(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Η μοναχή με τις χοιράδες
Μία μοναχή, από τις πλέον σώφρονες, η οποία είχε στο λαιμό της χοιράδες*, ζητούσε την υγεία από τον Φαντίνο, όταν ακόμη βρισκόταν εν ζωή.
Και εκείνος, επειδή λυπήθηκε αυτήν που έπεφτε με πίστη στα πόδια του, αγγίζοντάς την με το χέρι και επικαλούμενος τον Χριστό, τον Θεό, διά μιάς εξαφάνισε αυτές τελείως.
Μία μέρα όμως, που αυτός αναχώρησε από τα πρόσκαιρα προς τον Κύριο, οι χοιράδες βγήκαν πάλι στην μοναχή, και επειδή κράτησαν πολύ καιρό, την βασάνιζαν με οξείς πόνους.
Αυτή μη ξέροντας τι να κάνει και υποφέροντας από τις πυκνές αναπνοές, φώναξε κλαίγοντας: Άγιε του Θεού, κοίταξε και τα παρόντα από την δόξα που έχεις λάβει και σε περιβάλλει, και δες την θλίψη μου και δέξου τους στεναγμούς και τα δάκρυά μου και ελέησε εμένα που ελπίζω μόνο στον Θεό και σε σένα.
Αυτά είπε και για λίγο ησύχασε και σβήνοντας από την λύπη, φαινόταν ότι κοιμάται.
Και αμέσως βλέπει τον Άγιο να στέκεται κοντά της και να την ρωτά να μάθει για τον πόνο της.
Αυτή βέβαια, με πολύ οδύνη του ανέφερε την αρρώστια και ο μέγας, αφού σφράγισε τις χοιράδες με τα δύο του χέρια, είπε: Σε θεραπεύει και τώρα ο χορηγός των ιάσεων. Η άρρωστη ξύπνησε αμέσως γεμάτη εμπιστοσύνη από την εμφάνιση του μακαρίου και μέχρι τώρα φαίνεται καθαρά πολύ υγιής.
Χοιράδες: Πρόκειται για διόγκωση και σκλήρυνση των αδένων του λαιμού, τα κοινώς λεγόμενα χελώνια.
Απόσπασμα από το βιβλίο, «Βίος και Πολιτεία του Οσίου Φαντίνου του Νέου», των εκδόσεων της Ι. Μ. Ευαγγελισμού Θεοτόκου Ορμυλίας.