνουν χώρο για την πιθανότητα ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τα γνωστικά τους όρια.
“ Βρίσκεστε σε πλάνη, γιατί ούτε τις Γραφές καταλαβαίνετε ούτε τη δύναμη του Θεού. 30 Όταν αναστηθούν οι νεκροί, ούτε θα νυμφεύονται ούτε θα παντρεύονται, αλλά θα είναι όπως οι άγγελοι στον ουρανό. 31 “ (Κατά Ματθαιον 22)