(Διασκευή, επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ο Μαξιμιανός έστειλε είκοσι καβαλάρηδες στρατιώτες για να συλλάβουν και να φέρουν μπροστά του τον Επίσκοπο Νικομηδείας Άνθιμο ο οποίος κήρυττε εν μέσω διωγμών τον Χριστό και εμψύχωνε τους Χριστιανούς να μην τον αρνηθούν και να μαρτυρήσουν γι’ Αυτόν.
Οι ιππείς που στάλθηκαν στη Σημάνη, όπως λεγόταν η κωμόπολη στην οποία βρισκόταν ο αρχιερέας, συνάντησαν εκεί τον Άγιο και επειδή δεν τον γνώριζαν τον ρώτησαν να τους πει πού θα βρουν τον Επίσκοπο Άνθιμο.
Ο αγαθός, φιλόξενος και φιλαλήθης πατέρας, αφού τους φιλοξένησε πρώτα, παραθέτοντάς τους δείπνο με κουκιά και ψωμί, τότε μόνο τους αποκάλυψε ότι εκείνος ήταν αυτός που ζητούσαν.
Οι στρατιώτες τότε, έσκυψαν τα κεφάλιά τους έκθαμβοι από το γεγονός αυτό και δεν μπορούσαν να αντικρίσουν το τίμιο του πρόσωπο και την κατάλευκη γεροντική του κεφαλή.
Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως ο άνθρωπος αυτός ο οποίος γνώριζε πως τον αναζητούσαν για να τον συλλάβουν τους φιλοξένησε τόσο εγκάρδια. Επίσης προβληματίζονταν πως μετά από όλα αυτά, οι ίδιοι θα έπρεπε να τον οδηγήσουν ενώπιον του Μαξιμιανού.
Γνώριζαν, βεβαίως, πως δεν τον αναζητούσε για κάποιο καλό σκοπό.
Για τον λόγο αυτό τον ντρέπονταν και δεν μπορούσαν να τον κοιτάξουν στα μάτια, αφού ο σεβάσμιος γέροντας τους τίμησε με την φιλοξενία του και δεν έκανε κάτι για να αποκρύψει ποιος ήταν.
Γι’ αυτό και δεν παρέλειψαν να τον προτρέψουν να φύγει, δηλώνοντάς του ότι οι ίδιοι, απλώς, θα έλεγαν ότι: «Τον ψάξαμε σε όλη τη Νικομήδεια, αλλά δεν μπορέσαμε να τον βρούμε».
Παρ’ όλα αυτά ο ιερός Άνθιμος δεν δέχτηκε να πουν ψέματα για χάρη του. Άλλωστε ο ίδιος μελετούσε τις εντολές του Θεού, δίδασκε και προέτρεπε όλους να λένε πάντα την αλήθεια.
Έτσι, επιθυμώντας τον θάνατο υπέρ του Χριστού, ξεκίνησε μαζί τους για να μαρτυρήσει.
Καθώς βάδιζαν ο λόγος του προς του στρατιώτες ήταν κατηχητικός, ενώ δεν παρέλειψε να τους μιλήσει και για τα μελλοντικά αγαθά.
Γι’ αυτό και ο λόγος του Χριστού έφτασε στα βαθιά μέσα τους και προετοίμασε την ψυχή τους για να δεχτεί τις ουράνιες αγγελίες του Ευαγγελίου.
Στη συνέχεια τους διάβασε τις θείες ευχές και φτάνοντας σε ένα ποτάμι τους βάφτισε. Οι έφιπποι συνέχισαν την πορεία τους μαζί με τον Επίσκοπο Νικομηδείας Άνθιμο για να παραδώσουν στον Μαξιμιανό αυτόν στο οποίο οι ίδιοι εμπιστεύτηκαν και παρέδωσαν τις ίδιες τις ψυχές τους.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Σεπτέμβριος, τόμος 9ος.