Μοναχή Ταρσώ η διά Χριστόν σαλή, Η υποδοχή του Τιμίου Ξύλου

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Ένας αγιορείτης ιερομόναχος που την επισκέφθηκε εκείνη την περίοδο διηγείται:
«Είχα κατέβει στην Αθήνα ως συνοδός αγιορείτου Καθηγουμένου ο οποίος μετέφερε δια προσκύνηση στην νήσο Κρήτη το Τίμιον Ξύλο της ιεράς Μονής του, που ήταν ένα από τα μεγαλύτερα υπάρχοντα τεμάχια. Διερχόμενοι από την Αθήνα, με την άδεια του αγίου Καθηγουμένου πήγα στην Ταρσώ το Τίμιον Ξύλο για να το προσκυνήσει. Και τούτο πολύ βιαστικά λόγω ελλείψεως χρόνου. Πηγαίνοντας ευρισκόμουν σε απορία αν θα ευρίσκετο εκεί. Προς έκπληξή μου, αυτή είχε εξέλθει από τα όρια του κελλιού της, δήθεν για περίπατο.

Όταν μας συνάντησε, άρχισε να ψάλλει το «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου» και το κοντάκιο της Υψώσεως!

Προσκύνησε ευλαβώς, απέθεσε ένα εικοσάδραχμο επάνω στη θήκη του Σταυρού και άρχισε να διαμαρτύρεται έντονα για τη μεγάλη τιμή, αλλά και συγχρόνως να ευχαριστεί μέσα από τα σαλά της.

Της λέγω: «Εμείς κάναμε τον κόπο και σου φέραμε τέτοια ευλογία, πες μας τώρα κι εσύ κάτι.

Και απαντά: «Λες, μου φέρατε ευλογία. Είστε ιερείς· με ευλογείτε τώρα ή με καταράσθε; Τι να πω; στον κόσμο να πάτε αυτή την ευλογία, εκεί κάτω στο Μοναστήρι …».

Ετόνισε το πολίτευμα του Σταυρού με λίγα λόγια και τέλος, χαιρετώντας μου λέγει: «Και εγώ θα φύγω τώρα! Εσύ, παιδί μου μη ξεχνάς την αληθινή μας πατρίδα!»

Αλήθεια, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο ενέτεινε την προετοιμασία της για το μεγάλο ταξίδι. Όλο και πιο κοντά αισθανόταν την «Μαριάμ» [την Υπεραγία Θεοτόκο] που την «έβγαλε στον πόλεμο»… Ιδιαίτερα τις τελευταίες ημέρες πριν κτυπήσει, η εσωτερική πληροφορία έγινε ολοφάνερη.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ιωάννη Κορναράκη, η «Ταρσώ η διά Χριστόν σαλή», Άγιον Όρος.