(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Γράφει ο Μοναχός Ακάκιος Καυσοκαλυβίτης:
Θα ήθελα από εκείνη την εποχή να σας διηγηθώ ένα χαριτωμένο περιστατικό. Πήγα για Σαββατοκύριακο στον Όσιο Δαυίδ [Όσιος Δαυίδ ο Γέροντας] και μετά τον Εσπερινό του Σαββάτου, ο Γέροντας [ο Όσιος Ιάκωβος Τσαλίκης] στάθηκε έξω από το ναό και περίλυπος μας είπε ότι ήθελαν να επισκευάσουν το καμπαναριό της Μονής, αλλά δεν είχαν τα χρήματα.
Έταξα μέσα μου να δώσω πριν φύγω ένα σεβαστό ποσό για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το έργο. Να συμβάλω και εγώ με την σειρά μου, όσο μπορούσα.
Αλλά την άλλη μέρα ξεκίνησα, έφυγα από το Μοναστήρι, ξεχνώντας να εκπληρώσω το τάμα μου. Μπήκα στο αυτοκίνητο, απομακρύνθηκα διακόσια-τριακόσια μέτρα από το Μοναστήρι και ξαφνικά σβήνει η μηχανή. Μάταια προσπαθούσα να ξεκινήσω, το αυτοκίνητο δεν έπαιρνε μπρος.
Τότε ένοιωσα από πίσω μου να με αγκαλιάζει κάποιος μέσα σε μία ζεστή, σφιχτή αλλά και επιτιμητική αγκαλιά. Εκείνη τη στιγμή αμέσως θυμήθηκα.
Ω! ξέχασα να δώσω τα χρήματα που έταξα στον Άγιο. Τότε χαλάρωσε το σφίξιμο και αμέσως η μηχανή πήρε μπροστά.
Γύρισα πίσω και ο Γέροντας Ιάκωβος, με περίμενε στην είσοδο του ναού χαμογελώντας.
Λοιπόν, Γέροντα του λέω, αλλά πριν προλάβω να πω το γιατί γύρισα πίσω και τι συνέβη, μου λέει, «πήγαινε παιδί μου να δώσεις στον Άγιο αυτά που του έταξες».
Λοιπόν ήξερε. Τώρα δεν μπόρεσα εγώ να ξεκαθαρίσω μέσα μου ποιος με αγκάλιασε σφιχτά. Ο Όσιος Δαυίδ ή ο Άγιος Ιάκωβος. Αλλά ό,τι και να είναι αυτοί ήταν μαζί.
Λοιπόν πήγα εγώ, έριξα τα χρήματα στο κουτί, που ήταν μπροστά στην εικόνα του Αγίου, γύρισα πίσω και ακόμα ο Γέροντας περίμενε στην είσοδο, μου έδωσε την ευχή του και με κατευόδωσε.
Ο Άγιος Ιάκωβος κοιμήθηκε στις 21 Νοεμβρίου, τιμάται στις 22 Νοεμβρίου.