Άγιος Ιωάννης  Χρυσόστομος: Εάν κανείς δεν συμπεριφέρεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, δεν μπορεί να λέγεται ότι είναι ενωμένος με τον Θεό.

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Υπόμνημα εις την προς Θεσσαλονικείς

Ομιλία α’, (Α’ Θεσ. 1.1-7)

«Παῦλος καὶ Σιλουανός καὶ Τιμόθεος πρὸς τὴν ἐκκλησία τῶν Θεσσαλονικέων, τὴν ἐνωμένη μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Εἴθε νὰ εἶναι σὲ σᾶς χάρις καὶ εἰρήνη. Εὐχαριστοῦμε πάντοτε τὸν Θεὸ γιὰ σᾶς, ὅσες φορὲς σᾶς ἐνθυμούμασθε στις προσευχές μας, ἀδιάκοπα μνημονεύοντας τὸ ἔργο τῆς πίστεώς σας καὶ τὸν κόπο τῆς ἀγάπης σας καὶ τὴν ὑπομονὴ τῆς ἐλπίδας σας στὸν Κύριό μας τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα μας».

1. Γιατί τέλος πάντων όταν έγραφε προς τους Εφεσίους και είχε μαζί του τον Τιμόθεο, δεν τον ανέφερε ο Παύλος μαζί με τον εαυτό του, αν και τον εγνώριζαν αυτοί και τον εθαύμαζαν, διότι λέγει, «Το δοκιμασμένο χαρακτήρα του τον γνωρίζετε, γιατί ως τέκνο προς πατέρα εδούλευσε μαζί μου», και πάλι, «Γιατί δεν έχω κανένα ομόμυχο, ο οποίος με ειλικρίνεια θα φροντίση για τις υποθέσεις σας», εδώ όμως αναφέρει αυτόν μαζί με τον εαυτό του;

Μου φαίνεται ότι επρόκειτο να στείλη αυτόν αμέσως και ήταν περιττό να γράφη γι’ αυτόν που θα μετέφερε τα γράμματα, γιατί λέγει, «Αυτόν δε ελπίζω να τον στείλω αμέσως». Εδώ όμως δεν συμβαίνει το ίδιο, αλλά μόλις είχε επανέλθει, και επομένως ορθώς τον ανέφερε στην επιστολή γιατί λέγει, «Τώρα, όταν μας ήλθε από σας ο Τιμόθεος».

Γιατί όμως αναφέρει πριν από αυτόν τον Σιλουανό, αν και επιβεβαιώνει άπειρα αγαθά γι’ αυτόν και τον προτιμά από όλους; Ίσως εκείνος να του εζήτησε αυτό με πολλή ταπεινοφροσύνη και να τον παρακάλεσε γι’ αυτό. Επειδή δηλαδή έβλεπε το διδάσκαλο να είναι τόσο ταπεινόφρων, ώστε να αναφέρη το μαθητή μαζί με τον εαυτό του, πολύ περισσότερο θα μπορούσε να το ζητήση αυτό ο Τιμόθεος, και αυτός πρόθυμα το δέχθηκε.

Διότι λέγει, «Ο Παύλος και ο Σιλουανός και ο Τιμόθεος, προς την εκκλησία των Θεσσαλονικέων». Τίποτε δεν αναφέρει εδώ για τον εαυτό του, ούτε ‘ο απόστολος’, ούτε ‘ο δούλος’. Εγώ νομίζω για το λόγο ότι είναι αυτοί νέοι στην πίστι και δεν έχουν γνωρίσει ακόμη αυτόν, γι’ αυτό δεν αναφέρει το αξίωμα. Άλλωστε ήταν αρχή ακόμη του κηρύγματος προς αυτούς.

«Στην εκκλησία», λέγει, «των Θεσσαλονικέων». Καλώς είπε. Καθόσον φυσικό ήταν να είναι λίγοι και να μη είχαν συνδεθή μέχρι τώρα, γι’ αυτό δε και προτρέπει αυτούς με το όνομα της εκκλησίας. Όπου όμως είχε περάσει πολύς χρόνος και το σύνολο των μελών της εκκλησίας ήταν μεγάλο, δεν αναφέρει αυτό.

Επειδή όμως το όνομα της εκκλησίας σημαίνει πλήθος, ως επί το πλείστο, και σύνολο που έχει ήδη συγκροτηθή, γι’ αυτό ονομάζει αυτούς έτσι. «Την ενωμένη με τον Θεό Πατέρα», λέγει, «και τον Κύριο Ιησού Χριστό».

Προς την εκκλησία, λέγει, των Θεσσαλονικέων, την ενωμένη με τον Θεό. Να πάλι το, «εν», λέγεται για τον Πατέρα και για τον Υιό. Γιατί υπήρχαν πολλές εκκλησίες, και ιουδαϊκές και ελληνικές, αλλά, λέγει, την ενωμένη με τον Θεό.

Μεγάλο το αξίωμα και του οποίου τίποτε δεν είναι ισάξιο, εάν είναι ενωμένος κανείς με τον Θεό. Είθε λοιπόν και η εκκλησία αυτή έτσι να καλήται, φοβάμαι όμως μήπως απέχει πολύ από την ονομασία αυτή.

Γιατί εάν είναι κανείς δούλος της αμαρτίας, δεν μπορεί να λέγεται ότι είναι ενωμένος με τον Θεό.

Εάν κανείς δεν συμπεριφέρεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, δεν μπορεί να λέγεται ότι είναι ενωμένος με τον Θεό.

2. «Είθε να είναι σε σας χάρις και ειρήνη». Είδες αμέσως από τους επαίνους το προοίμιο της επιστολής; «Ευχαριστούμε πάντοτε τον Θεό για όλους εσάς, όσες φορές σας ενθυμούμασθε στις προσευχές μας».

Το να ευχαριστούν λοιπόν τον Θεό γι’ αυτούς, μαρτυρεί γι’ αυτούς μεγάλη προκοπή, όταν δεν επαινούνται αυτοί μόνο, αλλά και ο Θεός ευχαριστείται, επειδή αυτός έκαμε τα πάντα. Και διδάσκει αυτούς να είναι και μετριόφρονες, και σχεδόν είναι σαν να λέγη, ότι τα πάντα είναι έργα της δυνάμεως του Θεού.

Το να ευχαριστούν λοιπόν τον Θεό είναι αποτέλεσμα των κατορθωμάτων του, το να ενθυμούνται δε αυτούς στις προσευχές τους είναι αποτέλεσμα της αγάπης προς αυτούς.

Έπειτα, αυτό που κάνει σε πολλές περιπτώσεις, λέγει ότι δεν τους ενθυμούνται μόνο στις προσευχές, αλλά και εκτός από τις προσευχές.

«Αδιάκοπα», λέγει, «μνημονεύοντας το έργο της πίστεώς σας και τον κόπο της αγάπης και την υπομονή της ελπίδας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ενώπιον του Θεού και Πατέρα μας».

Το «αδιάκοπα μνημονεύοντας» σημαίνει, ή μνημονεύοντας ενώπιον του Θεού και Πατέρα, ή μνημονεύοντας τον κόπο της αγάπης που κάνετε ενώπιον του Θεού και Πατέρα μας, ή απλώς σημαίνει μνημονεύοντας αδιάκοπα εσάς.

Για να μη νομίσης δηλαδή ότι έχει λεχθή τυχαία το, «μνημονεύοντας εσάς αδιάκοπα», επρόσθεσε, «ενώπιον του Θεού και Πατέρα μας», αυτό δε επειδή κανείς από τους ανθρώπους δεν επαινούσε τα κατορθώματά τους, κανείς δεν ανταπέδιδε μισθό, ενώπιον του Θεού, λέγει, καταπονείσθε.

Τι σημαίνει, «το έργο της πίστεως»;

Ότι τίποτε δεν ελύγισε την αντίστασί σας γιατί αυτό είναι έργο πίστεως. Εάν πιστεύης, να υποφέρης τα πάντα, εάν όμως δεν υποφέρης, δεν πιστεύεις. Μήπως δηλαδή δεν είναι τέτοια αυτά που μας έχει υποσχεθή, ώστε να έφθανε εκείνος που πιστεύει και να προτιμήση να υποστή μυρίους θανάτους γι’ αυτά;

Έχει ορισθή σαν βραβείο η βασιλεία των ουρανών, η αθανασία και η αιώνιος ζωή. Εκείνος λοιπόν που πιστεύει, θα υποστή τα πάντα. Εύλογα θα έλεγε κανείς, εφανερώσατε την πίστι σας όχι έτσι απλά, αλλά με τα έργα, με την αντίστασί σας, με την προθυμία σας.

«Και τον κόπο της αγάπης». Ποιος κόπος το να αγαπά κάποιος; Το να αγαπά απλώς δεν είναι κανένας κόπος, το να αγαπά όμως γνήσια είναι μεγάλος κόπος. Γιατί όταν, ειπέ μου, πολλά κινούνται που θέλουν να μας αποσπάσουν από την αγάπη, και εμείς εναντιωνώμασθε προς όλα αυτά, δεν είναι κόπος;

Τι λοιπόν δεν έπαθαν αυτοί, για να μη απομακρυνθούν από την αγάπη, δεν ήλθαν σε εκείνον που εφιλοξενούσε τον Παύλο οι εχθροί του κηρύγματος και, επειδή δεν ηύραν τον Παύλο, έσυραν με βία τον Ιάσονα στους άρχοντες της πόλεως;

Είναι μικρός αυτός ο κόπος, ειπέ μου, ενώ ο σπόρος του κηρύγματος δεν είχε ακόμη φυτευθή, να υπομένουν τόσο μεγάλη συμφορά, τόσες δοκιμασίες, Και εζήτησαν από αυτόν αρκετές εγγυήσεις.

«Και αφού έδωσε αρκετές εγγυήσεις», λέγει, «απέστειλε τον Παύλο». Είναι μικρό αυτό; ειπέ μου, δεν έθεσε σε κίνδυνο τον εαυτό του στη θέσι εκείνου. Αυτό ονομάζει κόπο της αγάπης, γιατί έτσι εστερεώθηκαν στην πίστι.

Και πρόσεχε πρώτα λέγει τα κατορθώματα εκείνων και ύστερα τα δικά του, για να μη φανή ότι καυχάται, ούτε ότι από προκατάληψι αγαπά αυτούς.

«Και την υπομονή», λέγει. Γιατί ο διωγμός εκείνος δεν είχε γίνει για ένα χρονικό διάστημα, αλλά για πάντα, ούτε επολεμούσαν τον διδάσκαλο μόνο, αλλά και τους μαθητές του. Εάν λοιπόν εσυμπεριφέροντο έτσι προς εκείνους που έκαναν θαύματα, τους σεβαστούς, πώς νομίζεις θα εσυμπεριφέροντο προς αυτούς που ήσαν συγκάτοικοί τους, και συμπολίτες τους, και που απεστάτησαν από τη θρησκεία τους αμέσως;

Αυτό λοιπόν και επιβεβαιώνει γι’ αυτούς, λέγοντας, ότι «Εγίνατε μιμητές των εκκλησιών του Θεού, που είναι στην Ιουδαία».

«Και της ελπίδας», λέγει, «του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ενώπιον του Θεού και Πατέρα μας».

Αυτά λοιπόν όλα γίνονται από πίστι και ελπίδα. Ώστε όχι μόνο την ανδρεία αυτών εφανέρωναν τα συμβάντα, αλλά ότι επίστευαν με βεβαιότητα στα προκείμενα έπαθλα.

Γιατί γι’ αυτό επέτρεπε ο Θεός να γίνουν αμέσως διωγμοί, για να μη ειπή κανείς, ότι εδιατηρείτο απλώς και από κολακεία το κήρυγμα, και για να αποδειχθή ο ζήλος αυτών, και ότι δεν ήταν η πειστικότητα των ανθρώπων, αλλά η δύναμις του Θεού που έπειθε τις ψυχές των πιστών, ώστε να είναι προετοιμασμένοι και για πολλούς κινδύνους, πράγμα που δεν θα εγίνετο, εάν το κήρυγμα δεν είχε αμέσως φυτευθή σε βάθος και δεν είχε σταθεροποιηθή.

Απόσπασμα από τον τόμο, «Ι. Χρυσοστόμου έργα, 22, των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Σπυρίδων Μουστάκας (θεολόγος, φιλόλογος).